Cat Is Art

«Δούλες» του Ζενέ. Το τελετουργικό στοιχείο και η μεταμφίεση στην παράσταση του Τσέζαρις Γκραουζίνις

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

«Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μίσος. Απ’ αυτό γεννιούνται οι ιδέες». – Ζαν Ζενέ

«Οι δούλες» του Jean Genet είναι το έργο που βασίστηκε στο «έγκλημα του αιώνα στη Γαλλία» στην παράξενη περίπτωση των αδελφών Christine και και Léa Papin που ξεχωρίζει όχι μόνο για τη συνταρακτική βία της, αλλά επειδή και οι δράστες και τα θύματα ήταν γυναίκες. Το 1933, όταν ο λαός της Γαλλίας είχε διχασμένες απόψεις για την εκδίκηση των δύο κοριτσιών της εργατικής τάξης κατά των αφεντικών τους, ο Γάλλος συγγραφέας και δραματουργός Ζαν Ζενέ έκανε λόγο για «παράδειγμα ταξικού πολέμου».

Το έργο

Ο Ζενέ έγραψε τις «Δούλες» κατά παράκληση του Louis Jouvet, που τις ανέβασε στο Theatre de l’ Athenee τον Απρίλιο του 1947. Ο Jounet χρησιμοποίησε στην παράστασή του ένα ελαφρώς παραλλαγμένο κείμενο, που εκδόθηκε το 1958 και αποτελεί το στερεότυπο σήμερα κείμενο του έργου.

Το έργο ανέβηκε στο Λονδίνο για πρώτη φορά, στα γαλλικά, το 1952, στο Mercury Theatre και στο Royal Court Theatre, σε σκηνοθεσία Peter Zadek, και το 1956, στα αγγλικά, στο New Lindsey Theatre Club, σε σκηνοθεσία του ιδίου.

Αξιόλογες παραστάσεις ήταν του θεάτρου La Mama, το 1965, στη Νέα Υόρκη· του Living Theatre, το 1965, στο Βερολίνο και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, με τους Julian Beck και Judith Malina· του Αργεντινού σκηνοθέτη Victor Garcia στη Βαρκελώνη και στη Μαδρίτη (1969-70), με τις Nuria Espert και Julieta Serrano στους κύριους ρόλους.

 

 

Ο Κώστας Μπερικόπουλος ως Κυρία.

 

 

Το «παράλογο» της κοινωνίας

O Zαν Ζενέ (1910-1986) από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ήρθε αντιμέτωπος με το «παράλογο» μιας κοινωνίας που τον κατέταξε στο περιθώριο. Πήρε εκδίκηση γράφοντας ασταμάτητα…
Νόθος γιος μιας πόρνης που τον εγκατέλειψε στην πρόνοια, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε αναμορφωτήρια και φυλακές. Βίωσε τη βία, την εκμετάλλευση, υπερασπίστηκε την ομοφυλοφιλία του, έκανε την πένα του όπλο, κατέληξε να γίνει πολιτικός ακτιβιστής. Μάγεψε τη γαλλική διανόηση (Ζαν Πωλ Σαρτρ, Ζαν Κοκτώ) αλλά δεν ξέχασε τα τραύματα που τροφοδοτούσαν το έργο του.

Οι αδελφές

Οι αδελφές Κριστίν και Λέα Παπέν, εσωτερικές υπηρέτριες σε ένα σπίτι στη μικρή πόλη Λε Μαν της Γαλλίας, καταδικάστηκαν για τη δολοφονία της κυρίας και της κόρης της, στις 2 Φεβρουαρίου του 1933.

Η Κριστίν (1905-1935) και η Λέα (1911-2001) γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε ένα μικρό χωριό στα νότια του Λε Μαν. Ο πατέρας τους ήταν αλκοολικός και η μητέρα τις εγκατέλειψε νωρίς -είχαν και μια μεγαλύτερη αδελφή, την Αιμίλια. Πέρασαν την παιδική τους ηλικία μπαινοβγαίνοντας σε ιδρύματα και καθώς μεγάλωναν άρχισαν να εργάζονται μαζί ως υπηρέτριες, επιζητώντας να μείνουν αχώριστες.

Γύρω στο 1926 τους προσέλαβε ο κύριος Ρενέ Λανσελέν, για να φροντίζει το σπίτι και την οικογένειά του -τη σύζυγο και την κόρη του. Οι αδελφές Παπέν ήταν ήσυχες και καλές στη δουλειά τους. Το μόνον που ήθελαν ήταν να μοιράζονται τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που τους απέμενε.

