Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Στις αρχές Αυγούστου είδα «εντός έδρας», στο Κιάτο και στον κινηματογράφο «Παλλάς» μια από τις κορυφαίες θεατρικές παραστάσεις του φετινού καλοκαιριού. «Το Τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη, με το εκρηκτικό δίδυμο του Αλέξανδρου Ρήγα και του Αντώνη Κρόμπα.
Το εμβληματικό θεατρικό έργο με συνεχόμενα sold out περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα, μέχρι τον Νοέμβριο.
Ο Δημήτρης Κεχαΐδης (1933 – 2005), θεατρικός συγγραφέας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής περιόδου, του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου συγκινεί σταθερά το κοινό.
Φαίνεται σα να μην έχουν αλλάξει πολλά στην ελληνική κοινωνία. Ένα σωρό γνωστά σκάνδαλα «φωτίζουν» τη δημόσια ζωή και παραμένουν ατιμώρητα ή και όχι πάντως με πληγές στο κοινωνικό σώμα.
«Το Τάβλι» γράφτηκε και παρουσιάστηκε το 1972, εν τω μέσω της δικτατορίας, στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και έκτοτε, αποτελεί ένα από τα έργα σταθμούς της ελληνικής δραματουργίας.
Ένα πρωτοποριακό έργο με πολλά ανεβάσματα και μεγάλες επιτυχίες. Ένα έργο με δηκτική διάθεση και ιδιαίτερο, σαρκαστικό και κυνικό χιούμορ για όλες τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.

Είναι σταθερή η προσπάθεια του νεοέλληνα να «επιβιώσει» μέσα από διάφορους χειρισμούς και ψέματα. Είναι κοινός τόπος πια οι άνθρωποι να λένε ψέματα, να κάνουν κομπίνες, να εκμεταλλεύονται τον διπλανό τους.
Ο Κεχαΐδης χρησιμοποιεί το τάβλι ως μεταφορά για την ανθρώπινη ζωή, με τους ήρωες να αναζητούν μια καλύτερη ζωή, αλλά και να παρασύρονται εύκολα στην ονειροπόληση και την ψευδαίσθηση.
Είναι ο Κόλιας και ο Φώντας που παίζουν τάβλι, παίζουν στα ζάρια το μέλλον τους και κατ’ επέκταση το μέλλον του κοινωνικού συνόλου που τους περιβάλλει. Ο Φώντας παρασύρει τον Κόλια σε διάφορα οικονομικά σχέδια, που όλα είναι «ναυάγια».
Μετά από επιχειρήσεις σχετικές με μηχανάκια, με σωλήνες και με …γουρούνια, τώρα τον εισάγει γλυκά γλυκά σε επιχείρηση με νέγρους, που θα μεταφέρει από την Μπιάφρα τάζοντάς τους δουλειά.
Όλα μια ζαριά, η ηθική τους, η ηθική της Καλλιόπης, της αδελφής του Φώντα και γυναίκας του Κόλια, που είναι πρόθυμοι να την πλασάρουν στον πλούσιο γαιοκτήμονα Συμεωνίδη και καλά για «να του δίνει το βράδυ τις παντόφλες», προκειμένου να τον καλοπιάσουν και να τον πείσουν να τους δώσει λεφτά και τα κτήματά του να τα καλλιεργούν οι νέγροι που θα φέρουν από την Αφρική.
Την ιδέα με τους νέγρους τη συνέλαβε ο Φώντας στο «μέρος» του καφενείου όταν σε ένα κομμάτι εφημερίδας για να …σκουπιστεί διάβασε ότι οι νέγροι πεθαίνουν από πείνα στην Μπιάφρα.
Ο Κόλιας είναι αγράμματος και λαχειοπώλης στο Κολωνάκι και μια φορά την εβδομάδα τον βοηθά η κυρία Αφροδίτη, μια γραμματιζούμενη κυρία να γράψει το βιβλίο του καθώς εκείνος της υπαγορεύει τα ανδραγαθήματά του από την Κατοχή.

Ο Κόλιας (Αλέξανδρος Ρήγας) και ο Φώντας (Αντώνης Κρόμπας) είναι δυο λαϊκοί τύποι, που ζουν σε ένα μεταπολεμικό λούμπεν περιβάλλον. Το έργο είναι έτσι γραμμένο, αλλά και οι ηθοποιοί το υποστηρίζουν πλήρως, ώστε να είναι δύο συμπαθή πρόσωπα, που μέσα στη βιοπάλη ο πρώτος προσπαθεί να σηκώσει το ανάστημά του στην ιστορία και ο δεύτερος μέσα στην ψυχική ταραχή του και την οκνηρία του να δώσει λύση στη φτώχεια τους με ένα πυροτέχνημα.
Σε ένα μινιμαλιστικό, ρεαλιστικό και λειτουργικό σκηνικό φτωχικού σπιτιού, που έχει επιμεληθεί η Λία Ασβεστά, εκτυλίσσεται όλη η ιστορία.
Ο Κόλιας έχει τη γυναίκα του για δούλα. Αυτή δεν εμφανίζεται στη σκηνή, όμως είναι απαραίτητη για να εξασφαλίζει τη διαβίωση του άνδρα της, να τον περιποιείται και να του κάνει τον καφέ του με συνέπεια. Είναι ένα πρόσωπο εργαλείο, που το χρησιμοποιούν και το διαθέτουν κατά πως θέλουν.
Και οι δύο ηθοποιοί παίζουν εξαιρετικά τον ρόλο τους. Ο Κόλιας πιο δωρικός, όμως τελικά πέφτει στην παγίδα του Φώντα, που πλασάρει το σχέδιό του με την τεχνική «κρατάς μυστικό;».
Θέλει να μάθει, γιατί και εκείνος ονειρεύεται να εκδώσει το βιβλίο του και να μετακινηθεί κοινωνικά, όπως και ο αδελφός της γυναίκας του, ο Φώντας, ο οποίος όμως φαίνεται πιο επιρρεπής στην παρανομία και τα τυχερά παιχνίδια.
Όταν κόρναρε έξω από το σπίτι του Κόλια ο κύριος Συμεωνίδης κάποιο μεσημέρι, εκείνος βγήκε και τον επέπληξε.
«Είστε γίδι; Κοιμώμεθα!».
Ο Κόλιας δεν δέχεται η γυναίκα του να πάει παραδουλεύτρα στο σπίτι του Συμεωνίδη, που δεν θα είναι και ακριβώς παραδουλεύτρα. Τα δύο πρόσωπα που αναφέρονται, η Καλλιόπη και ο Συμεωνίδης, είναι τα πρόβατα προς σφαγή. Είναι οι άνθρωποι, που θα τους μεταχειριστούν για να πετύχουν τον στόχο τους.
Φαίνονται και οι δυο καλοί άνθρωποι αφού ασχολούνται με τα αδέσποτα γατιά και μέσα από αυτό έχουν πλέξει μια κάποια σχέση. Τους ενώνει η αγάπη τους «για τα …συμπαθές τετράποδα» που λέει ο Φώντας, τα «κωλόγατα» συμπληρώνει ο Κόλιας φτύνοντας.
Θα βάλουν την Καλλιόπη να ζητήσει λεφτά από τον Συμεωνίδη για να μην της πάρουν δήθεν το σπίτι στο σφυρί και έτσι εν πρώτοις θα του αφαιμάξουν το ποσό που θα χρειαστούν για να ναυλώσουν το πλοίο και μετά θα του πάρουν και τα κτήματα.
Είναι γνώριμη αυτή η νοοτροπία του πλιάτσικου στην Ελλάδα, όταν βλέπουν άνθρωπο ανύπαντρο και χωρίς παιδιά. Λέει χαρακτηριστικά ο Φώντας ότι ο Ταΰγετος και ο «Κεβάδας» ανήκουν στον Συμεωνίδη, εννοώντας τον Καιάδα. Ο Κόλιας είναι δειλός και φοβισμένος, ενώ ο Φώντας είναι ριψοκίνδυνος.
Η ατμόσφαιρα σταδιακά γίνεται τεταμένη και εκρήγνυται. Ο Φώντας κατηγορεί τον Κόλια ότι πουλά έρωτα στις ηλικιωμένες κυρίες του Κολωνακίου και βέβαια στην Αφροδίτη, με πρόφαση το βιβλίο, ενώ εκείνος για τον εαυτό του έχει σχέδια, θα γίνει μέγας.
Ο Κόλιας του λέει ότι είναι ξοφλημένος, γεγονός που πυροδοτεί μια κρίση. Ο Φώντας μετά την προσβολή αυτή βγαίνει στην κυριολεξία έξω από τα ρούχα του, απειλεί να βγει έξω ξεβράκωτος και να βουτήξει στο σιντριβάνι.
Το κείμενο και η παράσταση έχει ταλαντεύσεις. Ξεπερνούν αυτό το πρώτο επεισόδιο και ο Φώντας κουρεύει τον Κόλια για να πάει στο καφενείο. Ο Κόλιας του λέει ότι το ψαλίδι «κελαηδάει» στα χέρια του. Αυτή τη δουλειά θα έπρεπε να κάνει.
Ο Φώντας όμως το ξεκαθαρίζει ότι «δεν είναι για λιμανάκια ήσυχα». Δηλαδή εργασία, μεροδούλι, μεροφάι. Αυτός είναι πλασμένος για τα μεγάλα.
«Αυτός είναι καμικάζι!». Πείθει και τον Κόλια που επιβεβαιώνει ότι όντως «αυτός είναι γύπας».

Ο Αλέξανδρος Ρήγας και ο Αντώνης Κρόμπας δημιουργούν ένα δίδυμο που πραγματικά λειτουργεί καταλυτικά στην παράσταση. Έχουν ενσκήψει πάνω στο κείμενο του Κεχαΐδη και έχουν ψυχολογήσει και αναλύσει βαθιά τους δύο χαρακτήρες.
Γρήγορα εκεί που τα έχουν βρει ανάβουν τα αίματα και απειλεί ο ένας τον άλλον να τον σκοτώσει. Κλασικός για την Ελλάδα κοινωνικός και εμφύλιος διχασμός.
Ο Κόλιας αποκαλεί τον Φώντα σωματέμπορα και ο άλλος τον λέει προδότη, που πούλαγε λαχεία στην Κομαντατούρ.
«Αντί να συγχωρνάς που δεν πέρασες στρατοδικείο, πουλάς και μούρη» του λέει.
Έχουν βγει μαχαίρια, κόκκινο φως λούζει τη σκηνή. Το μένος ησυχάζει όταν ο Φώντας του δείχνει την επαγγελματική σφραγίδα, που έχει φτιάξει για την επιχείρησή τους με τα ονόματα και των δυο τους: Παγουρόπουλος – Καλαφατίδης.
Θέλουν να πετύχουν όμως με λαμογιές. Και οι δύο ήρωες εξαπατούν τον εαυτό τους και δεν μπορούν να φύγουν από την κινούμενη βάλτο που έχουν πέσει.
«Μια ζωή σχέδια και προκοπή δεν είδαμε».

Εκεί που νομίζει ο θεατής ότι κάτι θα γίνει και θα αλλάξουν την κατάστασή τους, εκεί που έχουν ετοιμαστεί να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους και να βγουν από τη φυλακή τους, από την τρύπα τους, ξαναπέφτουν σε μια ακόμα παρτίδα τάβλι, κλείνοντας το έργο κυκλικά και τονίζοντας τον φαύλο κύκλο της ζωής αυτών των ανθρώπων και της νοσηρής κοινωνίας που τους κυοφορεί.
Μια παράσταση (σε σκηνοθεσία και μουσική επιμέλεια Αλέξανδρου Ρήγα) που απευθύνεται σε όλους με τρόπο ευθύ, ειλικρινή, άμεσο και ρεαλιστικό.
***
«Το Τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη, από τον Αλέξανδρο Ρήγα περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα



