Ο Χάρης Σαββίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής του residency και επιμελητής της έκθεσης, γράφει: “Ανάμεσα στις πέτρες και το λιγοστό χώμα του Αιγαίου, οι Ξηρανθοί γεννιούνται όχι από νερό, αλλά από μνήμη, επιμονή για ζωή και φως. Ένα τοπίο που φαίνεται ξερό, αλλά ανθίζει με σιωπηλές μορφές: αποξηραμένα άνθη, ραγισμένοι μίσχοι, αόρατες ρίζες που διασώζουν μυστικά της ζωής στη γη. Στους αιώνες, οι Ευρωπαίοι περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα—όπως ο Joseph Pitton de Tournefort, ο Richard Chandler, ο Edward Dodwell και ο Ludwig Ross—διέσχισαν την Ελλάδα και τα νησιά της, καταγράφοντας με έκπληξη την άγρια λιτότητα και την αρχαϊκή – πρωτόγονη ομορφιά του τόπου. Ο Tournefort, ταξιδεύοντας στην Άνδρο το 1700, σημειώνει: «Rien n’est plussauvage que ces collines pierreuses, mais elles sont pleines d’aromates et d’ombres antiques» (Τίποτα πιο άγριο απ’ αυτά τα πετρώδη υψώματα, μα είναι γεμάτα αρώματα και αρχαίες σκιές.) Ο Dodwell, περιγράφοντας την ξηρασία του ελληνικού καλοκαιριού, γράφει: «The sun had burntevery blade of grass, and yet the land breathed an austere poetry, a solemnity of silence» (Ο ήλιος είχε καψαλίσει κάθε ίχνος χλόης, κι όμως η γη ανέδιδε μια αυστηρή ποίηση, μια επισημότητα της σιωπής.) Ο Chandler, παρατηρώντας έναν άγριο θάμνο να ξεπροβάλλει μέσα από αρχαίο ερείπιο, αναφέρει: «Nature has reclaimed what marble left behind» (Η φύση έχει διεκδικήσει ό,τι άφησε το μάρμαρο.)
Για εκείνους, η ελληνική φύση που αντίκριζαν δεν ήταν πια το φόντο ενός πίνακα σε κάποιο μουσείο αλλά ο πρωταγωνιστής οργανισμός που μιλούσε σε τόνο ζωντανό, έντονο αλλά και πέτρινο, με τη γεύση του νέου και πρωτόγνωρου αλλά και τη μνήμη του τοπίου και της ιστορίας”.