29.8 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

«Δάφνες και Πικροδάφνες». Πιο σύγχρονο παρά ποτέ. Σαν να μην πέρασε μια μέρα…

Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή

Είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Δημήτρη Κεχαΐδη, το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας τιμά τη μνήμη του ανεβάζοντας τη θρυλική κωμωδία «Δάφνες και Πικροδάφνες», που συνέγραψε μαζί με την Ελένη Χαβιαρά, το 1979.

Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Μάνος Καρατζογιάννης με μια εξαιρετική διανομή: Τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, τον Φίλιππο Σοφιανό, τον Θανάση Βλαβιανό, τον Γιώργο Ζιόβα και τον Γιάννη Τσουρουνάκη.
Η παράσταση θα περιοδεύσει το φετινό καλοκαίρι σε επιλεγμένες πόλεις της Ελλάδας.

Είναι εμφανής η απόλυτη αφοσίωση του Μάνου Καρατζογιάννη σε ό,τι αναλαμβάνει. Ένας ακάματος εργάτης του θεάτρου, που κινείται μόνο από τη λατρεία και τον σεβασμό του για το θέατρο.

Το έργο και η παράσταση

Το έργο σχεδόν μισό αιώνα μετά την πρώτη παρουσίασή του, μοιάζει πιο σύγχρονο παρά ποτέ. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από τις συγκρούσεις των τεσσάρων προσώπων, κομματικών παραγόντων της Τρίπολης που ετοιμάζονται για τις επικείμενες εκλογές.

Ο Κώστας και ο Αλέκος συντάσσουν τις λίστες των υποψηφίων υποστηρίζοντας τον στρατηγό, ενώ ο Βασίλης και ο Τάσος κατακρίνουν τους δύο πρώτους για τον ζήλο τους, αφού δεν έχουν καν ακόμα ανακοινωθεί επίσημα τα ονόματα των υποψηφίων και υποστηρίζουν κάποιον άλλον υποψήφιο, τον Σάκη Δροσόπουλο.

Όλοι περιμένουν κάτι από έναν «Μαυρογιαλούρο». Κάποια «θύματα» δουλεύουν για την ανέλιξη ενός πολιτικάντη, αναμένοντας και τη δική τους ανταμοιβή.

Όλοι οι ήρωες του έργου ζουν πίσω από ένα ψέμα. Μηχανορραφούν, μπλοφάρουν και συνωμοσιολογούν λες και παίζουν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι ή χαρτιά σ’ ένα δωμάτιο της Αρκαδίας. Παίζουν στα ζάρια την τύχη μιας χώρας, εξαργυρώνοντας με τον τρόπο τους τον κόπο τους και αποτυπώνοντας πάνω στη σκηνή τα μεταπολιτευτικά μας τραύματα.

Τέσσερις φίλοι, τρεις διαφορετικοί πολιτικάντες.
Ο Αλέκος (Γιάννης Τσουρουνάκης) έχει ταβέρνα και για τις ανάγκες της πολιτικής έχει τραπεζώσει κάθε λογής πολιτευτή, για να τον καλοπιάσει, όπως τον Μητσόπουλο, που με ένα νεύμα βγάζει βουλευτές. Ο Αλέκος λέει για τον εαυτό του και τον φίλο του ότι είναι τσακάλια, ενώ οι αντίπαλοί τους, οι άλλοι δύο φίλοι, είναι πρόβατα. Ο εστιάτορας ξέρει πώς να περιποιηθεί τον ψηφοφόρο του.

Ο Τάσος είναι διακεκριμένος γραμματέας βουλευτή και ελπίζει να προωθηθεί. Ο βουλευτής, του το έχει υποσχεθεί.
Ο καθένας «σπρώχνει» τον δικό του πολιτικό και στο όνομά αυτού διακινδυνεύει ακόμα και τη φιλία. Είναι η περίφημη πολιτική του «ρουσφετιού», που έφτασε τη χώρα μας στο σημερινό της χάλι.

Ο Γιώργος Ζιόβας ενσαρκώνει αριστουργηματικά τον Κώστα, τον γηραιότερο της ομήγυρης και ιδιοκτήτη του σπιτιού. Είναι υποστηρικτής του στρατηγού, έχει συντηρητικές απόψεις και ένα πλούσιο αρχείο εφημερίδων και φωτογραφιών που αποτελούν πειστήρια του πρότερου βίου του κάθε πολιτευόμενου.

Αυτό ακριβώς υποδηλώνει και η σκηνογραφία με σκηνικά καλυμμένα με φύλα εφημερίδας. Όλα είναι καταγεγραμμένα, αρκεί κάποιος να τα αναζητήσει.

Ο στρατηγός είναι παλιάς κοπής πολιτικός, θαλερός παρά τα ογδόντα δύο του χρόνια. Ο Κώστας δεν θέλει να γίνεται γνωστό ότι έχει θέματα υγείας ο στρατηγός, παρόλα όσα ακούγονται και αναρωτιέται για τον πολιτικό του αντίπαλο λέγοντας:
«Τι ήταν αυτός ο Σάκης ε; Βουλευτής της Αρκαδίας. Εσείς οι κομματάρχες είστε το θεμέλιο του κοινοβουλευτισμού, εμείς χτίζουμε από εκεί και πάνω».

