«Αγαμέμνων». Η τραγωδία της δικαιοσύνης και του εγκλήματος έλαμψε…

 

Γρήγορα που σκοτεινιάζει. Φθινοπώριασε
δεν αντέχω τους ανθρώπους άλλο. Χώρια εσέ

Που μιλάς και η νύχτα κλαίει σαν το σκύλο σου
προδομένος απομένει — ποιός; Ο φίλος σου

Αγαμέμνων Αγαμέμνων άμοιρε που σου-
που σου ’μελλε να τό ’βρεις απ’ τη γυναίκα σου

Άσ’ τον άνεμο να λέει άσ’ τον να λυσσά
κάποιος θα ’ναι ο Αγαμέμνων κάποια η φόνισσα

Κάποτε κι εσύ θα φτάσεις — ποιός; ο νικητής
αλλά βασιλιάς μιας χώρας ακατοίκητης

Και το ένα σου Αγαμέμνων και το δέκα σου
θα μετράει στα δάχτυλά της η γυναίκα σου.
Οδυσσέας Ελύτης, «Ο Αγαμέμνων»

***

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Το θέατρο αποτελεί προϊόν μακρόχρονης εξελικτικής πορείας, τα στάδια της οποίας δεν είναι πάντα ευδιάκριτα στο σύγχρονο θεατή. Παρ’ όλα αυτά η σχέση του με τη μαγεία, την τελετουργία, τη θρησκεία και τις άλλες μορφές παραστατικής έκφρασης του ανθρώπου στην προϊστορία αλλά και την ιστορία του πολιτισμού είναι αναντίρρητη και εκφράζει το όλον της παγκοσμιοποιημένης πολιτισμικής του κληρονομιάς που υπερβαίνει τα όρια και τα στεγανά μεταξύ Δύσης και Ανατολής.

Ο «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, που παρακολούθησα πρόσφατα στο Ηρώδειο σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα και σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις, με τους Μαρία Πρωτόπαππα, Γιάννη Στάνκογλου, Αργύρη Πανταζάρα, Ιώβη Φραγκάτου και Θοδωρή Κατσαφάδο, είχε αυτά τα στοιχεία της μαγείας και της σαγήνης που αποζητούμε στο θέατρο. Από την προσήλωση, από το θερμό χειροκρότημα, από την καταιγιστική σιγή κατά τη διάρκεια της παράστασης και από τα σχόλια θαυμασμού μετά τη λήξη της, έγινε φανερό ότι το κοινό έμεινε μαγεμένο από την προαιώνια ιστορία πάθους και παραφοράς, έτσι όπως έχει εντυπωθεί στη συλλογική μνήμη και στο υποσυνείδητό μας!

Ο σκηνοθέτης Τσέζαρις Γκραουζίνις με τη δουλειά του αυτή εμβάθυνε στα Ελευσίνια Μυστήρια, το μεσαιωνικό θέατρο, το θέατρο της Ασίας αλλά και στο δυτικό πολιτισμό, δημιουργώντας ένα πνευματικό και πηγαίο θέατρο, όπου δίνεται έμφαση στη χειρονομία και στο λόγο. Ένα θέατρο που αφορά τον ολοκληρωμένο άνθρωπο και μια παράσταση ικανή να μας κάνει όχι μόνο να παραβιάσουμε τα όριά μας αλλά επιπλέον να επεκτείνουμε τα όριά μας, να καλύψουμε τα κενά μας, να ολοκληρωθούμε ως θεατές.

Τριλογία

Στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου περιγράφεται η επιστροφή του νικητή στρατηλάτη των Ελλήνων και η δολοφονία του από τη γυναίκα του Κλυταιμήστρα και τον εραστή της Αίγισθο. Αποτελεί το πρώτο έργο της «Ορέστειας» (458 π.Χ.), της μοναδικής σωζόμενης αρχαίας τριλογίας. Τα άλλα δύο έργα είναι οι “Ευμενίδες” και οι “Χοηφόροι”.
Το δράμα διδάχτηκε επί άρχοντος Φιλοκλέους, τον δεύτερο χρόνο της εικοστής ογδόης Ολυμπιάδας. Πρώτευσε ο Αισχύλος με τον Αγαμέμνονα, τις Χοηφόρους, τις Ευμενίδες και το σατυρικό (δράμα) Πρωτεύς. Χορηγός ήταν ο Ξενοκλής από τις Αφίδνες. Η τραγωδία αποτελείται από 1.673 στίχους, με ελάχιστους να λείπουν.

Η υποδοχή του βασιλιά

Στον “Αγαμέμνονα” εξιστορείται η επάνοδος του βασιλιά στην πατρίδα του, η υποδοχή και ο φόνος του, καθώς και ο φόνος της Κασσάνδρας την οποία είχε φέρει μαζί του ως τρόπαιο από την Τροία -κατ’ άλλους, που την είχε ερωτευτεί. Το έργο ολοκληρώνεται με την έξαλλη ικανοποίηση της Κλυταιμήστρας για το γεγονός ότι σκότωσε εκείνον που είχε θυσιάσει την κόρη της Ιφιγένεια και με την ανακούφιση του Αίγισθου που επιτέλους θα πάρει πίσω το θρόνο τον οποίο θεωρεί ότι δικαιούται. Ο Χορός όμως αφήνει να εννοηθεί ότι τίποτα δεν μένει ατιμώρητο και ότι οι θεοί μπορεί να στείλουν τον Ορέστη για να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη.
Ο Αγαμέμνων, φεύγοντας για το Ίλιο, υποσχέθηκε στην Κλυταιμήστρα πως αν πορθήσει το Ίλιο θα της στείλει μήνυμα με τον πυρσό την ίδια κιόλας μέρα. Γι’ αυτό η Κλυταιμήστρα διόρισε έμμισθο σκοπό να κοιτάζει πότε θα φανεί ο πυρσός. Όταν τον είδε ο φρουρός και ειδοποίησε την Κλυταιμήστρα, εκείνη φώναξε τους προεστούς -οι οποίοι αποτελούν τον Χορό- και τους ενημέρωσε. Αυτοί πανηγύρισαν τραγουδώντας. Ύστερα από λίγο έρχεται ο κήρυκας Ταλθύβιος και τους διηγείται τα σχετικά με τον πλου της επιστροφής. Ο Αγαμέμνων καταφθάνει με τα λάφυρα και την Κασσάνδρα. Μπαίνει στο σπίτι με την Κλυταιμήστρα. Η Κασσάνδρα δε, προτού μπει στο ανάκτορο, προμαντεύει τον θάνατό της, τον θάνατο του Αγαμέμνονα και τη μητροκτονία του Ορέστη. Πετάγεται και τρέχει μέσα να συναντήσει τον θάνατό της, πετώντας στη γη τα προφητικά της εμβλήματα.
Αυτό το μέρος του δράματος δόθηκε θαυμάσια, διότι ο Αισχύλος σχεδόν παρουσιάζει τον φόνο του Αγαμέμνονα επί σκηνής, ενώ τον θάνατο της Κασσάνδρας τον προσπερνά σιωπηλά… Έβαλε μάλιστα τον Αίγισθο και την Κλυταιμήστρα να δικαιολογούν τον φόνο που διέπραξαν μαζί· η μία με τον φόνο της Ιφιγένειας κι ο άλλος με τις συμφορές που υπέφερε ο πατέρας του, Θυέστης, από τον Ατρέα.

