32.6 C
Athens
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

“Οικογένεια Μπελέλι”: Το ιστορικής αξίας έργο του “ψυχαναλυτή του καμβά” Edgar Degas

Μολονότι το όνομά του συνδέεται με τον ιμπρεσιονισμό, η διαμόρφωση του Εντγκάρ Ντεγκά (Edgar Degas) ήταν πολύπλευρη. Μαθητής από το 1855 της Σχολής Καλών Τεχνών, διατήρησε σε όλη του τη ζωή έναν ανεπιφύλακτο θαυμασμό για τον Ένγκρ, τον μεγάλο εκπρόσωπο του γαλλικού κλασικισμού. Με τα διδάγματα του Ένγκρ, ο Ντεγκά διαμορφώθηκε στη σχολή του Λαμότ και τον πλησίασε αρκετά, με το εξαιρετικά λεπτό και διεισδυτικό σχέδιο των νεανικών του κυρίως προσωπογραφιών. Η επίδραση αυτή διακρίνεται σε ένα από τα πρώτα αριστουργήματά του, τη συλλογική προσωπογραφία της συγγενικής του οικογένειας Μπελέλι, πίνακας στον οποίο φαίνεται ακόμη η μελέτη των Ιταλών ζωγράφων του 15ου και 16ου αιώνα.

Ο Edgar Degas έχει χαρακτηριστεί και “ψυχαναλυτής του καμβά”. Ένα τρανταχτό παράδειγμα, που επιβεβαιώνει αυτό το χαρακτηρισμό, είναι το οικογενειακό πορτρέτο “Οικογένεια Μπελέλι”.

Με αναγεννησιακό στήσιμο

Η συγκεκριμένη ελαιογραφία σε καμβά διαστάσεων 2μ. x 2,53μ., βρίσκεται στο Μουσείο Ορσέ του Παρισιού. Δημιουργήθηκε μεταξύ 1858 και 1867 και έχει πολλαπλή “ιστορική” αξία. Είναι το πρώτο αριστούργημα του Γάλλου ζωγράφου, και το πιο “κλασικιστικό”, παρά “ιμπρεσιονιστικό”, έργο του. Μόνο τη φιγούρα του αρχηγού της οικογένειας μπροστά στο τζάκι με την πλάτη στον θεατή και το πρόσωπο σε προφίλ να παρατηρήσει κάποιος, αυτομάτως θα κάνει συνειρμούς με Ιταλούς αναγεννησιακούς. Κάτι που οφείλεται προφανώς στην περίοδο κατά την οποία ο ζωγράφος έζησε στη Ρώμη.

Απομάκρυνση και αποξένωση

Στον συγκεκριμένο πίνακα, ο Ντεγκά πραγματεύεται μια πολύ ιδιαίτερη ψυχολογική κατάσταση την οποία η ανθρωπότητα βιώνει σήμερα, περίπου δύο αιώνες μετά, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Πρόκειται για την “απομάκρυνση” και την “αποξένωση”. Ο Ντεγκά του συγκεκριμένου πίνακα δεν έχει σχέση με τον “χαρούμενο” Ντεγκά που απαθανατίζει στον καμβά τις φημισμένες “μπαλαρίνες” του. Εδώ, το κυρίαρχο θέμα είναι καταθλιπτικό. Είναι η “απομάκρυνση” που οδηγεί τους πρωταγωνιστές να κοιτούν μελαγχολικά, καθένας σε διαφορετική κατεύθυνση.

Κεντρικό πρόσωπο είναι η θεία του Λάουρα (αδελφή του πατέρα του). Τα μαύρα ρούχα αποτελούν “ευανάγνωστη” ένδειξη πένθους, λόγω του θανάτου του πατέρα της και παππού του ζωγράφου. Η λιτή παρουσία της, η στάση του σώματός της σε σχέση και με τις δύο κόρες της, και -κυρίως- με τον σύζυγό της “αποκομμένο”, κάνουν ακόμη πιο εμφατική την αποξένωση. Πίσω από το κεφάλι της, εμφανίζεται το πορτρέτο του πατέρα της, του Ιλάριου Ντεγκά ο οποίος έφερε και ένα από τα ονόματα του διάσημου εγγονού του (το πλήρες όνομα του ζωγράφου ήταν Hilaire Germain Edgar De Gas).

Ο σύζυγός της, βαρόνος Τζενάρο Μπελέλι (Ιταλός δημοσιογράφος και πατριώτης αυτοεξόριστος από τη Νάπολι στη Φλωρεντία για να γλιτώσει από τις διώξεις των Αυστριακών μετά την αποτυχημένη επανάσταση) απεικονίζεται απασχολημένος με τα έγγραφα της δουλειάς του και στην άκρη του πίνακα, αποκομμένος από την οικογένεια.

Τα δύο κορίτσια

Γνωρίζουμε από την αλληλογραφία της Λάουρα ότι την είχε βυθίσει σε κατάθλιψη η αδυναμία του συζύγου της να βρει μια μόνιμη απασχόληση, ενώ θα πρέπει να προστεθεί εν προκειμένω και το ψυχολογικό βάρος που σηκώνουν οι εμιγκρέδες.

Οι δύο ανιψιές του ζωγράφου, οι Τζούλια και Τζοβάνα, των οποίων έχει φιλοτεχνήσει και ένα πολύ “ιδιαίτερο” διάσημο πορτρέτο, απεικονίζονται ως δύο εντελώς διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις: η Λάουρα στηρίζεται στον ώμο της επτάχρονης Τζοβάνα η οποία παρουσιάζεται ήρεμη. Αποτελεί μια όαση γαλήνης, ψυχολογικό στήριγμα σε ένα γενικότερο σκηνικό έντασης που δεν αφήνει ανεπηρέαστο ούτε τον σκύλο που φαίνεται να “φεύγει” από το πορτρέτο προφανώς “μυρίζοντας την ένταση” όπως έχουν σχολιάσει μελετητές των έργων του Ντεγκά.

Προσχέδιο

 

Σε αντίθεση με την Τζοβάνα, η στάση του σώματος της δεκάχρονης Τζούλια μαρτυρά τον νευρικό χαρακτήρα της, συμβολοποιώντας έτσι την ένταση που κυριαρχεί σε όλη την οικογένεια (το κλίμα των σχέσεων της οικογένειας Μπελέλι μάς είναι γνωστό από την αλληλογραφία του ζωγράφου με τη θεία του, με την οποία είχε αναπτύξει και μια περίεργα στενή σχέση).

Εκεί όπου η μικρή κόρη διπλώνει παιχνιδιάρικα το πόδι κάτω από το φόρεμά της, η μεγαλύτερη φαίνεται να ασφυκτιά αισθανόμενη φυλακισμένη στις συμπεριφορές που επιβάλλουν οι μεγαλύτεροι, όπως μαρτυρούν οι στάσεις των σταυρωμένων χεριών και των ενωμένων ποδιών. Αλλά και ο ίδιος ο Ντεγκά αναφερόταν σε επιστολή του στη μεγάλη εξαδέλφη του Τζούλια, την οποία εκθείαζε για την ομορφιά της και στη νεότερη Τζοβάνα για την “αγγελική ευγένειά” της.

Η ένταση που διαφαίνεται στον πίνακα εξηγείται ακόμη και από το γεγονός ότι η Λάουρα ήταν έγκυος την περίοδο στην οποία αναφέρεται το συγκεκριμένο έργο και απέβαλε.

Τον πίνακα τον ξεκίνησε ο Ντεγκά το 1859, όταν απέκτησε στούντιο στο Παρίσι, ευρύχωρο τόσο όσο να του επιτρέπει να ζωγραφίζει μεγάλους καμβάδες, ενώ είχε μείνει ημιτελής ως το 1867. Και μας δείχνει πως -αν μη τι άλλο- η θεματολογία του ήταν πολύ ευρύτερη των μπαλαρίνων και των γυμνών γυναικών.

Κάτι που οι τεχνοκριτικοί συνιστούν στους παρατηρητές του πίνακα είναι να αναρωτηθούν τι αισθάνονται κοιτάζοντας τον πίνακα. Η απάντηση που θα δώσουν ίσως λέει πολλά και για τη δική τους ψυχολογική κατάσταση.

Ο Εντγκάρ Ντεγκά (Edgar Germain Hilaire Degas, 19 Ιουλίου 1834-27 Σεπτεμβρίου 1917) ήταν Γάλλος ζωγράφος, γλύπτης και χαράκτης, από τους σημαντικότερους του 19ου αι. Θεωρείται από τους θεμελιωτές του Ιμπρεσιονισμού, μολονότι ο ίδιος απέρριπτε τον όρο και προτιμούσε να αποκαλείται ρεαλιστής. Ήταν σπουδαίος σχεδιαστής και δεξιοτέχνης στην απόδοση της κίνησης, όπως φαίνεται στους πίνακές του με θέματα τον χορό (περισσότερα από τα μισά έργα του απεικονίζουν χορεύτριες), τις ιπποδρομίες και τα γυναικεία γυμνά. Οι προσωπογραφίες του είναι αξιοπρόσεκτες για την απόδοση του σύνθετου ψυχισμού του εικονιζομένου και της ανθρώπινης απομόνωσης.

 

Edgar Degas – αυτοπροσωπογραφία, 1855

 

Γεννήθηκε στο Παρίσι, γιος του τραπεζίτη Ογκίστ και της Σελεστίν. Στα 21 του, έπειτα από ολιγόχρονες σπουδές νομικής, μπαίνει στη Σχολή Καλών Τεχνών και παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Λουί Λαμότ, παλαιό μαθητή του Ένγκρ. Ένα χρόνο μετά γνωρίζει τον ίδιο τον Ένγκρ και την επόμενη χρονιά, πηγαίνει στην Ιταλία να μελετήσει ζωγράφους της Αναγέννησης. Επισκέπτεται τη Φλωρεντία, την Ασίζη, τη Νάπολι και τη Ρώμη. Το 1859 επιστρέφει στο Παρίσι κι ανοίγει ατελιέ. Τρία χρόνια μετά γνωρίζει τον Εντουάρ Μανέ, κι επηρεασμένος εντάσσεται στον Ιμπρεσιονισμό. Το 1870 ξεσπά ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος και επιστρατεύεται για να υπηρετήσει στο πυροβολικό, όπου άρχισε να εμφανίζει πρόβλημα όρασης. Δύο χρόνια μετά ταξιδεύει στη Νέα Ορλεάνη για να επισκεφθεί συγγενείς και επιστρέφει ύστερα από ένα χρόνο. Το 1874 πεθαίνει ο πατέρας του, κληρονομώντας του πολλά χρέη, κι έτσι αναγκάζεται να πωλήσει μεγάλο μέρος απ’ τη συλλογή του. Το 1880 κερδίζει τον σεβασμό και την καταξίωση όλου του παριζιάνικου καλλιτεχνικού κόσμου.

Ο Ντεγκά αναγνωρισμένος ως αυθεντία της κινούμενης ανθρώπινης μορφής ήταν κυρίως γνωστός για τις χορεύτριες του, που τις απεικόνισε σε πίνακες, χαρακτικά και γλυπτά σε μπρούντζο.

Το 1881 εξέθεσε το πρώτο γλυπτό του, τη χορεύτρια δεκατεσσάρων ετών (Σάο Πάολο, Museu de Arte), που το ακολούθησαν ένα πλήθος μικρά κέρινα προπλάσματα (μετά το θάνατό του χυτεύτηκαν σε χαλκό) με θέμα γυναικεία γυμνά, χορεύτριες, άλογα κ.λπ.

 

 

Καθώς η όρασή του χειροτέρευε, ο Ντεγκά στράφηκε προς τη γλυπτική και τα παστέλ, που δεν απαιτούσαν οξεία όραση. Το 1908 η όρασή του χειροτερεύει και σταματά οριστικά να ασχολείται με την τέχνη. Του κάνουν έξωση από το σπίτι του, και παρά το γεγονός ότι βρέθηκε καινούργιο στούντιο, αυτός συνέχισε να τριγυρνά στους δρόμους του Παρισιού. Τέσσερα χρόνια μετά, το Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (Νέα Υόρκη) αγοράζει το έργο του “Μπαλαρίνες” ξοδεύοντας ποσό αστρονομικό για την εποχή, και μάλιστα για ιμπρεσιονιστικό πίνακα.

Το 1917 πεθαίνει στο Παρίσι, στις 27 Σεπτεμβρίου, σε ηλικία 83 ετών. Τη σορό του συνοδεύουν, μεταξύ άλλων, ο Κλοντ Μονέ κι ο Ζαν Λουί Φορέν.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -