Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου / catisart.gr
Ο Τάκης Λαζαρίδης έχει την ιστορία του και αυτή λίγοι πλέον τη γνωρίζουν ή τη θυμούνται. Στη δεύτερη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη στο Στρατοδικείο, το 1952, στο ίδιο εδώλιο καθόταν ένας νέος, εικοσάρης τότε, με στολή στρατιώτη. Ηταν ο Τάκης Λαζαρίδης. Καταδικάστηκε σε θάνατο και μαζί με τους άλλους μελλοθάνατους κλείστηκε στην απομόνωση των Φυλακών Καλλιθέας και εκεί περίμεναν το εκτελεστικό απόσπασμα. Οι Φυλακές Καλλιθέας, ακριβώς απέναντι από τον Οίκο Τυφλών, στην οδό Θησέως, δεν υπάρχουν πια. Κατεδαφίσθηκαν αργότερα και στη θέση τους κτίσθηκε σχολείο. Καμιά αντίρρηση. Κρίμα μόνο, γιατί ήταν ένα ενδιαφέρον παλιό κτήριο και τόπος ενός δράματος της εποχής εκείνης.
Τελικά εκτελέσθηκαν, στα τέλη Μαρτίου του 1952, μόνο ο Μπελογιάννης, ο Μπάτσης, ο Καλούμενος και ο Αργυριάδης. Το πρωί που πήγε να τους πάρει το εκτελεστικό απόσπασμα ο επίτροπος διάβασε και το βασιλικό διάταγμα, με το οποίο απονεμόταν χάρη στον Τάκη Λαζαρίδη, λόγω του νεαρού της ηλικίας και η θανατική καταδίκη μετατρεπόταν σε ποινή ισοβίων δεσμών.
Έχει σημασία να γνωρίζετε ότι ο πατέρας του Τάκη Λαζαρίδη, ήταν ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ και εκτελέσθηκε από τους Γερμανούς, μαζί με τους 200 κομμουνιστές την 1η Μαΐου 1944, στην Καισαριανή. Τη συντήρηση και την ανατροφή του Τάκη και της αδελφής του, μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ουσιαστικά την ανέλαβε το ΚΚΕ. Μεγάλωσε επομένως και ανατράφηκε με οικογένεια το ΚΚΕ και θα υπέθετε κανείς ότι στους κόλπους του θα σταδιοδρομούσε…
Ο Τάκης όμως πήρε άλλο δρόμο. Μετά το δραματικό πρωινό στις Φυλακές Καλλιθέας ο Τάκης μεταφέρθηκε στις φυλακές Κεφαλονιάς, όπου έγκλειστος έζησε τον τρόμο των σεισμών και αργότερα στις Φυλακές Κέρκυρας, για να εκτίσει την ποινή των ισοβίων δεσμών. Ηταν σκληρός και ανυποχώρητος κομμουνιστής, στην ανάκριση, στο Στρατοδικείο και μετά στη φυλακή, όπου έμεινε συνολικά 14 και κάτι χρόνια. Πολύ ευγενής και μελετηρός…
Ποιος ξέρει πώς, αυτός ο σκληρός και ανυποχώρητος κομμουνιστής, στις απέραντες νύχτες του εγκλεισμού του ξανασκέφθηκε τη ζωή του, τη ζωή των άλλων και τη ρημαγμένη οικογένειά του και έθεσε στον εαυτό του ριζικά και καταλυτικά ερωτήματα. Το πώς τελικώς απάντησε είναι ένα δεύτερο θέμα, άλλοι θα συμφωνήσουν και άλλοι, αλλού, θα διαφωνήσουν. Με αυτά τα ερωτήματα και με τις απαντήσεις έγραψε το «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι». Το 1988, πριν ακόμη καταρρεύσει ο «υπαρκτός (και ταυτόχρονα ανύπαρκτος) σοσιαλισμός». Μετά την κατάρρευση και όταν βεβαιώθηκαν ότι ήταν οριστική, έγραψαν και άλλοι πολλά και διάφορα…
Αποφυλακίστηκε το 1966. Είχε πάρει ήδη τις αποστάσεις του από το ΚΚΕ γενικά και από την κομματική ηγεσία της φυλακής, η οποία τον αντιμετώπισε σαν έναν ιδιόρρυθμο άνθρωπο. Δεν είχε, όμως, τίποτα να πει εναντίον του.
Στο «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», έθεσε καταλυτικά για την Αριστερά, όλων των αποχρώσεων, ερωτήματα. Κάνει πως δεν τα ακούει, θα ‘ρθει όμως η στιγμή να τα ακούσει.
Μέχρι τώρα η «αυτοκριτική» της Αριστεράς απαντάει ή προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: τι συνέβη, τι έφταιξε και δεν νικήσαμε. Πάνω σ’ αυτό το ερώτημα γράφτηκε από την Αριστερά ολόκληρη η Ιστορία, τουλάχιστον από το καλοκαίρι του 1943 ώς την τελική συντριβή της, στρατιωτική και πολιτική, το 1949. Δεν σταμάτησε εκεί. Με τον ίδιο «καημό» της ήττας διαμορφώθηκε και η μετέπειτα πολιτική και ιστορία της ως τις μέρες μας.
Σε αυτόν τον καμβά συσσωρεύτηκαν όλα τα γεγονότα, όλα τα πρόσωπα, όλες οι ιδέες, όλα τα «σφάλματα», όλες οι σχέσεις με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και με τους ξένους. Ο (απολεσθείς) παράδεισος της «νίκης» διαμόρφωσε στερεότυπα σκέψης και συμπεριφοράς, τα οποία ισχύουν και σήμερα και είναι πανίσχυρα. Ποτέ η Αριστερά, τουλάχιστον σε ηγετικό επίπεδο, δεν τόλμησε να αναρωτηθεί ειλικρινά τι θα εσήμαινε και τι σημαίνει αυτή η «νίκη» που απροσδόκητα χάθηκε και εξακολουθεί ακόμα να τη θρηνεί. Ιδιαίτερα η συγκλονιστική αποκάλυψη μετά την κατάρρευση του υπαρκτού και ταυτόχρονα ανύπαρκτου σοσιαλισμού, θα έπρεπε λογικά να οδηγήσει την Αριστερά σε πλήρη ανατροπή της πολιτικής της, στη θεωρία και την πράξη. Όχι ότι μας χρειάζονταν οι αποκαλύψεις, όλοι ξέραμε τι ακριβώς συμβαίνει. Αλλά κανείς δεν τολμούσε να θέσει το καταλυτικό ερώτημα. Και είναι πραγματικά ένα θέμα για να ερευνηθεί, πώς άνθρωποι που δεν φοβήθηκαν τίποτα στη ζωή τους, που έδειξαν απαράμιλλο θάρρος και ηρωισμό, φοβήθηκαν να ρωτήσουν και να αναρωτηθούν: τι πήγαμε να κάνουμε και ευτυχώς δεν μας άφησαν να το κάνουμε και να το αποτελειώσουμε;
Αυτό το ερώτημα έθεσε νωρίς ο Τάκης Λαζαρίδης, πρώτα στον εαυτό του και έπειτα, με το πρώτο του βιβλίο σε όλους τους άλλους. Όπως καταλαβαίνετε, είναι σαν να θέλει να ξαναγράψει την ιστορία της Αριστεράς. Ο Δεκέμβρης και ο Εμφύλιος, για παράδειγμα, ήταν θανάσιμες απειλές εναντίον της χώρας και του λαού και όχι ευκαιρίες «νίκης» που χάθηκαν. Και ευτυχώς, που αυτές οι απειλές αποκρούσθηκαν. Το «αστικό κράτος» και οι ξένοι, οι Άγγλοι πρώτα και κατόπιν οι Αμερικανικοί, συνέτριψαν την Αριστερά και την αιματοκύλησαν χωρίς αναστολές και ενδοιασμούς, όπως επιβάλλει ένας πόλεμος. Σώθηκε, όμως, η χώρα και ο λαός της δεν γνώρισε τις περιπέτειες που γνώρισαν άλλοι λαοί που εντάχθηκαν με τη βία σε ολοκληρωτικά συστήματα διακυβέρνησης.
Ο Τάκης Λαζαρίδης, όμως, δεν σταματάει εδώ. Αναρωτιέται και μας καλεί να αναρωτηθούμε τι μπορεί να σημαίνει σήμερα «σοσιαλισμός» και «σοσιαλιστική ανοικοδόμηση», στερεότυπα επαναλαμβανόμενα από τα δύο κόμματα της Αριστεράς. Και τι μπορεί να σημαίνει «καπιταλισμός» και πού μας οδηγεί.
Με το νέο του βιβλίο που κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Αναγκαστική Προσγείωση», απαντάει σε γράμματα και ερωτήσεις αναγνωστών του πρώτου βιβλίου, του «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι».
Θα ρωτήσετε, έπειτα από αυτήν την καταλυτική κριτική τι μένει από την Αριστερά. Θα απαντήσουμε ευθέως. Από την Αριστερά που γνωρίσαμε, την παραδοσιακή και επίσημη, δεν μένει τίποτα. Μένουν μόνο οι τραγικές θυσίες της. Και αυτές σαν βάρος στη συνείδησή μας.
Επειδή, όμως, ο κόσμος είναι γεμάτος αδικίες, ανισότητες, καταπιέσεις, αίμα και καταστροφές, το αριστερό αίτημα θα είναι πάντα ζωντανό και ενεργό. Ίσως γι’ αυτό το λόγο η ηττημένη και στη χειρότερη στιγμή της, εγκλωβισμένη στον αποπνικτικό κρατισμό «Αριστερά» είναι ιδεολογικά κυρίαρχη, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Τάκης Λαζαρίδης. Την άλλη Αριστερά μένει να την ανακαλύψουμε…
«Ευτυχώς Ηττηθήκαμε Σύντροφοι..»
«Για εμάς τους κομμουνιστές πρώτα πατρίδα ήταν η Σοβιετική Ένωση, και ύστερα η Ελλάδα»
«Νομίζαμε ότι αγωνιζόμασταν για ελευθερία, δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Στην πραγματικότητα, χωρίς να το ξέρουμε βέβαια, αγωνιζόμασταν για την προώθηση των στόχων της Σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτή είναι η αλήθεια».
~Τάκης(Φιλάρετος) Λαζαρίδης~
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου η ήττα δεν είναι απλώς ένα στρατιωτικό αποτέλεσμα αλλά μια σωτηρία. Μια αθέατη λύτρωση που γίνεται αντιληπτή μόνο εκ των υστέρων, όταν τα πάθη έχουν καταλαγιάσει και η αλήθεια, γυμνή και αμείλικτη, στέκεται μπροστά μας χωρίς συνθήματα, χωρίς σημαίες, χωρίς αυταπάτες.
Μια τέτοια φωνή σπάνια, σχεδόν ανεπανάληπτη, είναι εκείνη του Τάκη Λαζαρίδη.
Δεν πρόκειται για έναν αντίπαλο. Δεν πρόκειται για έναν εξωτερικό επικριτή. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που ανδρώθηκε μέσα στο ίδιο το σώμα της ιδεολογίας που αργότερα κατήγγειλε. Από τα γεννοφάσκια του μέλος του κομμουνιστικού κινήματος, γιος αγωνιστών, με πατέρα εκτελεσμένο από τους Ναζί και μητέρα διωκόμενη, ο ίδιος καταδικασμένος σε θάνατο μαζί με τον Νίκο Μπελογιάννη. Ένας άνθρωπος που πλήρωσε με το σώμα και τη ζωή του την πίστη του και ακριβώς γι’ αυτό, τα λόγια του έχουν βάρος ασύγκριτο.
Δεν είναι λόγια μίσους. Είναι λόγια επίγνωσης.
Δεν είναι λόγια αντιπάλου. Είναι λόγια αποστάτη της ίδιας του της πίστης.
Και ίσως γι’ αυτό είναι και τα πιο επικίνδυνα.
«Νομίζαμε…», λέει.
Μια λέξη αρκετή για να συμπυκνώσει μια ολόκληρη εποχή. Νομίζαμε ότι αγωνιζόμασταν για ελευθερία. Νομίζαμε ότι πολεμούσαμε για δημοκρατία. Νομίζαμε ότι θυσιαζόμασταν για κοινωνική δικαιοσύνη. Και όμως λέει στην πραγματικότητα υπηρετούσαμε άλλους σκοπούς.
Όχι συνειδητά. Όχι με δόλο. Αλλά με εκείνη τη φοβερή δύναμη της ιδεολογίας που μετατρέπει τον άνθρωπο σε όργανο χωρίς να το καταλαβαίνει.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το τραγικό μεγαλείο της μαρτυρίας του, δεν καταγγέλλει απλώς μια πολιτική γραμμή, καταγγέλλει μια αυταπάτη που έζησε ο ίδιος μέχρι το μεδούλι. Η παραδοχή του ότι «οι μεγάλοι ένοχοι είμαστε εμείς» δεν είναι απλώς πολιτική θέση. Είναι σχεδόν υπαρξιακή εξομολόγηση. Σε μια εποχή όπου όλοι αναζητούν τον ένοχο στον άλλον, στους ξένους, στους αντιπάλους, στις συνθήκες εκείνος τολμά και στρέφει το βλέμμα προς τα μέσα. Και εκεί, στο εσωτερικό του ίδιου του κινήματος, εντοπίζει την τραγωδία.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο «μεγάλος αρχηγός», δεν παρουσιάζεται ως παρασυρμένος, αλλά ως φορέας επιλογής. Ο Εμφύλιος δεν εμφανίζεται ως αναπόφευκτος, αλλά ως δρόμος που επιλέχθηκε συνειδητά και στοχευμένα και τότε γεννιέται η πιο βαριά, η πιο ασήκωτη σκέψη.
Αν δεν ήταν αναπόφευκτο, τότε ήταν αποτρέψιμο
και αν ήταν αποτρέψιμο, τότε το αίμα βαραίνει αλλιώς.
Η επιστολή του προς τον Μίκη Θεοδωράκη σχετικά με την “φιέστα” στη Μακρόνησο τον Αύγουστο του 2003 δεν είναι απλώς μια διαφωνία. Είναι σύγκρουση δύο μνημών. Από τη μία, η μνήμη του μαρτυρίου.
Από την άλλη, η μνήμη της ευθύνης και ανάμεσά τους η Ελλάδα, μια χώρα που έμαθε να θυμάται επιλεκτικά, να πενθεί μονόπλευρα, να δικαιώνει χωρίς να αναρωτιέται. Βέβαια εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι τελικά και ο εμβληματικός Μίκης για την Αριστερά μετεστράφη και αυτός, ακόμη ηχούν τα λόγια του στα αυτιά μου στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία το 2018:
«Ναι, είμαι πατριώτης διεθνιστής και συνάμα περιφρονώ και μάχομαι τον φασισμό σε όλες του τις μορφές. Και προπαντός στην πιο πονηρή, απατηλή κι επικίνδυνη μορφή του, την αριστερόστροφη.»
Λόγια που οι “δικοί του” δεν τα συγχώρησαν ποτέ και προσπαθούσαν με τους γνωστούς τρόπους να τον αποδομήσουν έως το τέλος του.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Λαζαρίδη, ο οποίος τολμά το αδιανόητο, να πει ότι και «εμείς» διαπράξαμε αγριότητες, να πει ότι ο Εμφύλιος δεν είναι μονοσήμαντη ιστορία θύματος και θύτη, να πει ότι η αλήθεια δεν είναι ποτέ βολική.
Και τότε έρχεται η φράση που θα μπορούσε να είναι ο τίτλος όλης αυτής της τραγωδίας.
Ευτυχώς ηττηθήκαμε… Όχι ως πανηγυρισμός.
Αλλά ως ανακούφιση που μια πορεία δεν ολοκληρώθηκε. Γιατί αν ολοκληρωνόταν υπονοεί ότι η Ελλάδα θα ήταν σε πολύ χειρότερη μοίρα από ότι γνωρίσαμε. Η ήττα, σε αυτή τη συλλογιστική, δεν είναι εθνική καταστροφή. Είναι ιστορική αποτροπή. Δεν υπάρχει εύκολη αποδοχή αυτής της θέσης. Δεν υπάρχει καθολική συμφωνία και δεν θα μπορούσε να υπάρχει. Όμως υπάρχει κάτι που δύσκολα αμφισβητείται, σπάνια στην ιστορία ένας άνθρωπος στάθηκε απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό με τέτοια σκληρότητα. Σπάνια ένας αγωνιστής αρνήθηκε όχι απλώς την ήττα του, αλλά το ίδιο το νόημα του αγώνα του και ακόμη σπανιότερα, αυτή η μεταστροφή δεν προήλθε από αντίπαλο στρατόπεδο, αλλά από την καρδιά του ίδιου του κινήματος.
Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ανησυχητικό.
Ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους νικητές. Γράφεται κάποιες φορές από εκείνους που έχασαν, και βρήκαν το θάρρος να αναρωτηθούν γιατί.
Από τα πρώτα βιβλία που διάβασα με σχετική θεματολογία και με σημάδεψαν βαθιά. Όχι γιατί μου έδωσε απαντήσεις, αλλά γιατί με ανάγκασε να κάνω τις σωστές ερωτήσεις. Ένα βιβλίο που δεν χαϊδεύει αυτιά, δεν υπηρετεί στρατόπεδα και δεν προσφέρει εύκολες βεβαιότητες. Σε φέρνει αντιμέτωπο με την ευθύνη την προσωπική και τη συλλογική. Αν κάτι πιστεύω σήμερα, είναι πως κάθε Έλληνας θα έπρεπε να έχει διαβάσει αυτό το βιβλίο πριν σταθεί για πρώτη φορά μπροστά στην κάλπη. Όχι για να του πει τι να ψηφίσει, αλλά για να καταλάβει το βάρος τού τι σημαίνει να επιλέγεις.