Φίλος του Κώστα ο ανώριμος και κινητικά πολιτικά ασταθής Βασίλης (Φίλιππος Σοφιανός), που εγκαταλείπει την υποψηφιότητα Καραμήτσου και στηρίζει την υποψηφιότητα ενός νεαρού αστού με το όνομα Σάκης Δροσόπουλος.

Ο Κώστας υπερασπίζεται τον στρατηγό και χωρίς ποτέ να διστάσει, τον αποκαλεί χιονισμένο Όλυμπο και «πάλλευκο στην τιμιότητα». Διοχετεύει σε αυτόν όλη του τη φροντίδα και την προσοχή έχοντας ξοδέψει στο παρελθόν μεγάλο μέρος του χρόνου του μαζί του σε προσωπικές ή άλλες συζητήσεις.

Ωστόσο υπάρχει στο έργο και ένα γυναικείο πρόσωπο, που αναφέρεται μόνο αλλά δεν εμφανίζεται ποτέ επί σκηνής. Όμως με έναν τρόπο κινεί τα νήματα της ιστορίας. Είναι η Νόρα Δροσοπούλου, η πρώην γυναίκα του στρατηγού, θεία του Σάκη Δροσόπουλου, και χήρα βουλευτή, που δεν κατονομάζεται.

Όσο ο στρατηγός ήταν παντρεμένος με τη Νόρα Δροσοπούλου, του άρεσε να διηγείται για τα κάλλη της στον Κώστα.
Άνθρωπος είναι και αυτός και σιγά σιγά μπαίνει στον πειρασμό και την ερωτεύεται μέσα από τις περιγραφές του στρατηγού και φτάνει να την ποθεί.
Υποκύπτει και αποφασίζει να της στείλει μια επιστολή που να της φανερώνει τον έρωτά του. Ο στρατηγός ανακαλύπτει την ύπαρξη ενός …εραστή και ο Κώστας διασώζεται. Αδικαίωτος εραστής, με ανικανοποίητες προθέσεις, πίσω από κάποιες δάφνες και πικροδάφνες στον κήπο του στρατηγού.

Η συγκάλυψη είναι μια γνώριμη τακτική στην πολιτική και στο έργο εισάγεται έντεχνα με την αναφορά στη Νόρα Δροσοπούλου, πρόσωπο που λειτουργεί μόνο σαν καταλύτης υποδηλώνοντας την κατάντια της πολιτικής ζωής και την πρόθεση να τα κρύβουμε όλα κάτω από το χαλί.

Ο Κώστας ούτε που θέλει να ακούει για τη Νόρα και τους απειλεί όλους ότι θα τους εκθέσει με ενοχοποιητικές φωτογραφίες, για να προκριθεί ο στρατηγός. Μαζεύει τις φωτογραφίες του και είναι έτοιμος να πάει στην Αθήνα για να τις δώσει στις εφημερίδες.

Ο Τάσος (Θανάσης Βλαβιανός), ο φίλος του Κώστα, φοβάται μήπως εκείνος μέσα από τις φωτογραφίες, που διαθέτει εμπλέξει τον Καραμήτσο με τους χουντικούς με τους οποίους έψηνε μια εποχή πασχαλινά αρνιά.
Αυτό θα του στερήσει σίγουρα την εξουσία και πρέπει να μην αποκαλυφθεί. Ο Τάσος ξέρει ότι με την εκλογή του Καραμήτσου θα μετατεθεί στην Αθήνα και θα ζήσει «ζωάρα» και δεν θέλει να το χάσει αυτό.

Απειλούμενοι από την απόφαση του Κώστα να τους ξεμπροστιάσει όλους αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα τραστ.

Πλησιάζοντας προς το τέλος του έργου, ο Κώστας βρίσκεται σε αδιέξοδο. Γίνεται σκακιστική κίνηση καθώς ο Βασίλης έχει ενημερώσει τη Νόρα πως ο Κώστας έχει τον τρόπο να προστατεύσει τη θέση του Στρατηγού δημοσιοποιώντας τις φωτογραφίες και εκείνη αντεπιτίθεται δηλώνοντας ότι φεύγει με το αυτοκίνητό της για την Αθήνα για να δείξει στον στρατηγό το ερωτικό γράμμα του Κώστα προς εκείνη.

Έτσι θα ταυτοποιήσει ο στρατηγός τον Κώστα με τον κρυμμένο στις πικροδάφνες εραστή και θα τον σκοτώσει.

