Ο κοιμώμενος της κοιλάδας
Είναι μια τρύπα πρασινάδας όπου ένα ποτάμι τραγουδά
Με ζωηράδα πλέκοντας κουρέλια ασημένια στο χορτάρι,
Κι ο ήλιος απ’ το περήφανο βουνό λαμποκοπά:
Είναι μια μικρή κοιλάδα που απ’ τις ακτίνες αναβράζει.
Ένας νεαρός στρατιώτης, με γυμνό κεφάλι, στόμα ανοιχτό,
Ο τράχηλος του μέσα σε φρέσκο γαλάζιο κάρδαμο λουσμένος,
Κοιμάται: στης χλόης την αγκάλη με πρόσωπο χλωμό,
Κάτω απ’ τον ουρανό, στην πράσινη φωτοβρεγμένη κλίνη ξαπλωμένος.
Κοιμάται, τα πόδια μέσα σε γλαδιόλες. Χαμογελά,
Όπως ένα άρρωστο παιδί χαμογελά, παίρνει έναν υπνάκο:
Φύση, ζεστά νανούρισέ το, νιώθει παγωνιά.
Τα ρουθούνια του δε ριγούν από την ευωδιά,
Κοιμάται μες στου ήλιου την αγκάλη, το χέρι στο στήθος πάνω,
Γαλήνιος. Έχει δυο τρύπες κόκκινες στη δεξιά πλευρά.
(Οκτώβριος 1870)
Arthur Rimbaud, Œuvres complètes, Présentation par Jean-Luc Steinmetzε, εκδ. Flammarion, Παρίσι 2010



