Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου
Όσοι γνώρισαν την Κίττυ Αρσένη μιλούν για το διαπεραστικά έντονο βλέμμα της, για τον δυναμισμό και την αποφασιστικότητά της. Για τη γοητεία της επάνω στη σκηνή αλλά και για τη συνέπεια αυτών που έλεγε με αυτά που έπραττε. Θυμούνται πως αρκετές φορές βρέθηκε αντιμέτωπη με τον αδερφό της, τον Γεράσιμο Αρσένη, εκείνη από τη θέση της Γενικής Γραμματέα του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών –είχε πρωτοστατήσει στην επανασύσταση του σωματείου μετά τη μεταπολίτευση- και εκείνος από αυτήν του Υπουργού τότε Οικονομικών. Και αργότερα όμως τη δεκαετία του ’90 προέτρεπε τους φοιτητές του Παντείου να συγκρουστούν και να διεκδικήσουν τα αιτήματά τους πάλι από τον αδερφό της, Υπουργό Παιδείας τότε.
H Κίττυ Αρσένη δεν ήταν μόνο μια μεγάλη ηθοποιός, ήταν ένα σύμβολο αγώνα για τη γενιά μου.
Η μαρτυρία
«Έμαθα περίεργα πράγματα απόψε. Πώς μπορεί να σε χτυπάνε και να μην πονάς! Ο Λάμπρου διέταξε να μου σπάσουν το χέρι. Ο Μπάμπαλης τον πρόλαβε: “Μην κουράζεστε, κύριε προϊστάμενε! Εγώ!”. Και άρπαξε αυτός το χέρι μου. Εγώ περίμενα το σπάσιμο για να ξεσπάσω. Σκεφτόμουνα, όταν ήμουνα μικρή, είχα πέσει από την αχλαδιά του κήπου μας και είχα σπάσει το χέρι μου, ούτε που το κατάλαβα. “Έτσι θαναι και τώρα”, σκεφτόμουνα, “την ώρα που θα σπάσει ούτε που θα το καταλάβω”. Άρχισα να ξεφωνίζω, μηχανικά σχεδόν, όταν είδα από μακριά το φως ενός σπιτιού. Και αυτό ήτανε λάθος, φαίνεται… Με ξαναβάλανε γρήγορα μέσα στ’ αυτοκίνητο και ανεβήκαμε πιο πάνω. Εκεί τέλεια ερημιά. Πρέπει να προσέχουμε τις ώρες κοινής ησυχίας! Ο Λάμπρου μου λέει “Όλα θα μας τα πεις απόψε εδώ. Βιαζόμαστε. Δε φεύγεις ζωντανή αν δε μας τα πεις όλα απόψε!”. Προσπαθώ να συμμαζέψω το ξεσκισμένο μου φουστάνι και τα αίματα που τρέχουν από τη μύτη μου. “Τότε θα την εκτελέσουμε”, και ο Μπάμπαλης βγάζει το πιστόλι του και το ακουμπάει στον κρόταφό μου. Παίζει το μεγάλο του νούμερο. “Δε με νοιάζει, πώς το λένε, κύριε Μπάμπαλη. Και κάτι πάρα πάνω. Το εύχομαι. Ξέρω πολύ καλά τι με περιμένει, αν δεν εκτελέσεις την απειλή σου. Κάντο, εμπρός λοιπόν”. “Σκοτώστε με!” Δε με νοιάζει”, τους φωνάζω. Αυτό δεν ήτανε σκόπιμο. Αφηνιάσανε. Παρατάνε το πιστόλι και βγάζουνε τα ματσούκια. Τόξερα, δε θα τολμούσαν να με σκοτώσουν πριν βγάλουν από μένα ό,τι θέλανε να βγάλουν. Με ξαπλώσανε στο πίσω κάθισμα του ατοκινήτου και ο σοφέρ βαράει φάλαγγα. Ο Μπάμπαλης στρίβει τα χέρια, ο Μάλλιος τα δάχτυλα, ο Λάμπρου επιστατεί, δίνει εντολές και ξεθυμαίνει πότε πότε χτυπώντας ο ίδιος προσωπικά. Είναι τέλεια ερημιά, είναι τέσσερις που με χτυπάνε και γω έχω την εντύπωση ότι μπορώ να τους αντισταθώ. Αμύνομαι. Ειναι αστείο. “Θα σταματήσουν άμα χαράξει”, σκέφτομια, “ως τότε αντέχω”. Δε μιλάω, δεν απαντάω. Μόνο φωνάζω από καιρό σε καιρό. Ακούω τη φωνή μου και υπάρχω. Με βγάζουν από το αυτοκίνητο, με σπρώχνουνε κάτω στο χώμα, δεν πολυκαταλαβαίνω τι γίνεται. Μόνο όλο μου το κορμί γεμίζει αγκάθια. Και ξαφνικά σταματήσανε. Ο Λάμπρου, ο κ. Προϊστάμενος κουράστηκε. “Δε βγαίνει τίποτα μ’ αυτήν έτσι. Αυτήν στο μηχάνημα της αλήθειας”. “Λες ψέματα, κύριε προϊστάμενε, σας ξέρω καλά”, σκέφτομαι, δεν υπάρχει μηχάνημα. Αν μου βγάλεις τα νύχια και μου κάψεις το κορμί μου με τσιγάρα, δε χρειάζεσαι το μηχάνημα. Θα το κάνεις μόνος σου, γιατί έτσι θα σ’ αρέσει περισσότερο.”. Φτάσαμε στην Μπουμπουλίνας. Ο αξιωματικός υπηρεσίας που με παραδώσανε, μου έκανε “στριπτήζ”. Κοίταξε μήπως έχω τσιμπιδάκια στα μαλλιά μου. Μου κράτησε ό, τι θα μπορούσα να κλείσω μέσα στη φούχτα μου για να μη νιώθω μόνη. Μου κράτησε και την κουβέρτα. Με περάσανε από ένα μεγάλο κρατητήριο – άντρες, γυναίκες, όλοι ξαπλωμένοι, κοιμόντουσαν. Μου άρεσε η ιδέα, αλλά προχωρήσαμε πιο κάτω και με ρίξανε εδώ μέσα. Το κελί μου έχει Νο 18. Από σήμερα ονομάζομαι 18. (…)».
Αυτό είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Μπουμπουλίνας 18» της Κίττυς Αρσένη. Με την πεποίθηση ότι αξίζει να επεξεργαστεί κανείς την ευρύτερη αντιδικτατορική στράτευση καλλιτεχνών και συγγραφέων στη χώρα μας, η ανιψιά της Αμαλία Αρσένη από κοινού με τη σκηνοθέτιδα Σοφία Καραγιάννη προσεγγίζουν τις τοποθετήσεις, τις ενέργειες και την αγωνιστική δράση της Κίττυς Αρσένη μέσα από το σπουδαίο αυτό βιβλίο.
Ο αντιδικτατορικός αγώνας αποτελεί μια ζωντανή και ενεργή μνήμη. Προπαντός, επειδή πολλοί που τον έζησαν, είτε από μέσα είτε απ’ έξω, είναι ακόμα ζωντανοί και θυμούνται, αφηγούνται και μεταφέρουν τα βιώματά τους στις επόμενες γενιές.
Η επόμενη γενιά
Η Αμαλία Αρσένη ανήκει στην επόμενη ελπιδοφόρα γενιά και είναι από τους πιο απροσποίητα ελκυστικούς και μαγνητικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει ποτέ στο θέατρο. Και από τους πιο ταλαντούχους, φυσικά. Τη γνώρισα στο «Stallerhof» το 2012 στην πρώτη της θεατρική παράσταση, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.
Τώρα, εν έτει 2026, κι αφού μεσολάβησαν πολλές και σπουδαίες παραστάσεις της, την είδα ξανά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, αφού την παρακολούθησα στην παράσταση «Μπουμπουλίνας 18».
Αυτό που κάνει ξεχωριστή την παράσταση αυτή είναι η βαθιά ανθρωπιά που αποπνέει, είναι η ειλικρινής αγάπη και ο σεβασμός για κάθε άνθρωπο. Σημαίνει ότι βάζεις τον εαυτό σου στη θέση του άλλου. Σε μια κοινωνία, αυτό το συναίσθημα δυναμώνει όταν δείχνουμε αλληλεγγύη και στηρίζουμε όσους πάλεψαν για μια ελεύθερη, δημοκρατική χώρα.
Το καλωσόρισμα της μνήμης
Το «Μπουμπουλίνας 18» είναι μια πραγματική ιστορία για το καλωσόρισμα της μνήμης. Μια αλληγορία φαινομενικά για την αντίσταση στην τυραννία και τα καταφύγια της Ιστορίας.
Είναι η αιχμαλωσία της ιστορικής αυθεντικότητας, ακόμα και με αυτοβιογραφικά στοιχεία εμπλεκόμενα.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ ότι κατά τη χρονική περίοδο 1967-1974 η Ελλάδα γνώρισε μία από τις σκληρότερες στρατιωτικές δικτατορίες παγκοσμίως. Η επιβολή της «χούντας» (ισπανικός όρος), όπως έχει επικρατήσει να ονομάζουμε την εκτροπή αυτή του δημοκρατίας, δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός ούτε και ανεξάρτητο της διεθνούς πολιτικής συγκυρίας: ήταν ένα ακόμα στιγμιότυπο του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση.