Ο Κώστας θέλει να βάλει τέλος στη ζωή του για τον λόγο αυτόν. Είναι πια βέβαιο ότι μετά από αυτό θα κλονιστεί η εμπιστοσύνη του στρατηγού προς τον Κώστα, και κάθε προσπάθεια του Κώστα να βάλει τον στρατηγό στον συνδυασμό των υποψηφίων θα είναι μάταιη.
Η σκακιέρα των πολιτικών και προσωπικών αντιπαλοτήτων φαίνεται προς στιγμή να μη δίνει περιθώριο κίνησης για τον Κώστα, ο οποίος ετοιμάζεται να πάει στον στρατηγό και να ομολογήσει ό,τι είχε συμβεί τότε ανάμεσα σε κείνον και τη Νόρα.

Μετά από μια τέτοια ομολογία, ο στρατηγός δεν μπορεί παρά να σκοτώσει τον Κώστα, παρόλα αυτά ο Κώστας είναι έτοιμος να θυσιαστεί.
Στην εμμονή του Κώστα να τα φανερώσει όλα λέγοντας «ή ταν ή επί τας!», ο Βασίλης (Φίλιππος Σοφιανός) είχε φροντίσει να απομακρύνει όλα τα ταξί για να μην μπορεί να φύγει και να τον αναχαιτίσει.

Τη λύση θα δώσει ο Τάσος, υποσχόμενος πως υπάρχει κι άλλος τρόπος για να μπει ο στρατηγός στον εκλογικό συνδυασμό, ώστε ο Κώστας να μη χρειαστεί να ομολογήσει στον στρατηγό το περιστατικό με τις πικροδάφνες.

Ο Καραμήτσος, πολιτικός παράγοντας και εργοδότης του Τάσου, κρατάει στο χέρι ένα «σημαίνον πρόσωπο», έναν άντρα που μπορεί να βάλει τον στρατηγό στον συνδυασμό, και που δεν μπορεί παρά να κάνει την εξυπηρέτηση αυτή στον Καραμήτσο λόγω χαρτοπαικτικών χρεών.

Όλοι οι ηθοποιοί, Θανάσης Βλαβιανός, Γιώργος Ζιόβας, Φίλιππος Σοφιανός, Γιάννης Τσουρουνάκης, παίζουν φυσικά αποδεικνύοντας ότι τα πολιτικά παιχνίδια και οι μικροφιλοδοξίες των μωροφιλόδοξων πολιτικάντηδων έχουν οδηγήσει τη χώρα σε αυτό το τρομερό αδιέξοδο.

Ο ρυθμός της παράστασης είναι γρήγορος, έχει ένταση. Ο Μάνος Καρατζογιάννης έχει πιάσει τα κλειδιά του έργου και έχει ξεκλειδώσει σκηνικά το κείμενο.

Τρομερή η σκηνή όπου ο Τάσος (Θανάσης Βλαβιανός) περιγράφει την τακτική του, σαν να βρίσκεται με πυρετό σε χαρτοπαιχτικό τραπέζι και να μοιράζει τα χαρτιά.

Μέσα σε αυτό το κλίμα λύνει το πρόβλημα του Κώστα, ενώ παράλληλα οι τέσσερις χαρακτήρες συμφωνούν να δράσουν στο εξής από κοινού για να εδραιώσουν την επιρροή τους στον πολιτικό τους περίγυρο με βάση το αρχείο φωτογραφιών του Κώστα.

«Κρατάω στα χέρια μου όλη την Τρίπολη. Ιδιωτικές παρελάσεις, δεξιώσεις, επίσημα γεύματα, τριακόσιοι φάκελοι αντεθνικής συμπεριφοράς», λέει περήφανος ο Κώστας και είναι όλοι πεπεισμένοι πως με τη βοήθεια του αρχείου θα καταφέρουν να κυριαρχήσουν.

Όχι βέβαια να προαχθούν σε πρωταγωνιστές του πολιτικού παιχνιδιού, αλλά να παραμείνουν στο παρασκήνιο δρέποντας τα καλά και συμφέροντα για αυτούς και τις οικογένειές τους.

Δεν ζητούν μεγαλεία. Λίγες δάφνες είναι γι’ αυτούς αρκετές. Λίγες δάφνες να κρυφτούν από πίσω.

Η συνεργασία τους – ή «τραστ» όπως το αποκαλούν – επικυρώνεται με τον κωμικοτραγικό όρκο στην ελληνική σημαία και στο πιστόλι του Κώστα, όπου απρόθυμα, όμως κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, συμφωνούν πως δεν θα μιλήσουν ποτέ σε κανέναν σχετικά με το γράμμα του Κώστα προς τη Νόρα ή για την υπόθεση με τις πικροδάφνες.

Συγχαίρουν τον Κώστα που κράταγε τόσο καιρό κρυφό το μυστικό του και «έτρωγε το αμύγδαλο το λευκό και έλεγε η πατρίς και μόνο η πατρίς!».

Τα σκηνικά της Ναταλίας Αστυπαλίτη, κάποιες πολυθρόνες και ένα τραπέζι τραπεζαρίας για το σπίτι του Κώστα, και τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα συνάδουν ακριβώς με τη σκηνοθετική ματιά του Μάνου Καρατζογιάννη.

***

«Δάφνες και Πικροδάφνες» των Δημήτρη Κεχαΐδη – Ελένης Χαβιαρά σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -