Cat Is Art

Χρήστος Κοντογεώργης: “Χωρίς τους δασκάλους μας είμαστε ένα τίποτα”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Τον Χρήστο Κοντογεώργη τον γνώρισα πριν από έξι χρόνια στην παράσταση “Αγαπητή Ελένα” της Λουντμίλα Ραζουμόβσκα, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, μια από τις εμβληματικές επιτυχίες του Θεάτρου Επί Κολωνώ, να αποδεικνύει το ερμηνευτικό του ένστικτο ακόμα και αγγίζοντας την υπερβολή, αλλάζοντας έντεχνα προσωπεία.

Ζωηρά μάτια, έντονη προσωπικότητα και ιδιοσυγκρασία, άνθρωπος με φλέγμα και στοχαστική παρατηρητικότητα, ηθοποιός που προτείνει τον δικό του κόσμο, τη δική του ενόραση, με τρόπο αβίαστο, με μελέτη, με αφοσίωση, με αμεσότητα. Ένα φωτεινό ταλέντο και χωρίς αμφιβολία ένας νέος άνθρωπος με καλλιέργεια και πάθος, με ιδιαίτερη αισθητική παιδεία και πηγαία νεανικότητα, που η υποκριτική του διαθεσιμότητα τον κατατάσσει στους ηθοποιούς που θα γράψουν ιστορία.

Η καραντίνα τον πέτυχε να εντυπωσιάζει στον απαιτητικό ρόλο του Αστυνομικού στον “Άγριο Σπόρο” του Γιάννη Τσίρου, μια παράσταση που αγαπήθηκε πολύ, σε συνεργασία για δεύτερη φορά στη σταδιοδρομία του με το θέατρο Επί Κολωνώ και την Ελένη Σκότη.

“Η τέχνη και ο πολιτισμός δεν είναι ο φτωχός συγγενής του κράτους. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε όλοι. Είναι ακρογωνιαίος λίθος”, τονίζει.

Ο Χρήστος είναι μια βαθιά δεξαμενή αναφορών. Μιλά στο catisart.gr για τις σχολικές του μνήμες, αναφέροντας τα ονόματα δασκάλων και καθηγητών από το Δημοτικό μέχρι και το Λύκειο, νιώθοντας τυχερός και ευγνώμων για όσα του έμαθαν. “Δύσκολα συναντάς τέτοιους ανθρώπους στα σχολεία”, μου υπογραμμίζει. Και προσθέτει με σεβασμό προς την παλαιότερη γενιά: “Χωρίς τους δασκάλους μας είμαστε ένα τίποτα”.

Συζητάμε για πράγματα με τα οποία έχει εξοικείωση, όπως το θέατρο, ο κινηματογράφος, η μουσική, οι συνάδελφοί του και καταθέτει σκέψεις που τον απασχολούν βαθιά. Σκέψεις για την πανδημία και την καραντίνα, το σύστημα υγείας, την αλληλεγγύη, τη φύση. Ο Έλληνας πρέπει “να μάθει να σέβεται τη φύση και όχι να την καταχράται και να τη βιάζει. Να μάθουμε τι είναι ορθό για το κοινό καλό”, επισημαίνει.

Ο Χρήστος είναι ένας καλλιτέχνης που μέσα του πάλλεται ένας τρόπος ζωής που δεν υπολογίζει στο χρήμα και στη χρησιμοθηρία αλλά στη λοξή ματιά, στην αγάπη για το θέατρο, στην περιπλάνηση, στην ευφρόσυνη αφροσύνη της δημιουργίας, αυτή που βρίσκεται κοντά στο γλέντι και στο έπος του θεάτρου. “Μακριά από γραφικότητες και ναζάκια”.

“Οφείλουμε να διεκδικήσουμε τη ζωή που επιθυμούμε. Όχι να πάρουμε 800€ να τα φάμε στον καναπέ μας”, λέει. “Χρειαζόμαστε πολιτική και κοινωνική συνείδηση. Η καραντίνα δεν είναι εμπόδιο, είναι εφόδιο. Για σκέψη, ανασύνταξη και ριζική προσωπική αυτοκριτική και κριτική του όλου. Πρέπει να αλλάξουμε”, υποστηρίζει με θέρμη.

***

*Μεγάλωσα σε μια λαϊκή γειτονιά στη Νεάπολη της Νίκαιας. Λίγος θόρυβος, στενές γειτονιές. Μια κιτς εκδοχή ιταλικής κωμόπολης στη Σικελία. Μεγάλωσα βλέποντας τις αλάνες που παίζαμε να μας τις παίρνουν και να τις κάνουν πολυκατοικίες για νεόπλουτους. Να γκρεμίζονται τα αρχοντικά και οι μονοκατοικίες για να γίνουν θηρία εξημερωμένα που προσφέρουν άνεση. Για αυτή την άνεση ανταλλάχτηκε το “καλημέρα”, αποξενωθήκαμε, χάθηκαν οι αυλές, το κουτσομπολιό, τα γιασεμιά, οι ροδιές και τα νυχτολούλουδα, τα παιδιά στα πεζοδρόμια μπήκαν σπίτι. Μου μένουν στη θύμηση τα απογεύματα στο δρόμο, η μπάλα στο σχολείο, τα μπασκετάκια στην εφηβεία και το γκράφιτι (που ήμουν κακός), τα περπατήματα μέχρι τον Κορυδαλλό και τον Πειραιά. Τις μουσικές του πατέρα μου τα Σαββατοκύριακα και τους χορούς στο σαλόνι. Τη γέννηση της αδερφής μου. Τις θεατρικές ομάδες των σχολείων και τις άπειρες ώρες με τους φίλους μου, που τίποτα δεν είχε τόση σημασία όσο το μοίρασμα της στιγμής εκείνης.

Πώς μπήκαν η υποκριτική και το θέατρο στη ζωή σου;

*Όποτε με ρωτάνε απαντώ το ίδιο. Ήταν μια φυσική εξέλιξη. Δεν μπορούσα ούτε μπορώ να με φανταστώ να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου. Οποιαδήποτε άλλη δουλειά θα μου έφερνε δυστυχία. Και τα τρία σχολεία μου λοιπόν είχαν ή κατά σύμπτωση δημιούργησαν θεατρικές ομάδες όταν πήγα. Από το δημοτικό μέχρι το λύκειο. Έτσι μετά το σχολείο έδωσα πανελλήνιες ξανά, τη μεθεπόμενη μπήκα σε ιδιωτική σχολή υποκριτικής, και στη συνέχεια ζήτησα από τον Κώστα τον Γάκη -δάσκαλο της σχολής τότε- να κάνουμε κανά μάθημα για υπουργείο. Εκείνος μου είπε αρχικά ναι. Μετά με πήρε και μου είπε ότι βαριέται να ετοιμαστούμε για το υπουργείο κι αν θέλω μαθήματα θα κάνουμε για να δώσουμε στο Εθνικό. Κώλωσα, δεν πίστευα τόσο στον εαυτό μου, αλλά ο Κώστας πίστευε. Κάναμε μαθήματα στη Θεμιστοκλέους στα Εξάρχεια έξω από το θέατρο Καστανιώτη, στο σπίτι του, στο υπόγειο του Νέου Κόσμου κ.τλ. και περάσαμε. Αυτές οι μέρες ήταν τόσο έντονες συναισθηματικά, τόσο συγκινητικές, τέτοια η χαρά. Τι να πω; Θα ευγνωμονώ τον Κώστα πάντα για αυτό το δόσιμο. Γιατί αυτό είναι το θέατρο: υπέρμετρη ψυχική αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων. Κοινού – ηθοποιών – δασκάλων – τεχνικών. Είναι μια εν γένει ομαδική δουλειά. Όχι μια κολεκτίβα. Αμέριστο δόσιμο, ως τον πάτο. Ανιδιοτέλεια και ταπεινότητα.

Ποιοι υπήρξαν οι αγαπημένοι σου δάσκαλοι;

*Αγαπημένους είχα πολλούς. Κομβικοί όμως ήταν η δασκάλα του 25ου Δημοτικού, η Βάσω Χαμαλέλη-Μπούκλα, μάθαμε από εκείνη τον Λοΐζο, την Άλκη Ζέη, τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, τον Λουντέμη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο και άλλους τόσους. Στο 9ο Γυμνάσιο η Ρόζα Τσαγκαρουσιάνου και ο Στέλιος Βλυσίδης. Μάθαμε από εκείνους το ρεμπέτικο, τον Καμπανέλλη, τον Θεοδωράκη και άλλους τόσους και στο 5ο Λύκειο η Μαίρη Αδαμοπούλου μας έμαθε τον Χατζιδάκι, τον Χειμωνά, την Αναγνωστάκη, το Αμόρε, τον Βογιατζή, τον Λιβαθινό, τον Μαστοράκη, τον Μαρμαρινό κ.τλ. Δύσκολα συναντάς τέτοιους ανθρώπους στα σχολεία.

Η οικογένειά σου ενθαρρύνει τη σταδιοδρομία σου στο θέατρο; Ανησύχησαν ποτέ οι δικοί σου γι’ αυτή την επιλογή σου;

*Οι γονείς μου είναι ρομαντικοί έφηβοι-γονείς. Πλούσιοι σε αισθήματα, αισθητική και δοτικότητα. Με στηρίζουν, με αγαπούν και με κρίνουν αυστηρά. Δεν έχω να τους χρεώσω κάτι. Οι γονείς είναι καταδικασμένοι να αγωνιούν, να αγχώνονται, να ανησυχούν και να αποτυχαίνουν. Οι δικοί μου είναι εκεί από την πρώτη μέρα και κάθε πρώτη μέρα και κάθε πρεμιέρα. Η στήριξή τους και η παρουσία τους είναι ό,τι πιο συγκινητικό και σημαντικό.

Πώς αισθάνεσαι που παίζεις σε μία από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις των τελευταίων χρόνων, τον “Άγριο Σπόρο” του Γιάννη Τσίρου, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, με την ομάδα “Νάμα” στο θέατρο Επί Κολωνώ;

*Είναι σημαντικό ότι γύρισα σε αυτό το θέατρο και με αυτή την παράσταση. Σημαντική στιγμή. Είμαι με δύο ηθοποιούς – διαμάντια. Τον Στάθη τον Σταμουλακάτο και τη Χριστίνα τη Μαριάνου. Σπουδαίοι ηθοποιοί κι άνθρωποι. Και ο τεχνικός μας ο Πάνος ο Κουκουρουβλής. Αλλού. Επαγγελματίας, φοβερός στη δουλειά του και σπάνιος άνθρωπος. Χωρίς αυτούς τους ανθρώπους δεν παίζονται οι παραστάσεις. Είναι συμπαίκτες κανονικοί.

Για άλλη μια φορά σκηνοθετείσαι από την Ελένη Σκότη. Μίλησέ μας γι’ αυτή τη συνεργασία – εμπειρία;

*Η Ελένη είναι σπουδαία δασκάλα. Την είχα στο Εθνικό στο πρώτο έτος. Με την Ελένη ξεκούραστη και διαυγή μπορείς να φτιάξεις έναν χαρακτήρα από αυτούς που ζηλεύεις στις ταινίες. Είναι δώρο ότι τη συναντώ με τον Γιώργο Χατζηνικολάου (ο οποίος συνδέει το παζλ καλλιτεχνικά) για δεύτερη φορά στη ζωή μου.

Τι έχεις να πεις ειδικότερα για τους συναδέλφους – συμπαίκτες σου επί σκηνής, δηλαδή τον Στάθη Σταμουλακάτο που υποδύεται τον Σταύρο και τη Χριστίνα Μαριάνου που παίζει τη Χαρούλα;

*Ο Στάθης είναι ένα τανκ υποκριτικής ευαισθησίας και ενέργειας. Οι ατάκες πέφτουν σαν μπουκέτα πάνω σου. Εκπληκτικός. Η Χριστίνα είναι υπέροχη. Δοτική, ανοιχτή, ζεστή, ακριβής και τρομερά ευαίσθητη. Κυριολεκτεί υπέροχα. Σε λυγίζουν. Δεν ξέρω τι να πω. Έχουμε τρομακτικό δέσιμο. Όντως όχι παπατζιλίκια.

 

O Χρήστος Κοντογεώργης φωτογραφημένος από τον Πάνο Κουκουρουβλή

 

Πόσο σημαντικά είναι τα ελληνικά έργα για το ελληνικό θέατρο;

*Τρομερά σημαντικά. Τα ξένα έργα περνάνε και από δεύτερο συγγραφέα στην ουσία. Τον μεταφραστή. Άλλος ο Σαίξπηρ του Χειμωνά, άλλος του Ρώτα, άλλος του Καψάλη, άλλος του Χατζόπουλου. Αλλιώς αντιλαμβανόμαστε ως κοινό τον Κατσικονούρη, τον Σκούρτη και τον Διαλεγμένο κι αλλιώς τον Ρέηβενχιλ και τον Βέντεκιντ. Όπως με τη μουσική. Όταν μπαίνει οι ελληνικός στίχος του Θανάση, του Σωκράτη, του Αγγελάκα, του Παυλίδη είναι αλλιώς ακόμα κι από τον Morisson. Όχι καλύτερα. Αλλιώς. Άλλη κατανόηση, άλλο ερέθισμα, άλλο κέντρο χτυπιέται. Ίδιες εικόνες ο συγγραφέας, ίδια κοινωνία καθρεφτίζει, μας γνωρίζει, μας συστήνει, μας ζωγραφίζει γιατί μυρίζει, ακούει, βλέπει εδώ. Κλείνει στις λέξεις του το αχανές κι αναπόφευκτα μας αφορά περισσότερο.

Πώς θα σχολίαζες τη φράση “τόπο στους νέους”;

*Αστεία. Ευκαιρίες στους νέους σίγουρα. Βλέπουμε τους ίδιους να προωθούνται και να έχουν τα πόστα. Αλλά ποιοι από αυτούς δεν είναι ικανοί; Οι λιγότεροι θα σας πω. Ας κάνει ο καθένας ό,τι μπορεί και ούτως ή άλλως θα κριθεί στην αυλαία. Είναι δίκαια η σκηνή. Χωρίς τους δασκάλους μας είμαστε ένα τίποτα.

Το θέατρο μπορεί να γίνει και «όχημα» διαμαρτυρίας για μια κοινωνία;

*Η λέξη διαμαρτυρία μου φαίνεται φτηνή σε σχέση με τη δυναμική και την ικανότητα που έχει το θέατρο. Να τσακίσει κόκαλα έχει τη δυνατότητα και να δημιουργήσει κοινωνικές και πολιτικές συνειδήσεις. Μιλάμε για το βαρύ πυροβολικό των ανθρώπων. Το οποίο έχει εκχυδαϊστεί. Ανεβαίνουν ανούσιες σάχλες ή στρατευμένες μπαρούφες χωρίς περιεχόμενο που αποστρέφουν το κοινό. Ανοργασμικές και χωρίς αιτία δημιουργούν κενό στον θεατή και δεν γουστάρει να ξαναπατήσει το πόδι του, ούτε να δώσει 30€ και 40€ για τα πετάξει εν τέλει στα σκουπίδια, ενώ θα μπορούσε να τα πιει ή να τα φάει. Και υπάρχει κι ο άλλος θεατής που θα πάει να δει την τηλεοπτική εκδοχή του θεάτρου στα σίγουρα ή θα καταλήξει να πάει στο Δελφινάριο γιατί εκεί “θα γελάσει σίγουρα”. Και δεν φταίει μόνο αυτός που θα το κάνει. Φταίνε και οι δημιουργοί που δεν φροντίζουν για την εκπαίδευση των ματιών και του μυαλού ενός νέου κοινού. Γιατί θεατρική παιδεία στα σχολεία δεν υπάρχει. Μόνο κάτι τρελοί που χαλάνε τα Σαββατοκύριακά τους, έχουν θεατρικές ομάδες και πάνε τα παιδιά σε παραστάσεις, μιλάνε για αυτές μετά και όλα τα σχετικά. Οι δημιουργοί, τα θέατρα οφείλουν ξεκάθαρα με τον θεατρικό δρόμο ότι το θέατρο δεν είναι για να γελάμε, να εφησυχαζόμαστε και να ξεχνιόμαστε. Είναι για να χάνουμε τον ύπνο μας, να ερωτευόμαστε τη ζωή με νέους τρόπους που το θέατρο μάς μαθαίνει. Νιώθω ότι το θέατρο λειτουργεί λες κι έχουν λυθεί όλα μας τα προβλήματα κι έχει στομώσει.

Η τέχνη έχει ανάγκη επιχορηγήσεων για να μπορέσει να ευδοκιμήσει;

*Η τέχνη και ο πολιτισμός δεν είναι ο φτωχός συγγενής του κράτους. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε όλοι. Είναι ακρογωνιαίος λίθος. Δεν χρειάζεται τονωτικές ενέσεις για να ανεβαίνουν και κάποιες παραστάσεις με ανθρώπινες συνθήκες εργασίας. Χρειάζεται όλες να είναι ανθρώπινες. Πρέπει και ο ηθοποιός να σεβαστεί τον εαυτό του και τους συναδέλφους του (π.χ. Έχω αρνηθεί δουλειά με 250€ το μήνα χωρίς πρόβες και δέχτηκαν 8 ηθοποιοί μετά από μένα, μιλάμε για απαξίωση του επαγγέλματος). Όποιος μεταχειρίζεται τους καλλιτέχνες ως χομπίστες και επαγγελματίες τεμπέληδες πρέπει να αλλάξει δουλειά. Να δούμε πόσοι παραγωγοί με εργασιακή συνείδηση μένουν, να δούμε και πόσοι ηθοποιοί μένουμε και να αλλάξουμε δουλειά όσοι δεν έχουμε δουλειά. Ή όλοι μαζί να αλλάξουμε τη συνθήκη επιτέλους. Το να δουλεύεις 6 ώρες πρόβα -χτύπημα σαν το χταπόδι – μετά μελέτη στο σπίτι με μηδέν λεφτά για πρόβες και δυο-τρεις άσχετες δουλειές, ε, αυτό το πράγμα δεν είναι βιώσιμο. Και όλο αυτό καθρεφτίζεται και στο αποτέλεσμα πολλών παραστάσεων.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;

*Προς το παρόν, όντας σε ανελέητη καραντίνα, προσπαθώ να μαζέψω και να συγκροτήσω τις σκέψεις μου, το αισθαντικό μου. Νιώθω εκτεθειμένος και ευάλωτος όπως πολλοί. Βλέπω πως σε μια τέτοια sci-fi κρίση το κράτος δεν είναι επαρκές κι αυτό με τρομάζει. Νιώθω δηλαδή ότι αντιμετωπίζουμε έναν ιό με απλό κρυφτούλι και πετάνε την ευθύνη στους πολίτες. Κρυφτείτε να σωθείτε! Τρομακτικό. Βλέπω την αισχροκέρδεια, τα κομμένα βίντεο, τη λογοκρισία, τη μικροπολιτική που γίνεται και μου σηκώνεται η τρίχα. Αν κάποιοι σώσουν την παρτίδα από όλο αυτό είναι οι γιατροί που παλεύουν μόνοι χωρίς προστασία και οι ευσυνείδητοι και αλληλέγγυοι πολίτες. Τέλος. Ας μη μας κοροϊδεύουν. Και για το αύριο είμαι πολύ αισιόδοξος. Χρειάζεται μαζικά να διεκδικήσουμε το σύστημα υγείας που χρειαζόμαστε και μαζί τον πολιτισμό, την παιδεία και τη φύση που έχουμε ανάγκη. Μακριά από γραφικότητες και ναζάκια. Οφείλουμε να διεκδικήσουμε τη ζωή που επιθυμούμε. Όχι να πάρουμε 800€ να τα φάμε στον καναπέ μας και ποιος χέστηκε. Χρειαζόμαστε πολιτική και κοινωνική συνείδηση. Η καραντίνα δεν είναι εμπόδιο, είναι εφόδιο. Για σκέψη, ανασύνταξη και ριζική προσωπική αυτοκριτική και κριτική του όλου. Πρέπει να αλλάξουμε.

Εκτός από το θέατρο, τι άλλο αγαπάς με πάθος;

*Τους ανθρώπους μου, τη μουσική, την ποίηση οπουδήποτε, τα ζώα, τη φύση, τα παιδιά μου στη θεατρική του σχολείου.

Τι σε φοβίζει και τι σε θυμώνει;

*Με φοβίζει η απανθρωπιά και η απαιδευσιά. Με θυμώνει η μετριοπάθεια, ο φασισμός και η εκμετάλλευση.

Ποιο στίχο αγαπάς και σκέπτεσαι συχνά;

*Λέει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου κάτι που δεν μου ξεκολλάει αυτές τις μέρες: “Να βρω κι εσάς αδέρφια μου, που ‘χετε ξεθυμάνει, το φόβο και την ομορφιά να βάλουμε μαζί. Να πλύνουμε με το κρασί τα νυσταγμένα μάτια κι ύστερα να σαλπάρουμε στη θάλασσα πεζοί. Και τα παρτάλια οι σκέψεις μας, πειρατική σημαία. Όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία».

Ποιες ταινίες είδες φέτος και θα ήθελες να προτείνεις;

*Μόλις βγούμε να πάνε όλοι να δούνε την «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» του Οικονομίδη. Κάτι μεταξύ Guy Richie και Tarantino. Έπος!

 

Φωτογραφία: Πάνος Κουκουρουβλής

 

Με τη νέα συνθήκη που βιώνουμε, τι συμβουλή θα έδινες για να είναι πιο εποικοδομητικός ο χρόνος μας στην καραντίνα;

*Ο χρόνος έχει σταματήσει για όλους. Στην ουσία, βλέπουμε και μαθαίνουμε πόσο διαρκεί η μέρα κανονικά. Θα έλεγα μουσική και δουλειά με τον εαυτό μας, ό,τι και να σημαίνει αυτό. Βιβλία; Ταινίες; Μουσικές; Οτιδήποτε μας ξεκολλήσει από την προηγούμενη κατάσταση. Πρέπει ακόμα κι έτσι να προχωρήσουμε μπροστά τους εαυτούς μας. Να είμαστε μέσα και να σκαλίζουμε, όχι να σκαλώνουμε.

Πώς θα χαρακτήριζες τις στιγμές που ζούμε;

*Είναι ένα δυσνόητο σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Είναι τρελό. Πιστεύω από όσα έχω διαβάσει ότι αυτόν τον ιό και κάθε ιό που εμφανίζεται τον προκαλεί ο άνθρωπος με τον τρόπο που φέρεται στα ζώα και τη φύση. Είχε ένα ωραίο άρθρο η Lifo του Νίκου Ράπτη “Είναι η καταστροφή του περιβάλλοντος συνυπαίτια για τον κορωνοϊό;”. Για να μην παρεξηγηθώ δεν εννοώ ότι γνωρίζω την αιτία. Είμαστε αυτό που λέει ο τίτλος όμως, συνυπαίτιοι.

O Έλληνας ποιο στοίχημα πρέπει να κερδίσει αυτές τις στιγμές;

*Να νικήσει τον εγωισμό του και τη γυφτιά του. Να μάθει να γίνεται αλληλέγγυος προς τους διπλανούς του. Όπως κάποιοι παππούδες μας. Να μάθει να σέβεται τη φύση και όχι να την καταχράται και να τη βιάζει. Να μάθουμε τι είναι ορθό για το κοινό καλό.

Μακροπρόθεσμα μπορούμε να βγούμε κερδισμένοι από αυτή την κρίσιμη κατάσταση;

*Σίγουρα κάπως θα τελειώσει. Κάπως θα βγούμε. Πληγωμένοι και κουρασμένοι. Αλλά πρέπει να είμαστε εκεί την επόμενη μέρα. Όλοι για όλους και για τα πάντα.

Τι εύχεσαι;

*Υπομονή.

-Αρχική φωτογραφία: Πάνος Κουκουρουβλής

  • Διαβάστε επίσης:

Χρήστος Κοντογεώργης: Ο γάτος μου είναι το σπίτι μου

Εκτύπωση
Ειρήνη ΑϊβαλιώτουΧρήστος Κοντογεώργης: “Χωρίς τους δασκάλους μας είμαστε ένα τίποτα”

Related Posts