Σχόλια
·
Συντάκτης
Τάκης Λαζαρίδης – Συλλυπητήρια για τη φιέστα στη Μακρόνησο
Ο κ. Τάκης Λαζαρίδης, Λαρύμνης 7, Αθήνα, απευθύνει μέσω της «Κ.Ε.» την παρακάτω ανοιχτή επιστολή προς τον Μίκη Θεοδωράκη:
Προς αποφυγήν τυχόν παρεξηγήσεων, είμαι υποχρεωμένος ευθύς εξαρχής να δηλώσω την ταυτότητά μου.
Είμαι παλιός συναγωνιστής σου στους αγώνες για «λαϊκή δημοκρατία», «ειρήνη» και «σοσιαλισμό». Καταδικασμένος σε θάνατο μαζί με τον Μπελογιάννη και εν συνεχεία τρόφιμος, επί δεκαπενταετία, των εγκληματικών φυλακών της χώρας. Ο πατέρας μου, ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ στην Κατοχή, καταδικάστηκε για την αντιστασιακή του δράση σε θάνατο από γερμανικό στρατοδικείο και εκτελέστηκε το Μάη του ’43. Και η μητέρα μου καταδικάστηκε για την αντιστασιακή της δράση σε ισόβια δεσμά από βουλγαρικό στρατοδικείο και στη διάρκεια του Εμφυλίου πέρασε και αυτή από τη Μακρόνησο…
Στη φυλακή, Μίκη, είχα το χρόνο να διαβάσω αρκετά, να σκεφτώ πολλά και να καταλάβω περισσότερα. Και μετά τη φυλακή, διαπιστώνοντας τη σκληρή πραγματικότητα στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», βλέποντας τις αλλεπάλληλες λαϊκές εξεγέρσεις στις χώρες αυτές και τις ισάριθμες επεμβάσεις των σοβιετικών τανκς στους δρόμους της Βουδαπέστης, του Βερολίνου και της Πράγας, κατάλαβα τη φοβερή αλήθεια.
Ενώ νομίζαμε ότι πολεμούσαμε για τα ανώτερα ιδανικά της «ελευθερίας», της «δημοκρατίας» και του «σοσιαλισμού», στην πραγματικότητα πολεμούσαμε και θυσιαζόμασταν για την επιβολή της στυγνής δικτατορίας των Ζαχαριάδη – Ιωαννίδη, για τη μετατροπή της πατρίδας μας σε σοβιετικό προτεκτοράτο. Δεν μπορώ λοιπόν, Μίκη, να σε συγχαρώ για τη φιέστα στη Μακρόνησο. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σου απευθύνω ειλικρινή συλλυπητήρια. Γιατί ενώ η πατρίδα μας έχει ζωτική ανάγκη από εθνική ενότητα και ομοψυχία, εσύ και όσοι συνεργάστηκαν μαζί σου, επιμένετε να ξύνετε πληγές, επιμένετε να βρικολακιάζετε ένα παρελθόν για το οποίο μόνο ντροπή μπορούμε να νιώθουμε. Πασχίζετε, για λόγους ευτελούς κομματικής σκοπιμότητας, να διαιωνίσετε ανύπαρκτες, πλέον, «διαχωριστικές γραμμές».
Είναι, πράγματι, πρωτοφανείς οι αγριότητες που διέπραξαν οι αντίπαλοί μας στη Μακρόνησο. Ομως οι αγριότητες, Μίκη, είναι νόμος του Εμφυλίου. Και σε αγριότητες δεν υστερήσαμε κι εμείς. Ας θυμηθούμε την Ελένη Γκατζογιάννη και τις άλλες μαρτυρικές μανάδες της Ηπείρου. Ας θυμηθούμε τον Χρήστο Λαδά. Κι ας μην ξεχνάμε τις βιαίως στρατολογημένες ανήλικες χωριατοπούλες που με το ζόρι βάζαμε να πολεμήσουν, με το ζόρι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν!
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι ποιος ευθύνεται για τις αγριότητες του Εμφυλίου αλλά ποιος ευθύνεται για τον ίδιο τον Εμφύλιο και συνεπώς και για τις αγριότητές του. Και οι μεγάλοι ένοχοι, Μίκη, είμαστε εμείς. Αυτή είναι η οριστική και τελεσίδικη κρίση της Ιστορίας. Και την κρίση αυτή έρχεται να επικυρώσει με τον πιο έγκυρο και αδιαμφισβήτητο τρόπο ο ίδιος ο «μεγάλος αρχηγός», ο Νίκος Ζαχαριάδης.