Με επιστημονική επιμέλεια
Είναι πραγματικά αξιοσημείωτο πώς οι συντελεστές της παράστασης ξεκίνησαν να σκύβουν με περισσή επιστημονική επιμέλεια πάνω στις γραμμές αυτού του αφηγήματος και προσπάθησαν να διαβάσουν κάποιες σημαντικές «λεπτομέρειες» τις οποίες απέκρυπτε το ιριδίζον φως της αληθινής εξομολόγησης.
Η ματιά πάνω στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και στην ελευθερία του ατόμου διαπερνάει σχεδόν ολόκληρο το έργο. Κάτι που ισχύει και για τη χειμαρρώδη ερμηνεία. Ξεκινώντας ο θεατής μπορεί να πιστέψει πως πρόκειται για ένα καλογραμμένο αφήγημα. Όσο, όμως, προχωρά η παράσταση, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί πως η συγγραφέας χρησιμοποιεί το εύρημα της εξομολόγησης μόνο ως πρόσχημα. Αυτό που πραγματικά την ενδιαφέρει είναι να μιλήσει για την ανθρώπινη ταυτότητα, για τις μάσκες που οι άλλοι μάς φορούν και για τη δύσκολη κατάκτηση της προσωπικής ελευθερίας.
Η ελληνική κοινωνία της εποχής
Είναι αξιοθαύμαστο επίσης πόσο γρήγορα και με πόση οικονομία μέσων οι συντελεστές κατορθώνουν να δώσουν ζωή σε αυτούς τους ανθρώπους. Τη γενναία Κίττυ, τον φυλακισμένο Μίκη Θεοδωράκη, τους πολιτικούς κρατούμενους της δικτατορίας. Μέσα από αυτούς δεν φωτίζεται μόνο η πορεία της Κίττυς. Φωτίζεται ολόκληρη η ελληνική κοινωνία της εποχής: οι ταξικές διαφορές, οι οικονομικές φιλοδοξίες, οι ηθικές αντιφάσεις, η μοναξιά της πρωτεύουσας, η δύναμη αλλά και η υποκρισία του μικροαστικού ονείρου. Χωρίς ποτέ να μετατρέπεται σε κοινωνιολογική πραγματεία, η παράσταση αποκτά μια κοινωνική πυκνότητα.
Νεαρή ηθοποιός
Η Κίττυ Αρσένη (1934-2013) δραπέτευσε από την Ελλάδα της Δικτατορίας, νεαρή τότε ηθοποιός, το 1968.
Στις διαδρομές του τρένου Παρίσι – Στρασβούργο πηγαίνοντας να καταθέσει ως μάρτυρας στην Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τα βασανιστήρια που υπέστη στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, έγραψε μια συγκλονιστική μαρτυρία που συνετέλεσε μαζί με πολυάριθμες ακόμα καταθέσεις Ελλήνων μαρτύρων, στη δημόσια καταγγελία της συστηματικής άσκησης βασανιστηρίων την περίοδο της Χούντας.

Προκαλώντας δραματικό αντίκτυπο στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, η διαρροή της Έκθεσης της Επιτροπής στον Τύπο εξώθησε την ελληνική κυβέρνηση να αποχωρήσει από το Συμβούλιο της Ευρώπης και αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα κατά της Δικτατορίας.
Στις πεδιάδες της Αλσατίας
Από τα πιο εμβληματικά και αναγνωρίσιμα κείμενα της Μεταπολίτευσης, η μαρτυρία της Αρσένη εκδόθηκε το 1975 σφραγίζοντας με τον τίτλο «Μπουμπουλίνας 18» μια ολόκληρη εποχή: «Η μαρτυρία τούτη γράφτηκε το 1968 στις διαδρομές του τρένου Παρίσι-Στρασβούργο. (…) Γράφτηκε γιατί το πλαστό μου διαβατήριο, οι πεδιάδες της Αλσατίας δε μ’ έπειθαν ότι είχα φύγει από την Ελλάδα, από τη φυλακή, από την Ασφάλεια», εξηγεί η συγγραφέας.
Έπρεπε λοιπόν να μιλήσει, να καταγράψει με άμεσο τρόπο τα όσα έζησε στα κρατητήρια, στην ταράτσα της Ασφάλειας, στην απομόνωση. H μαρτυρία της δεν εμμένει διόλου στη βία, την ταπείνωση και την εξαθλίωση που υπέστη. Η φόρτιση της αφήγησης και η αποπνικτική ατμόσφαιρα δεν εξαντλούνται στις ωμές περιγραφές, που δεν επιβάλλονται και δεν κυριαρχούν. Ίσως επειδή δεν επικεντρώνεται στα πρόσωπα των βασανιστών, αλλά σ’ εκείνα των φίλων και συναγωνιστών της και στο κοινό τους όραμα.
Η απομόνωση και τα βασανιστήρια την έκαναν να χάσει τον προσανατολισμό της, τόσο που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν βρισκόταν στο κελί ή στο καμαρίνι της.
Αυτή η αίσθηση αποτυπώνεται στη σκηνική σύλληψη: Το κτήριο της οδού Μπουμπουλίνας, φορτισμένο με τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεότερης Ιστορίας, μεταμορφώνεται σε έναν χώρο προετοιμασίας λίγο πριν την αποκάλυψη της εμπειρίας της. Εκεί, μέσα από μια ιδιότυπη μεταμόρφωση, αναβιώνει τους τρεις μήνες του εγκλεισμού της.

Η σκηνοθεσία αξιοποιεί επίσης ως στοιχείο την αιτία σύλληψής της: μια κασέτα με τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη που βρέθηκε στα χέρια της.
Το σφύριγμα του Μίκη
Ο Θεοδωράκης είχε συλληφθεί και βρισκόταν στην Μπουμπουλίνας την ίδια περίοδο, η ίδια δεν μπορεί να τον δει, αλλά ακούει μόνιμα το σφύριγμά του. Η αφήγηση ρυθμίζεται απ’ αυτό το σφύριγμα, ως ηχοτοπίο της βίας αλλά κυρίως της δίψας για ελευθερία στην παράσταση που τιμά έτσι με τον πιο ουσιαστικό τρόπο τον μεγάλο μας συνθέτη ειδικά φέτος, Έτος Μίκη Θεοδωράκη, 100 χρόνια από τη γέννησή του.
Έχει ξεχωριστή αξία ότι το αυτοβιογραφικό αφήγημα σε μορφή μονολόγου ερμηνεύει η ηθοποιός Αμαλία Αρσένη, έχοντας υπάρξει ως ανιψιά της συγγραφέως αποδέκτρια της ζωντανής αυτής μαρτυρίας.

Οι συντελεστές
Η δουλειά της σκηνοθέτιδας Σοφίας Καραγιάννη, ο ήχος, η μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, τα σκηνικά – κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα είναι απολύτως καταπληκτικά.
Η δραματουργία των Σοφίας Καραγιάννη, Αμαλίας Αρσένη προτείνει μια ανάγλυφη αναψηλάφηση όλων των στοιχείων της κατάθεσης, από τη μελέτη των λέξεων μέχρι την επεξεργασία της επιτελεστικής απόδοσης.
Με τη σειρά τους η κινησιολογική επιμέλεια της Μαργαρίτας Τρίκκα, οι φωτισμοί της Βασιλικής Γώγου και ιδιαίτερα η ερμηνεία της Αμαλίας Αρσένη ανέδειξαν τις δραματικές ποιότητες του έργου, προσφέροντας μια εξαιρετικά ερμηνευμένη θεατρική δουλειά με στιβαρότητα, εσωτερικότητα και ουσία.
Η ερμηνεία
Εντύπωση μάλιστα προκαλεί η ήσυχη ένταση της Αμαλίας Αρσένη, το συναισθηματικό βάρος που κουβαλούσε στις πιο δυνατές σκηνές, ο τρόπος που χάθηκε εντελώς στον ρόλο.
Αυτό που κρατώ από αυτή την παράσταση είναι πως η Κίττυ Αρσένη δεν ένιωσε ποτέ την παραμικρή ανάγκη να γίνει σύμβολο. Απλώς ήταν και παραμένει!
Ταυτότητα παράστασης
«Μπουμπουλίνας 18»
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Δραματουργία: Σοφία Καραγιάννη, Αμαλία Αρσένη
Μουσική σύνθεση: Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Φωτισμοί: Βασιλική Γώγου
Βοηθοί σκηνοθέτιδας: Iοκάστη Σαράντη, Σοφία Χατζηευθυμιάδη
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Ηρώ Παρδαβέλλα
Κινησιολογική επιμέλεια: Μαργαρίτα Τρίκκα
Ερμηνεία: Αμαλία Αρσένη
Το βιβλίο επανακυκλοφορεί από τις «Εκδόσεις Θεμέλιο» (2025).



