Η γραφή του Γιώργου Ιωάννου
Η λογοτεχνική παραγωγή του Γιώργου Ιωάννου μπορεί σχηματικά να διαιρεθεί σε δύο περιόδους: στις συλλογές του μέχρι “Το δικό μας αίμα” ο Ιωάννου γράφει ρεαλιστικότερα και με τρόπο εντονότερα συσπειρωμένο γύρω από τις ιστορικές εμπειρίες του νεότερου ελληνισμού (από τη Μικρασιατική Καταστροφή και μέχρι τα μετεμφυλιακά χρόνια), ενώ στις κατοπινές το ύφος γίνεται στοχαστικότερο και πιο υποβλητικό, εμφανώς πιο τολμηρό και τείνει συχνά προς την ονειροπόληση. Βασική παράμετρος της λογοτεχνίας του Ιωάννου είναι το βιωματικό φορτίο της, ο τρόπος με τον οποίο μεταστοιχειώνονται λογοτεχνικά οι εμπειρίες του από τα μέρη όπου έζησε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και το κοινωνικό και ιστορικό του περιβάλλον (η οικογένεια, οι φτωχογειτονιές, ο κόσμος των εργατών και οι έρωτες τους κ.ά.). Ιδιαίτερο ρόλο, εξάλλου, παίζει η γενέτειρά του Θεσσαλονίκη, η οποία δίνεται όχι μόνο ως ένας συγκεκριμένος χώρος με τα μνημεία, τις γειτονιές, τους δρόμους, τους πρόσφυγες και την πολυπολιτισμικότητά της, αλλά και ως χώρος στον οποίο έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια.
Πέθανε έπειτα από μάχη με τον καρκίνο στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου του 1985 σε ηλικία 57 μόλις ετών. Κηδεύτηκε στις 19 Φεβρουαρίου στο 1ο Νεκροταφείο της Αθήνας.
Το απόσπασμα από βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου που έπεσε στις Πανελλήνιες 2025
ΚΕΙΜΕΝΟ 3 [Εξαίσια αστική μας κοινωνία]
Ανεβαίνω στο γραφείο κι αμέσως ζαρώνει η καρδιά μου. Οι αγαπητοί μου συνάδελφοι καταφθάνουν λαχανιασμένοι. Κάθε πρωί μελετώ σχολαστικά την καλημέρα τους, το ύφος τους και τη ματιά τους. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς έγινε και μαζεύτηκαν όλες οι μπαγιάτικες φάτσες πάνω στο δικό μου το κεφάλι. Εκείνο όμως που με απελπίζει περισσότερο είναι, πως το ίδιο σχεδόν συμβαίνει και σε όλα τα άλλα γραφεία. Αυτό το διαπίστωσα μόνος μου τελευταία, όταν πάνω στην αγανάκτησή μου, είπα ν’ αλλάξω και πάλι δουλειά, για να μην τους βλέπω όλη μέρα μπροστά μου. Κατόπι σκέφτηκα πως θα τους έχει αποξεράνει έτσι, σώμα και καρδιά, το πολύ διάβασμα, το κλείσιμο ή η βαθιά σκέψη. Σηκώθηκα και ξαναπήγα στις διάφορες μεγάλες σχολές για να τους δω νεαρούς και φρέσκους φρέσκους. Χώθηκα βέβαια στις αίθουσες των πρωτοετών. Εδώ, είπα, μέσα σ’ αυτό το φυτώριο, θα φανεί το πράγμα. Και όμως η εντύπωσή μου ήταν εξίσου αποκαρδιωτική· το επόμενο κύμα, δεν αποκλείεται, να είναι χειρότερο.
Σκέφτομαι μήπως πρέπει ν’ αλλάξω επάγγελμα και όχι μονάχα γραφείο. Τώρα όμως είναι μάλλον αργά· ούτε τέχνη ξέρω, ούτε για να πάω μαθητευόμενος έχω την ηλικία και το κουράγιο, αλλά ούτε τα χαρτιά και τα κατάστιχα1 χωνεύω. Θα ήθελα, είναι αλήθεια, προ πολλού να ήμουν εργάτης· παράλληλα όμως να έχω αυτή την ίδια ψυχή, τις ίδιες γνώσεις και τα ίδια μυαλά.
1. κατάστιχα: λογιστικά βιβλία, βιβλία επαγγελματιών.
[Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, εκδ. Κέδρος, 1980, απόσπασμα διασκευασμένο για τις ανάγκες της εξέτασης].
Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο / Απόσπασμα