Στις 2 Φεβρουαρίου του 1933 ο κύριος Λανσελέν ήταν καλεσμένος για δείπνο σε ένα φιλικό σπίτι, μαζί με τη σύζυγο και την κόρη τους. Εκείνος πήγε στο κάλεσμα αμέσως μετά τη δουλειά, αλλά οι δύο γυναίκες της οικογένειας δεν έφτασαν ποτέ. Ανήσυχος επέστρεψε στο σπίτι να τις αναζητήσει, αλλά βρήκε την πόρτα κλειδωμένη από μέσα. Πρόσεξε όμως ότι ένα κερί έκαιγε στο δωμάτιο των δύο υπηρετριών. Ειδοποίησε την αστυνομία και όταν έσπασαν την πόρτα και βρέθηκαν μέσα στο σπίτι, το θέαμα που αντίκρισαν ήταν ανατριχιαστικό: Μάνα και κόρη, δολοφονημένες, αγνώριστες από την κακοποίηση, με βγαλμένα τα μάτια…

Παραδίπλα, στο δωμάτιό τους, ξαπλωμένες και γυμνές στο κρεβάτι, μαζί, οι αδελφές Παπέν, παραδέχθηκαν την ενοχή τους -ούτε που διανοήθηκαν να αρνηθούν το έγκλημά τους ή να το σκάσουν. Ένα μαχαίρι κουζίνας, ένα σφυρί και μια τσαγιέρα ήταν τα φονικά αντικείμενα που βρέθηκαν στον χώρο. Δεν επικαλέστηκαν κανένα ελαφρυντικό και το μόνο που ζήτησαν ήταν να μοιραστούν το ίδιο κελί -τελικά φυλακίστηκαν χωριστά.

Η «εκμετάλλευση του εργαζόμενου»

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είδαν στην υπόθεση Παπέν την κορύφωση της «εκμετάλλευσης του εργαζόμενου», που ενώ δουλεύει δέκα τέσσερις ώρες καθημερινά, δεν έχει παρά μισή μέρα ρεπό την εβδομάδα. Η ιστορία τους πήρε κοινωνικές διαστάσεις και επηρέασε συγγραφείς και στοχαστές: Δεν ήταν μόνο ο Ζαν Ζενέ (1910-1986) που εμπνεύστηκε τις «Δούλες» του, αλλά και πολλοί ακόμα, ανάμεσά τους ο Ζαν-Πολ Σαρτρ και ο Ζαν Λακάν, ενώ θεατρικά έργα, ταινίες, μελέτες, τραγούδια ακόμα και έργα τέχνης έχουν στην αφετηρία τους την υπόθεση των αδελφών Παπέν.

Στο δικαστήριο, η Κριστίν ήταν εκείνη που κρίθηκε ως ιθύνων νους και καταδικάστηκε σε θάνατο -λίγο αργότερα η ποινή της μετατράπηκε σε ισόβια, αλλά πολύ σύντομα πέθανε, έχοντας χάσει πλήρως τα λογικά της. Η Λέα καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια κράτησης -τα οποία έγιναν τελικά οκτώ. Το 1943 αποφυλακίστηκε και εγκαταστάθηκε στη Νάντη, όπου ζούσε η μητέρα της, και δούλεψε ως καθαρίστρια σε ξενοδοχεία.

Ειπώθηκε ότι πέθανε το 1982, αλλά το 2000 αποδείχθηκε ότι ήταν ακόμα ζωντανή, όταν ένας Γάλλος κινηματογραφιστής, ο Κλοντ Βεντούρα, την εντόπισε σε ένα ίδρυμα, ημιπαράλυτη. Ο Βεντούρα που ετοίμαζε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Αναζητώντας τις αδελφές Παπέν» ισχυρίστηκε ότι μίλησε μαζί της και ότι τελικά η Λέα Παπέν πέθανε το 2001.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, ο Ζαν Ζενέ, επιστρέφοντας από ένα ταξίδι στο Μαρόκο, διάβασε τυχαία σε ένα αστυνομικό περιοδικό για την υπόθεση των αδελφών Παπέν. Ήταν η εποχή που έγραφε το καινούργιο του θεατρικό έργο. Η επίδραση αποδείχτηκε καθοριστική, αν και ο ίδιος, αργότερα, προσπαθούσε να τη μειώσει. «Δεν πρόκειται για ένα έργο που θέλει να υπερασπιστεί τη μοίρα της τάξης των υπηρετών. Υπάρχει συνδικάτο που ασχολείται με τα ζητήματα αυτών των ανθρώπων. Πρόκειται για μια αλληγορική ιστορία…», έλεγε.

Ένα παιχνίδι

Στις «Δούλες» του, η Κλαιρ και η Σολάνζ, ονειρεύονται να σκοτώσουν την Κυρία τους (Μαντάμ), και καθώς δεν καταφέρνουν να τη δηλητηριάσουν, αποφασίζουν, εν τη απουσία της, να παίξουν ένα παιχνίδι: Αλλάζοντας ρόλους και κοστούμια θα γίνουν η Κυρία και η άλλη δούλα, ώστε να σκοτώσουν, έστω κι έτσι, την εικόνα της Κυρίας… Καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου τις παρακολουθούμε να τη μισούν και να τη θαυμάζουν, να ζηλεύουν τη ζωή της, τον άνδρα της, τα ρούχα και τις πολυτέλειες που διαθέτει.

Στη σύντομη και καταιγιστική της εμφάνιση στο έργο, η Κυρία επιβεβαιώνει τον κυρίαρχο ρόλο της και φεύγει αφήνοντάς τες μετέωρες και απελπισμένες. Φοβισμένες και ανεπαρκείς, θα ολοκληρώσουν το παιχνίδι τους: Η Κλαιρ, ντυμένη Κυρία, πίνει το δηλητηριασμένο τίλιο που προοριζόταν για εκείνη, επιτρέποντας στη Σολάνζ να αναλάβει τον ρόλο της φόνισσας. Κατ’ αυτό τον τρόπο, πιστεύουν ότι θα δικαιωθούν, δικαιώνοντας έτσι τις δούλες όλων των εποχών και όλου του κόσμου.

 

Ο Αργύρης Ξάφης (αριστερά) ως Κλαιρ με τον Κώστα Μπερικόπουλο.

 

 

«Θέατρο εν θεάτρω»

Γράφοντας τις «Δούλες» ο Ζενέ αναζητούσε την προσωπική του δικαίωση, μπερδεύοντας συστηματικά το ψέμα με την αλήθεια -κάτι που έκανε και στη ζωή του. Με αυτό το παιχνίδι των μεταμορφώσεων και του «θεάτρου εν θεάτρω» καταφέρνει τελικά να παρασύρει τον θεατή στην πλάνη του, και να τον φέρει ενώπιος ενωπίω με μεγάλες και διαχρονικές αλήθειες.

Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 19 Απριλίου του 1947 στο θέατρο Ατενέ, στο Παρίσι. Το κοινό δεν έδειξε να απολαμβάνει τις «Δούλες». Ωστόσο κάποιοι από τους κριτικούς μίλησαν για ένα «καινούργιο θεατρικό στυλ». Το έργο έμελλε να αποτελέσει σταθμό στην πορεία του Ζαν Ζενέ, αυτού του «μπάσταρδου της ζωής και της τέχνης» που ήθελε να δικαιώσει τους απόκληρους και τους περιθωριακούς κάθε λογής.

Ο συγγραφέας

O Ζαν Ζενέ (1910-1986), υπήρξε πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης. Κλέφτης, περιθωριακός, κατάδικος και εκδιδόμενος ομοφυλόφιλος, στα πρώτα χρόνια της ζωής του, που εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο σημαντικούς εκφραστές του θεάτρου του παραλόγου, αργότερα, απεικονίζει μέσα από το έργο του κυρίως την ίδια τη ζωή του. Στη διάρκειά της, επίσης, περιπλανήθηκε στην Ευρώπη, έγινε το αγαπημένο παιδί της γαλλικής διανόησης, αφοσιώθηκε σε έναν ακροβάτη, και αργότερα μεταμορφώθηκε σε πολιτικό ακτιβιστή, υποστηρίζοντας τους Μαύρους Πάνθηρες και ακολουθώντας Παλαιστίνιους στρατιώτες σε στρατόπεδα του Λιβάνου και της Ιορδανίας.

Νόθος γιος μιας πόρνης και ενός εργάτη, ο μικρός Ζαν εγκαταλείφθηκε από τους γονείς του λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, αλλά είχε την τύχη να υιοθετηθεί από μια «κανονική» οικογένεια, έχοντας δύο χωρικούς για γονείς. Παρ’ όλα αυτά, δεν άργησε να παρουσιάσει τάσεις περιθωριοποίησης: απόπειρες φυγής από το σπίτι και μικροκλοπές του χάρισαν τον τίτλο του κλέφτη στα 12 χρόνια του. Ήταν όμως άριστος μαθητής, γι’ αυτό τον έστειλαν σε μια τεχνική σχολή έξω απ’ το Παρίσι να μάθει το επάγγελμα του τυπογράφου. Το σκάει αμέσως για να κυνηγήσει το όνειρό του, το σινεμά, στην Αμερική. «Αποφάσισα να απαρνηθώ έναν κόσμο που με είχε απαρνηθεί», έγραψε για την τροπή που πήρε η ζωή του. Κλεισμένος σε αναμορφωτήριο από τα 15 του ως τα 18 του ο έφηβος Ζαν γνώρισε για τα καλά τη σκληρή δουλειά, την άσχημη όψη των ανθρώπων και τον ομοφυλόφιλο έρωτα. Θέλησε να ξεφύγει και το προσπάθησε μέσω του στρατού, έφυγε όμως και από εκεί. Λιποτάκτης πια αλλάζει το επώνυμό του και περιπλανιέται στην Ευρώπη με τα πόδια, κλέβοντας ό,τι βρίσκει. Αλλά σε κάθε σταθμό του έχει προβλήματα με τις Αρχές. Φτάνοντας στη Γερμανία του Χίτλερ θα πει: «Αισθάνθηκα σαν να βρέθηκα σε ένα οργανωμένο στρατόπεδο με λωποδύτες. Είναι ένα έθνος κλεφτών».

Στη φυλακή

Leonor Fini, «Portrait de Jean Genet II» (1950).

Περνάει στη φυλακή τα επόμενα επτά χρόνια. «Βλέπω στους κλέφτες, στους προδότες, στους δολοφόνους, στους απόκληρους και στους μάγκες μια βαθιά ομορφιά, μια υπόγεια ομορφιά». Δημοσιεύει το πρώτο του κείμενο σε ηλικία 32 ετών, την «Παναγία των λουλουδιών», το πιο «εμπρηστικό» ίσως μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Το γράφει στο κελί του, σε ό,τι χαρτί βρίσκει. Οι φύλακες θα του το αρπάξουν, εκείνος θα το ξαναγράψει απ’ την αρχή. Αποκτά την αναγνώριση της παρισινής κοινωνίας μετά τη γνωριμία του με τον Ζαν Κοκτό, ο οποίος θα φροντίσει ώστε να εκδοθούν τα έργα του και θα τον βοηθήσει πολλές φορές να βγει από τη φυλακή. Ξαφνικά το παρουσιαστικό του Ζενέ αλλάζει. Βολτάρει στη Μονμάρτρη και στα παρισινά μπιστρό, ντυμένος μπουρζουά διανοούμενος, με χειροποίητα κοστούμια και μεταξωτές γραβάτες. Συναντά τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, τον άνθρωπο που τον ανέδειξε και τον επηρέασε πιο πολύ απ’ όλους. Ο Σαρτρ πρωτοστατεί σε μια κίνηση των διανοουμένων της εποχής, ώστε να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή του Ζενέ το 1949, ενώ η βιογραφία του «Άγιος Ζενέ: Κωμωδός ή μάρτυρας», που βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1952, όχι μόνο αποκαθιστά τη φήμη ενός πρώην θανατοποινίτη, αλλά τον αναδεικνύει ως κορυφαίο λογοτέχνη και σκεπτόμενο άνθρωπο.

Ο Ζενέ, μετά το πορτρέτο αυτό του Σαρτρ, δεν θα ξαναγράψει για επτά χρόνια. Έχει μάθει να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του, πάντα ως κάτι άλλο, κάτι καινούργιο. Αυτή τη φορά θα είναι ο θεατρικός συγγραφέας που θα αποσπάσει το χειροκρότημα του κοινού με τις «εμπρηστικές» του παραστάσεις που δε σέβονται την παραδοσιακή πλοκή, ούτε τους νόμους της ψυχολογίας. Ακολούθησαν κινηματογραφικές παραγωγές, βιβλία για τον Ρέμπραντ και τον Αλμπέρτο Τζιακομέτι και περιπλανήσεις σε όλη την Ευρώπη. Ξαφνικά η ζωή του θα αλλάξει και πάλι, πλάι στον Αμπντάλα Μπεντάγκα, τον 20χρονο ακροβάτη, τον πρώτο μουσουλμάνο εραστή του, στον οποίο θα αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι. Πληρώνει τους καλύτερους εκπαιδευτές, αναλαμβάνει ο ίδιος τη σκηνοθεσία του σόου του επάνω στο τεντωμένο σκοινί, τον πείθει να μην καταταγεί στο στρατό και ξεκινούν οι δυο τους περιοδείες. Η ιστορία τους όμως δεν είχε αίσιο τέλος. Έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό του Μπεντάγκα, ο Ζενέ τον παρατάει. Εκείνος αυτοκτονεί και ο Ζενέ πέφτει σε βαριά κατάθλιψη. Καταστρέφει τα χειρόγραφά του και ανακοινώνει στους φίλους του ότι δεν θα ξαναγράψει ποτέ. Θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει το 1967.