Το έργο αρχίζει με το μονόλογο του φρουρού που βάζει τον θεατή στην ατμόσφαιρα. Έχει κουραστεί κι αγανακτήσει να φυλάει σκοπιά τόσον καιρό περιμένοντας να ανάψει ένα φως στο αντικρινό βουνό, σαν σύνθημα ότι πάρθηκε η Τροία και ότι γυρνάει στην πατρίδα ο στρατός της χώρας. Λέει ότι πάει να τραγουδήσει για να μην τον πάρει ο ύπνος στη σκοπιά, μα το τραγούδι γυρνάει σε μοιρολόι για του παλατιού τα πάθη. Τότε διακρίνει τη λαμπάδα στην απέναντι κορυφή και γεμάτος ευδαιμονία δηλώνει ότι θα κράξει δυνατά στου Ατρείδη τη γυναίκα, αμέσως να σηκωθεί από την κλίνη και στα σπίτια φωνές χαράς να σηκώσει γι’ αυτή τη λάμψη. Κατόπιν αφήνει υπονοούμενα για την υποδοχή του Αγαμέμνονα λέγοντας πως δεν μιλά, μα αν είχε λαλιά το σπίτι, θα τα ‘λεγε όλα ξάστερα. Στη συνέχεια ο Χορός, δίχως να ξέρει ακόμα ότι επιστρέφει νικηφόρος ο στρατός, αναφέρεται με θαυμασμό στα δύο αδέλφια, τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο, αλλά έμμεσα υπενθυμίζει και την Ιφιγένεια. Αναφέρει ότι αγωνιά που αργούν δέκα χρόνια τώρα οι στρατιώτες και αναρωτιέται μην τυχόν και πάλι ξεμείνουν από ανέμους τα καράβια και χρειαστεί ο θεός κάποια άλλη θυσία ανίερη κι απρόσφορη, που θα γίνει αφορμή πολλών δεινών. Προβληματίζεται δε γιατί μια μέρα δολερή η άφοβη οργή θα ξυπνήσει κι εκδίκηση θα ζητήσει.

Στην παράσταση είδαμε τη λειτουργία των σκηνικών Πυλών του Άδη, όπου οι άνθρωποι μπαίνουν για να πεθάνουν με βίαιο τρόπο. Η Κλυταιμήστρα, που έχει αποκληθεί «Μάνα του Άδη», φυλάσσει το πρόθυρο (είναι επίσης δωμάτων κύων, σκύλα πυλωρός) και ελέγχει την κίνηση από τα έξω προς τα μέσα –την ελέγχει απόλυτα, μέχρι που συναντά την αντίσταση της Κασσάνδρας.
Η σιωπή της Κασσάνδρας είναι πολλαπλώς συμβολική: η Κασσάνδρα είναι ο μόνος χαρακτήρας που αντιστέκεται στην πειθώ της Κλυταιμήστρας δημιουργώντας έτσι αμφιβολίες για την παντοδύναμη ικανότητά της να χειραγωγεί τους ανθρώπους με το μέσο αυτό.

 

 

Η «Ορέστεια»

Η Ορέστεια, που ανέβηκε στην Αθήνα δύο χρόνια πριν από τον θάνατο του Αισχύλου, και τιµήθηκε µε το πρώτο βραβείο, είναι η µόνη τριλογία από τα έργα του Αισχύλου που έχει σωθεί ακέραια. Η τραγωδία ως θεατρικό είδος ολοκληρώνεται και µορφοποιείται οριστικά µε την «Ορέστεια». Παρουσιάζεται για πρώτη φορά η πλοκή μπροστά στα ανάκτορα, οπότε υποψιαζόμαστε ότι το πρώτο σκηνικό κάνει την εµφάνισή του στην ιστορία του θεάτρου. Συµµετέχουν περισσότεροι ηθοποιοί για µεγαλύτερη ανάπτυξη του τραγικού πλάτους µε την αντιπαράθεση των θεατρικών χαρακτήρων. Παρουσιάζεται στην τραγωδία ο κατατοπιστικός πρόλογος, η πάροδος (το τραγούδι του χορού καθώς εισέρχεται στην ορχήστρα), τα επεισόδια (διαλογικά τµήµατα που χωρίζονται µεταξύ τους από πέντε χορικά) και η έξοδος (το τραγούδι του χορού καθώς εξέρχεται από την ορχήστρα).
Θεωρείται ότι ένα από τα βασικά κίνητρα του δραματουργού να συγγράψει την Ορέστεια κατά τη συγκεκριμένη περίοδο (458 π.Χ.) ήταν ο πατριωτισμός του αλλά και η εκτίμησή του προς τους θεσμούς -κυρίως του Αρείου Πάγου στην προκειμένη περίπτωση. Ο Αισχύλος (ο οποίος δύο χρόνια μετά πέθανε στη Σικελία, σε ηλικία 69 ετών) ήθελε (κυρίως όπως φαίνεται στις Ευμενίδες) να εξυψώσει τον Άρειο Πάγο σε θεϊκό βάθρο, επειδή μετά τους Περσικούς Πολέμους το γόητρο και κυρίως οι εξουσίες του συρρικνώνονταν από τους οπαδούς των δημοκρατικών. Παράλληλα, όμως, ήθελε και να τονώσει την επιθετική πολιτική των δημοκρατικών έναντι της Σπάρτης, οι οποίοι ήταν υπέρ της συμμαχίας με το Άργος -συμμαχία στην οποία ο Αισχύλος έβλεπε ελπίδες για να αναδειχτεί η Αθήνα σε πρωτεύουσα της Ελλάδας.
Η Ορέστεια αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο µε ιδιαίτερα έντονη, ευρεία και πυκνή δραµατικότητα, πράγµα που έχει οδηγήσει στην άποψη ότι η τριλογία αυτή είναι – µετά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια – το µεγαλύτερο έργο της ελληνικής λογοτεχνίας.
Κάθε ένα από τα τρία έργα της τριλογίας µπορεί να ιδωθεί και µόνο του, ανάλογα µε την εκάστοτε προοπτική της θεατρικής παράστασης και αναπαράστασης που επιδιώκεται.
Το φετινό καλοκαίρι μάλιστα παρακολουθήσαμε και «Χοηφόρες» του Αισχύλου από την Ομάδα VASISTAS και την Αργυρώ Χιώτη στη Μικρή Επίδαυρο και, στο αρχαίο στάδιο Επιδαύρου, «Ευμενίδες» από τη Στεφανία Γουλιώτη.

Ο κύκλος της βίας

Κεντρικό γνώρισµα της τριλογίας είναι η κοσµοθεωρία του Αισχύλου περί µεταβαίνοντος δικαίου. Ο Αισχύλος αξιοποιεί ένα µύθο της εποχής του – την κατάρα των Ατρειδών – ως εφαλτήριο για να αναδείξει µε τη θεατρική δράση στο έπακρο την τετραδιάστατη τραγική υπόσταση της ανθρώπινης ψυχής: Ανάγκη, Ύβρη, Άτη και Δίκη. Αυτές οι τέσσερις κινητήριες δυνάµεις παράγουν και ανατροφοδοτούν διαρκώς τον αέναο κύκλο της βίας και των δεινών πάνω στους ανθρώπους µε σαφή κοινωνικά και πολιτικά υπονοούµενα. Ο Αισχύλος προτείνει στο τέλος της τριλογίας την εξίσωση του ανθρώπου µε τη θεότητα, µεταλλάσσοντας τη Δίκη από εκδίκηση σε δικαιοσύνη, έτσι ώστε να µπορεί να κλείσει οριστικά ο κύκλος της βίας στην ανθρωπότητα και να επέλθει στην ανθρώπινη κοινωνία µία τέλεια ηθική τάξη και αρµονία. Πράγµα που προϋποθέτει ότι οι άνθρωποι ανακαλύπτουν και αναγνωρίζουν τη θεότητα όχι έξω από αυτούς αλλά εντός τους. Συµπερασµατικά, µέσα στην κοσµοθεωρία αυτή, µε την άρση του διαχωρισµού του ανθρωπίνου και του θείου στοιχείου, οι χαρακτήρες της Ορέστειας αναβιβάζονται σε τιτάνιες µορφές, γίνονται υπεράνθρωπες, υπερβατικές οντότητες.
Η δικαιοσύνη ως µήνυµα, ηθικό αίτηµα και πανανθρώπινη επιταγή αποτελεί το κλασικό διαχρονικό περιεχόµενο της Ορέστειας, καθιστώντας αυτή την τριλογία πάντα επίκαιρη και συμβολική.

Ο σκηνοθέτης

Είναι σαφές ότι η τραγωδία του Αγαμέμνονα έχει απασχολήσει πολύ τον σκηνοθέτη Τσέζαρις Γκραουζίνις, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η πρώτη φορά που καταπιάστηκε με το έργο και το μελέτησε -όπως πληροφορηθήκαμε- ήταν πριν από 20 χρόνια στη Σουηδία. Από τότε, όπως είναι φυσικό, τον απασχολεί έντονα, γι’ αυτό και φέτος επέστρεψε σ’ αυτό ύστερα από τόσα χρόνια, καθώς πρόκειται για ένα έργο που αφορά το σήμερα, για την πολιτική του διάσταση και όχι μόνο. Η αρχαία τραγωδία, άλλωστε, έχει σημασία ηθική, φιλοσοφική, οντολογική και μεταφυσική.
Αυτό που φάνηκε να ελκύει τον σημαντικό σκηνοθέτη περισσότερο στο έργο είναι το θέμα της αναπόφευκτης μοίρας αλλά και η πικρή ειρωνεία του τραγικού ποιητή, που μας τονίζει ότι ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις. Οι χαρακτήρες είναι τόσο πεπεισμένοι για το δίκιο τους, ώστε καταλήγουν να διαπράξουν νέα εγκλήματα. Κατόπιν τούτου ο φαύλος κύκλος του αίματος δεν κλείνει αλλά συνεχίζεται.
«Αυτή η ιστορία του Αισχύλου εκφράζει με εκπληκτική δύναμη το παράλογο της ανθρώπινης μοίρας», μας λέει στο σκηνοθετικό του σημείωμα. «Πράγματι -συνεχίζει- χάνουμε αέναα στον αγώνα με το φόβο μας. Πράγματι, φτιάχνουμε πολιτείες ασταμάτητα και είμαστε αιχμάλωτοι στις φυλακές που χτίζουμε εκούσια με τα ίδια μας τα χέρια. Πράγματι, περιμένουμε σωτήρες και όταν τελικά εμφανιστούν συνειδητοποιούμε ότι δεν αξίζουν παρά τον οίκτο μας. Πράγματι, αυτό που ονομάσαμε «δικαιοσύνη», μας οδηγεί αργά ή γρήγορα στο έγκλημα. Όλοι είμαστε ένοχοι. Η τιμωρία είναι αναπόφευκτη. Ευτυχισμένος είναι εκείνος που κατάφερε ν’ απαλλαγεί απ’ τις ελπίδες και τις προσδοκίες του και έμαθε την υπομονή». Και καταλήγει: Ο κόσμος του «Αγαμέμνονα» είναι ζοφερός. Αλλά επιτρέψτε το ταξίδι μας στον κόσμο του να είναι ουσιαστικό και συναρπαστικό, γιατί πιστεύω ότι η οδηγός μας – η Ποίηση – γνωρίζει το δρόμο προς τη χαρά.

 

Η Κλυταιμήστρα

Πολλά από τα νοήματα του έργου ξεχώρισαν και φωτίστηκαν στην παράσταση, όπως η ματαιοπονία του θρήνου και της αναζήτησης ευθυνών και το αντιπολεμικό πνεύμα. Επίσης το ερωτικό στοιχείο. Διότι η Κλυταιμήστρα είναι η τρομερή γυναίκα με την παράξενη ομορφιά, η «γυναίκα μη τρόπαιο», η γυναίκα που είναι γεννημένη για βασίλισσα. Η γυναίκα που αναλαμβάνει τα ηνία της εξουσίας με άνεση και εκφράζει το θηλυκό πρότυπο του ηγεμόνα, ασκώντας δικαιώματα, ερωτοτροπώντας ελεύθερα με τον Αίγισθο, όπως άλλωστε ερωτοτροπεί και ο σύζυγός της με τις σκλάβες του.
Όταν ο Αγαμέμνων επιστρέφει από την Τροία θριαμβευτής, γεμάτος πλούτη, σκλάβες και λάφυρα, η Κλυταιμήστρα, που φέρει επάξια τον διπλού πέλεκυ της εξουσίας στο χέρι, δεν θα παραδώσει αυτήν την εξουσία στον άντρα της και δεν θα ανεχθεί την παρουσία της νεαρής εγκύου ερωμένης του, της γυναίκας-τροπαίου, της Κασσάνδρας, στο παλάτι της. Παράλληλα κατά τη δεκαετή απουσία του η Κλυταιμήστρα έχει κι αυτή βρει ερωτικό σύντροφο και στήριγμα στο πρόσωπο του Αιγίσθου, εξαδέλφου του Αγαμέμνονα. Αυτός με τη σειρά του θεωρεί ότι του ανήκει δικαιωματικά ο θρόνος και βρίσκεται κι εκείνος δέσμιος δραμάτων από το παρελθόν, σε μια αδιάκοπη ροή εγκλημάτων πάθους, αιμομιξιών και λατρείας για την εξουσία.

 

Ο Ατρέας και ο Θυέστης

Ο πατέρας του συγκεκριμένα, ο Θυέστης, ήταν αδελφός του Ατρέα, του πατέρα του Αγαμέμνονα. Τα δύο αδέλφια, Ατρέας και Θυέστης, διέπραξαν πολλές βιαιότητες και απάτες για να αρπάξει ο ένας από τον άλλο το θρόνο και τελικά ο Ατρέας έφτασε στο σημείο να σκοτώσει και να μαγειρέψει τα ανίψια του, δηλαδή τα παιδιά του Θυέστη, και μετά να τον καλέσει ανυποψίαστο σε ένα μακάβριο δείπνο. Στο τέλος του δείπνου ο Ατρέας τού αποκάλυψε χαιρέκακα ότι είχε μόλις φάει τα ίδια του τα παιδιά και σαν τρελός ο Θυέστης έφυγε αποφασισμένος για εκδίκηση. Σύμφωνα με ένα χρησμό θα έπαιρνε το αίμα του πίσω μόνον αν αποκτούσε γιο με αιμομιξία, από την ίδια του την κόρη -έτσι και έκανε. Ο καρπός αυτής της σχέσης ήταν ο Αίγισθος.

Ο Αίγισθος

Ο Αίγισθος φέρεται να σκότωσε τον Ατρέα και έτσι να βρέθηκε μαζί με τον πατέρα του στο θρόνο, διώχνοντας τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο στη Σπάρτη. Όταν ο Αγαμέμνονας ανέβηκε στο θρόνο της Σπάρτης εκδίωξε τον Θυέστη και τον Αίγισθο. Ο Αίγισθος όχι μόνο μισούσε τον Αγαμέμνονα ως παιδί του άνδρα που διέπραξε το προαναφερθέν αποτρόπαιο έγκλημα εις βάρος των αδελφών και του πατέρα του, αλλά και ως εκείνον που -στα δικά του μάτια- κατείχε άνομα την εξουσία. Επιπλέον ο ίδιος ήταν ο μόνος που είχε απομείνει ζωντανός από τη βασιλική πλευρά του Θυέστη και συνιστούσε απειλή για τον Αγαμέμνονα, ο οποίος και τον είχε εξορίσει.

Ο Οίκος των Ατρειδών

Το οικογενειακό ιστορικό του Αγαμέμνονα είχε αμαυρωθεί από βιασμούς, φόνους, αιμομιξίες, και προδοσία, συνέπειες του αποτρόπαιου εγκλήματος που διαπράχθηκε από τον πρόγονό του, Τάνταλο, και έπειτα εξαιτίας μιας κατάρας που επιβλήθηκε στον Πέλοπα, γιο του Ταντάλου, από τον Μύρτιλο, τον οποίο είχε δολοφονήσει. Έτσι ατυχία κυνηγούσε διαδοχικές γενιές του Οίκου των Ατρειδών, μέχρι να εξιλεωθούν από τον Ορέστη σε ένα δικαστήριο που πραγματοποιήθηκε από κοινού από ανθρώπους και θεούς.

 

Η Κασσάνδρα

Η Κασσάνδρα είναι μία από τις πιο τραγικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας, κόρη του βασιλιά της Τροίας, Πριάμου και της Εκάβης. Την είχε αγαπήσει ο Απόλλωνας, και εκείνη του υποσχέθηκε να δεχτεί τον έρωτά του, φτάνει να την έκανε μάντισσα που να μη λαθεύεται ποτέ σε ό,τι προέλεγε. Όταν όμως εκείνος ανταποκρίθηκε στην επιθυμία της και την προίκισε με το χάρισμα της μαντικής, η Κασσάνδρα αθέτησε την υπόσχεσή της και αρνήθηκε να του δοθεί. Θυμωμένος ο θεός, επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω ό,τι μια φορά είχε δώσει, την καταράστηκε να μην πιστεύει ποτέ κανείς άνθρωπος στις μαντείες της, όσο αληθινές και να είναι…
Μετά την άλωση της Τροίας, οι κατακτητές μοιράσθηκαν τις γυναίκες των ηττημένων, οπότε η Κασσάνδρα έπεσε στον κλήρο του Αγαμέμνονα, ο οποίος την ερωτεύθηκε σφοδρά. Τελικώς η τύχη της ενώθηκε με τη δική του: όταν έφθασαν στις Μυκήνες η Κασσάνδρα και ο Αγαμέμνονας δολοφονήθηκαν από την Κλυταιμνήστρα και τον εραστή της τον Αίγισθο.

Ο Χορός

Ο Χορός έχει δυναμική παρουσία στο έργο αυτό, όσο σε κανένα άλλο έργο της αρχαίας δραματικής ποίησης: αναμετράται και με την Κλυταιμνήστρα και με τον Αίγισθο, με φραστικές διατυπώσεις που ξεπερνούν το συνηθισμένο ήθος των χορών της τραγωδίας.
Ο δωδεκαμελής Χορός της παράστασης με τα μέλη του να στηρίζονται σε… δεκανίκια, αποτελείτο από πολύ ικανούς και ασκημένους ηθοποιούς, οι οποίοι δημιούργησαν ένα έξοχο κι έγκυρο σύνολο. Τους αναφέρουμε ονομαστικά γιατί η συμβολή τους στην παράσταση ήταν καθοριστική: Μάρκος Γέττος, Δημήτρης Γεωργιάδης, Τάσος Θεοφιλάτος, Πανάγος Ιωακείμ, Δημήτρης Καραβιώτης, Ηλίας Μενάγιερ, Δημήτρης Μηλιώτης, Αλέξανδρος Μούκανος, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Γιώργος Παπανδρέου.

Οι συντελεστές

Για την παράσταση χρησιμοποιήθηκε η νέα μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα και η πρωτότυπη μουσική του Χάρη Πεγιάζη. Η ποιητική του Μπλάνα διακρίνεται από μία εξόχως φροντισμένη γλώσσα που τονίζει το στοχαστικό του βάθος. Τα μεταφραστικό έργο του είναι μεγαλόπνοο. Επίσης η μουσική του Πεγιάζη δημιούργησε ιδανικά το κλίμα της επερχόμενης καταστροφής.
Το λιτό σκηνικό του Κέννυ ΜακΛέλλαν με τον μακρύ ξύλινο διάδρομο, φορτωμένο συμβολισμούς, σίγουρα ήταν λειτουργικό, εξυπηρετώντας τον σκηνοθετικό σκοπό. Όπως και τα επιβλητικά κομψά κοστούμια του ιδίου.
Η κίνηση του Έντι Λάμε ήταν φροντισμένη με καθαρότητα και εκφραστικότητα. Αν και χωρίς υπερβολές, μιαν απόκοσμη αύρα έδωσαν στην παράσταση οι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου.
Η παράσταση σίγουρα εξυπηρετήθηκε θαυμάσια από όλους τους συντελεστές της.

Οι ερμηνείες

Το διπλό ρόλο του Αγαμέμνονα και του Αίγισθου ερμήνευσε έντεχνα ο Γιάννης Στάνκογλου, μια επιλογή που συμβολίζει το διπλό πρόσωπο της εξουσίας και το γεγονός ότι η εξουσία είναι πάντα ίδια απ’ όποιον κι αν ασκείται. Ο Στάνκογλου έδειξε το μεγαλείο του ταλέντου του με απλή δραματικότητα, με γνησιότητα, με έμπνευση.
Με κύρος, με σιγουριά και παλμό υποδύθηκε την Κλυταιμήστρα η Μαρία Πρωτόπαππα. Η ηθοποιός απέδειξε για άλλη μια φορά τα υποβλητικά δραματικά στοιχεία της υποκριτικής της τέχνης.

Λαμπρή επίδοση στο ρόλο του Φρουρού είχε ο πολύπειρος και πάντα συναρπαστικός Θοδωρής Κατσαφάδος.
Ο Αργύρης Πανταζάρας, ως Κήρυκας, ήταν πειστικότατος. Είχε δυναμική, βαρύτητα, σαφήνεια, ρεαλισμό. Θεωρώ πως έχει όλες εκείνες τις ικανότητες που απαιτούνται για το τραγικό θέατρο –φωνή, παρουσία, προσήλωση, πειθαρχία.
Ο ρόλος της Κασσάνδρας είναι από τους πιο δύσκολους και τους πιο ωραίους της αρχαίας ελληνικής δραματικής ποίησης. Η Κασσάνδρα συνδέει, με προφητική έκσταση, περασμένα και μελλούμενα δεινά. Η Ιώβη Φραγκάτου στάθηκε μοναδική ερμηνεύτρια του θρήνου της ηρωίδας και του πάθους της. Με ανάγλυφο πάθος έδωσε τον έρωτα, το μίσος, την οδύνη, το φόβο, το δέος αλλά και τη λύπη για τον επικείμενο θάνατό της.

Σκηνοθετικά ο Τσέζαρις Γκραουζίνις προσέγγισε με άμεσο και απέριττο τρόπο το κείμενο. Η παράσταση ήταν ελκυστική και «προκλητική». Λειτούργησε δε ως σημείο πολλαπλών αναφορών και συμβολισμών σε σχέση με τη δύναμη και την αρτιότητα του ποιητικού μεγαλείου της τραγωδίας.
Το κείμενο έλαμψε και ταξίδεψε το κοινό του σ’ αυτό το δραματικό τοπίο, που πολλές φορές μπορεί να γίνει εφιαλτικό. Αφουγκράστηκε το λόγο του Αισχύλου δίχως να χάσει την ουσία. Μια ουσία που έχει να κάνει με τη «δικαιοσύνη» και το «δίκαιο» ως µεταφυσικές, υπερβατικές έννοιες. Με τη σημασία της «ανταπόδοσης» και της «τιµωρίας» ως αρχαϊκό, πρωτόγονο δίκαιο.

  • Για την ετυμολογία του ονόματος υπάρχουν δύο εκδοχές: Κλυταιμνήστρα = αξιέπαινη, ξακουστή για τους μνηστήρες ή Κλυταιμήστρα = ξακουστή για τη ραδιουργία της. O τύπος Κλυταιμήστρα είναι ο τύπος που υπάρχει στα χειρόγραφα (παρά τό κλυτόν + μήδω/ μήδομαι). Η παρεμβολή του ν στο όνομα είναι αποτέλεσμα βυζαντινών ετυμολογικών προσπαθειών και σύνδεσης της βασίλισσας με πολλούς μνηστήρες.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Μουσική – Μουσική Διδασκαλία: Χάρης Πεγιάζης
Κίνηση: Έντι Λάμε
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Συγκλητική Βλαχάκη
Σύμβουλος δραματουργίας: Παναγιώτης Σκούρας

Παίζουν:
Μαρία Πρωτόπαππα, Γιάννης Στάνκογλου, Αργύρης Πανταζάρας, Ιώβη Φραγκάτου και ο Θοδωρής Κατσαφάδος

Χορός: Μάρκος Γέττος, Δημήτρης Γεωργιάδης, Τάσος Θεοφιλάτος, Πανάγος Ιωακείμ, Δημήτρης Καραβιώτης, Ηλίας Μενάγιερ, Δημήτρης Μηλιώτης, Αλέξανδρος Μούκανος, Αλέξανδρος Μπαλαμώτης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Γιώργος Παπανδρέου

Για τη Stefi & Lynx Productions:
Διεύθυνση Παραγωγής: Αναστασία Καβαλλάρη
Επικοινωνία: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Αλίκη Δανέζη Knutsen

Promo photos: Τάσος Θώμογλου
Φωτογραφίες παράστασης και αφίσας – Trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας

***

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Σεπτέμβριος – Ώρα έναρξης στις 9 μ.μ.

Δευτέρα 17 – Στα Βριλήσσια, Θέατρο Αλίκη Βουγιουκλάκη

Τρίτη 18 – Στον Κορυδαλλό, Θέατρο Θανάσης Βέγγος

Τετάρτη 19 – Στην Ηλιούπολη, Δημοτικό Θέατρο Άλσους

 

***

***