Θυμός και βία

Δεν είχε εκτονώσει όμως όλο του το θυμό, όλη του την ενέργεια και γι’ αυτό το λόγο δεν μπορούσε να πεθάνει ακόμη. Επέλεξε μια νέα ζωή, αυτή τα φορά πιο πολιτικοποιημένη. Με σύνθημά του για άλλη μια φορά τη βία, μάχεται στο πλευρό της επαναστατικής οργάνωσης Μαύροι Πάνθηρες κατά των φυλετικών διακρίσεων και του πολέμου στο Βιετνάμ και υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών. Στη συνέχεια, σειρά έχουν οι Παλαιστίνιοι. Ο Ζενέ αποφασίζει να ζήσει με τους Φενταγίν στην Ιορδανία το 1971, μετά την εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των βασιλικών ιορδανικών δυνάμεων και των παλαιστινιακών οργανώσεων που είχαν καταφύγει στη χώρα. Το υλικό αυτής της επίσκεψης αποτελεί την πρώτη ύλη για το βιβλίο του «Αιχμάλωτος του έρωτα». Μόνο που ο Ζενέ δεν γύρισε πίσω να στρωθεί στο γράψιμο. Πέρασαν άλλα δέκα χρόνια ώσπου, το Σεπτέμβριο του 1982, επέστρεψε και πάλι στους Παλαιστίνιους, αυτή τη φορά στη Βηρυτό. Εν τω μεταξύ οι Ισραηλινοί μόλις είχαν εισβάλει στην πόλη. Είναι ένας από τους πρώτους παρατηρητές που επισκέπτονται τον καταυλισμό των Παλαιστινίων στη Σατίλα, λίγες ώρες μετά την εισβολή των Λιβανέζων Φαλαγγιτών.

Ο Ζαν Ζενέ πέθανε ένα ήσυχο ανοιξιάτικο πρωινό του 1986, μόνος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Παρίσι, νικημένος από τον καρκίνο. «Σ’ έναν σιωπηλό και ασήμαντο δρόμο, που ξαφνικά πήρε λάμψη, αποτελώντας την τελευταία στάση της ζωής του Ζενέ στην πόλη, την οποία μεταμόρφωσε και εξύβρισε χωρίς σταματημό», σημειώνει στο ξεκίνημα της βιογραφίας του ο Στίβεν Μπάρμπερ.

Έγραψε ποίηση, μυθιστορήματα (με πιο γνωστό την «Παναγία των λουλουδιών») και μια σειρά θεατρικών έργων που επιστρέφουν διαρκώς στη σκηνή. Το θέατρο για τον Ζενέ συνιστά πράξη εξέγερσης.

 

Από αριστερά: Κώστας Μπερικόπουλος, Δημήτρης Ήμελλος, Αργύρης Ξάφης. Φωτογραφία © catisart.

 

 

Τα έργα του

 

Το δημοφιλέστερο έργο του, οι «Δούλες» είναι εμπνευσμένο από ένα πραγματικό έγκλημα: το 1933 οι αδελφές Παπέν, εργαζόμενες υπηρέτριες σε ένα αστικό σπίτι σκότωσαν την Κυρία και την κόρη της. Ο Ζενέ με τις «Δούλες» και την «Υψηλή εποπτεία» αναγάγει το τελετουργικό στοιχείο και τη μεταμφίεση σε συστατικά στοιχεία του έργου του.

Το 1955 δουλεύει το λιγότερο γνωστό μονόπρακτό του «Εκείνη» και δεσμεύει τον εκδότη του να κυκλοφορήσει το κείμενο μετά το θάνατό του. Το «Εκείνη» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή με τη Μαρία Καζαρές στον πρωταγωνιστικό ρόλο σε σκηνοθεσία του Μπρούνο Μπαγέν, στα τέλη της δεκαετίας του ’80.

Στο «Μπαλκόνι» (1956), «μια ερωτικοπολιτική τελετουργία», ένας οίκος ανοχής γίνεται η μικρογραφία του κοινωνικού κατεστημένου, με τους «πελάτες» να υποδύονται διάφορους ρόλους για να ικανοποιήσουν τις φαντασιώσεις τους. Το εν λόγω κείμενο «αγκάλιασαν» σημαντικοί σκηνοθέτες, από τον Τζόρτζιο Στρέλερ ως τον Πίτερ Μπρουκ. Με το εξίσου εμπρηστικό «Οι νέγροι» (1959) στρέφει τα πυρά του στο ρατσισμό.

Όμως το έργο με το οποίο κατόρθωσε να προκαλέσει τις μεγαλύτερες αντιδράσεις στη σκηνή του Οντεόν το 1966 ήταν το «Παραβάν», καθώς θεωρήθηκε ότι αναφερόταν εμμέσως στον αγώνα της Αλγερίας για ανεξαρτησία. Ο Ζαν Ζενέ πέθανε τη νύχτα της 14ης Απριλίου 1986 στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στο Παρίσι.

Το πρώτο ανέβασμα για τις «Δούλες» στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε σχεδόν πενήντα χρόνια πριν από το Θέατρο Τέχνης (σεζόν 1967-1968). Ανάμεσα σ’ αυτά τα πενήντα χρόνια οι «Δούλες» παίζοντα συχνά στις αθηναϊκές σκηνές -ενδεικτικά αναφέρονται οι παραστάσεις του Κοραή Δαμάτη (Εθνικό Θέατρο, 1991), του Λευτέρη Βογιατζή (Θέατρο Οδού Κυκλάδων, 2005), του Μπρους Μάγιερς (Εθνικό Θέατρο, 2015), του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν – Υπόγειο σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη. Επίσης πρόσφατα στο θέατρο «Εμπρός» οι «Δούλες» του Ζαν Ζενέ παρουσιάστηκαν με τις μαθήτριες από το σεμινάριο της Άντζελας Μπρούσκου.

Η υπόθεση

Προσπαθώντας να αποδράσουν από την καταπίεση που αισθάνονται στο πλούσιο μεγαλοαστικό σπίτι της Κυρίας τους, δύο υπηρέτριες, οι αδερφές Κλαιρ και Σολάνζ, παίζουν καθημερινά ένα παιχνίδι αλλαγής ταυτότητας: η Κλαιρ υποδύεται την Κυρία τους και η Σολάνζ παριστάνει την Κλαιρ. Αυτή τη φορά, το τελετουργικό αυτό παιχνίδι γίνεται ακόμη πιο ερεθιστικό, καθώς οι δύο αδελφές πιστεύουν πως ήρθε η ώρα να απαλλαγούν από το ζυγό της Κυρίας τους, αφού, ύστερα από ψεύτικες καταγγελίες τους, ο σύζυγος της Κυρίας είναι στη φυλακή και εκείνη μένει ανυπεράσπιστη. Έτσι, αποφασίζουν να τη δηλητηριάσουν. Όμως οι προσδοκίες τους διαψεύδονται. Πληροφορούνται πως ο Κύριος έχει αφεθεί ελεύθερος και, καθώς βρίσκονται σε πανικό, αποκαλύπτουν άθελά τους το νέο στην Κυρία, που φεύγει για να τον συναντήσει. Οι δύο Δούλες μένουν μόνες τους και επιστρέφουν ξανά στο παιχνίδι τους. Μόνο που αυτή τη φορά το τέλος θα είναι επώδυνο.

Ο συγγραφέας στα πρόσωπα των δύο υπηρετριών σκιαγραφεί τον εαυτό του. Παντού υπάρχει διάχυτη η εχθρότητά του, μέσῳ των υπηρετριών, στον καθωσπρεπισμό της αστικής τάξης, η οποία εναλλάσσεται με τις στιγμές που γίνεται μιμητισμός στους τρόπους της κυρίας, της κυρίας πού μισούν, της κυρίας που ποτέ δεν θα αξιωθούν να γίνουν οι ίδιες. Και το τέλος τραγικό, όταν πλέον οι δύο αδελφές αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο. Πάντοτε θα μείνουν δούλες, πάντοτε θα φορούν τα αποφόρια της κυρίας τους και θα της έχουν και υποχρέωση.

Άνδρες ηθοποιοί

Όπως το συνήθιζε ο Ζενέ στους περισσότερους ρόλους του ρεπερτορίου του, οι Δούλες θέλουν να είναι διαφορετικές από αυτό που είναι. Θέλουν δηλαδή να αλλάξουν την ύπαρξή τους. Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις σκηνοθετεί τις Δούλες του Ζενέ, επιλέγοντας για τους ρόλους τρεις άνδρες ηθοποιούς. Τρεις άνδρες παίζουν τρεις γυναίκες θανάσιμα δεμένες μεταξύ τους. Ο ναρκισσισμός, η ζήλια και η απεγνωσμένη αναζήτηση του έρωτα τις συνδέουν ακατάλυτα.

Είναι γνωστό ότι ο Ζαν Ζενέ (1910-1986) σκεφτόταν τις «Δούλες» (1947) του ερμηνευμένες από άνδρες ηθοποιούς. Τρεις έμπειροι ηθοποιοί-δούλοι του κοινού παίζουν τις «Δούλες» σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσουν την επιθυμία της μεσαίας τάξης για μελό: να το βλέπει, να το βιώνει, να το απολαμβάνει… Μια μεταφορά για την τέλεια υποδούλωση. Δούλες δέσμιες των φαντασιώσεών τους, ηθοποιοί φυλακισμένοι στους ρόλους τους και δέσμιοι της προσδοκίας του κοινού, άντρες φυλακισμένοι στα γυναικεία τους ρούχα και ψιμύθια. Οι θεατές γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του θανάτου του θεάτρου. Το νόημα χάνεται. Η εξέγερση είναι αδύνατη.

Η παράσταση

Ο μαέστρος της ανάπτυξης της πλοκής και της σκηνοθεσίας Τσέζαρις Γκραουζίνις υπηρετεί άψογα το σπουδαίο έργο του Ζενέ και δεν μας απογοητεύει. Η παράστασή του είναι μια παράσταση για όσους ξέρουν να εκτιμούν τη σκηνοθετική μαστοριά. Απρόβλεπτη, με πολύ ωραίο σκηνικό, μεγάλες ερμηνείες και συνεχές ενδιαφέρον. Παράσταση – εμπειρία με γκροτέσκα στοιχεία, καθώς η ανθρώπινη τραγωδία συναντά την κωμική της πλευρά.

 

Από αριστερά: Αργύρης Ξάφης και Δημήτρης Ήμελλος, Φωτογραφία © catisart.

 

 

Οι «Δούλες» είναι μια ιστορία τεράτων – η λέξη είναι του ίδιου του Ζενέ. Είναι μια ονειρική προβολή σε ένα νυχτερινό σύμπαν το οποίο ξεφεύγει από τις κατηγορίες της σκεπτόμενης λογικής. Υποδυόμενες την Κυρία τακτοποιούν έναν διπλό λογαριασμό, με την κυρία τους την οποία συγχρόνως απεχθάνονται και λατρεύουν -ακόμη και σωματικώς- και με τον εαυτό τους. Το αμοιβαίο μίσος τους φτάνει έως την απόπειρα δολοφονίας. Υποδύονται το να απεχθάνονται η μία την άλλη, το παιχνίδι τους όμως εξάπτει και ερεθίζει την αμοιβαία τους απέχθεια. Στην πραγματικότητα, οι δούλες είναι το είδωλο η μία της άλλης

 

Στην παράσταση κατανέμονται με γνώση και οξύνοια οι πρακτικές του «θεάτρου μέσα στο θέατρο». Η πολιτική σάτιρα συνδυάζεται με τη δραματουργική αγωνία, ο εντυπωσιασμός του φόνου με τον παράξενα ελκυστικό και υπερβολικά απελευθερωμένο διάλογο. Οι δύο δούλες επάνω στη σκηνή περιπλέκονται σε έναν πρωτόγονο κανιβαλισμό, από τον οποίο δεν θα γλιτώσουν μέχρι το τέλος. Ο τρόπος τους τραγικός, οι πράξεις τους γεμάτες κυνικότητα και βαρβαρότητα, οι μεταμφιέσεις τους σπαρακτικές.

Από ένα τηλεφώνημα χάνεται μια ευκαιρία… Όμως οι δούλες, πιστές στο ρόλο τους, συνεχίζουν το τελετουργικό παιχνίδι, που έχει όλα τα στοιχεία της υποκριτικής ωριμότητας. Οι ηθοποιοί περνούν από το ένα επίπεδο στο άλλο. Σε ένα υπόστρωμα ψυχανάλυσης, οι δύο δούλες είναι η μια απέναντι στην άλλη σαν δύο θηρία. Η αφοσίωση των δύο γυναικών αφήνει στον θεατή την αίσθηση της παράκρουσης που μπορεί να έχει αυτή η σχέση.
Με την εμφάνιση της Κυρίας στη σκηνή, βλέπουμε την υποκρισία και το έσχατο της απανθρωπιάς. Οι δούλες αφιονίζονται για την τελευταία τους αναμέτρηση όπου η φαντασία τις κατακυριεύει. Η δε αποχώρησή τους αποδίδεται με ένα βύθισμα στο χάος και την ανυπαρξία.

Η Κλαίρη και η Σολάνζ αγαπούν και ταυτόχρονα μισούν την Κυρία τους. Για τις Δούλες η Κυρία αντιπροσωπεύει την ανελέητη αδιαφορία. Ενδιαφέρεται για αυτές, τους χαρίζει φορέματα, τις αγαπά, δεν τις κακομεταχειρίζεται και δεν τις περιφρονεί γιατί «η Κυρία είναι όμορφη, η Κυρία είναι γλυκιά, η Κυρία είναι καλή».

 

Από αριστερά: Δημήτρης Ήμελλος, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης. Φωτογραφία © catisart.

 

 

Συντελεστές

Συγκλονιστικές οι μεταμορφώσεις της Κλαιρ του Αργύρη Ξάφη σε μια πολυσήμαντη τελετουργική κίνηση. Η Σολάνζ του Δημήτρη Ήμελλου σε απόλυτη ανταπόκριση με τη συμπαίκτριά της, έπαιξε με έντονη αμεσότητα προσδίνοντας στο ρόλο ενίοτε μια τυραννισμένη λαϊκότητα.

Και οι τρεις ηθοποιοί ήταν καταπληκτικοί. Ο Δημήτρης Ήμελλος σχεδόν εξωπραγματικός. Ο Αργύρης Ξάφης μια μυθική Δούλα. Ο Κώστας Μπερικόπουλος ως Κυρία δίνει μια πολύ δυνατή ερμηνεία με πολύ έντονη τη γλώσσα του σώματος και μαγεία στο λόγο.

Τα Κοστούμια του Κέννυ Μακλέλαν εύστοχα εντυπωσιακά και το εκκεντρικό σκηνικό (του ιδίου) ενός μεγαλοαστικού δωματίου με ακριβά έπιπλα, λουλούδια και συμβολικές εικόνες κρατούν την παράσταση σε υψηλό επίπεδο. Η Μουσική του Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις συμπληρώνει το συναίσθημα και γίνεται δυναμική στις αλλαγές της. Η Κίνηση του Έντγκεν Λάμε λειτουργεί με αρμονία. Οι φωτισμοί, σχεδιασμένοι από τον Αλέκο Γιάνναρο, ακολουθούν τη σημασία των σκηνών και τις οριοθετούν.

Η παράσταση αποτυπώνει με πλήρη τραγικότητα την αμφισημία και τις ψευδαισθήσεις στις οποίες οδηγούν τα ανθρώπινα πάθη. Μια από τις σημαντικότερες και ωραιότερες παραστάσεις του 2018-19.

***

«Αναγνωρίζω στους κλέφτες, στους προδότες και στους δολοφόνους, στους αδίστακτους και στους πανούργους, μια βαθιά ομορφιά, μια βυθισμένη ομορφιά». Ζαν Ζενέ

***

 

Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ Μακλέλαν. Φωτογραφία © catisart.

 

Ταυτότητα παράστασης

«Οι Δούλες»
του Ζαν Ζενέ

Συντελεστές της παράστασης
Μετάφραση: Έλσα Ανδριανού
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ Μακλέλαν
Μουσική επιμέλεια: Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις
Επιμέλεια κίνησης: Έντγκεν Λάμε
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθός σκηνοθέτη: Άκης Γουρζουλίδης

*

Παίζουν οι ηθοποιοί: Δημήτρης Ήμελλος, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης

 

*

 

Σκηνικά-Κοστούμια: Κέννυ Μακλέλαν. Φωτογραφία © catisart.

ΘΕΑΤΡΟ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Κεντρική Σκηνή

Έως 13 Ιανουαρίου 2019

Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά
Κάθε Τετάρτη, Πέμπτη στις 9.15 μ.μ., Παρασκευή στις 6.30 μ.μ., Σάββατο στις 9.15 μ.μ.και την Κυριακή στις 7 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων: Τετάρτη – Πέμπτη: Κανονικό 15 ευρώ, Μειωμένο 12 ευρώ. Σάββατο – Κυριακή: Κανονικό 18 ευρώ, Μειωμένο 15 ευρώ.

*

Θέατρο του Νέου Κόσμου
Αντισθένους 7 και Θαρύπου
Αθήνα 11743
Τηλέφωνο 210-9212900
Μετρό σταθμός ΦΙΞ

***

ΕΔΩ ΤΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ ΣΑΣ ΜΕ ΕΝΑ «ΚΛΙΚ»

Εκτύπωση
eirini aivaliwtou«Δούλες» του Ζενέ. Το τελετουργικό στοιχείο και η μεταμφίεση στην παράσταση του Τσέζαρις Γκραουζίνις

Related Posts