“Να αρθρώνετε καθαρά παρακαλώ, όπως είπα εγώ τα λόγια μου και σας έδειξα πώς ν’ ακουμπούν μόλις στη γλώσσα σας οι λέξεις. Όμως αν το στόμα σας έμαθε μόνο να μασάει και όχι να μιλά όπως στους περισσότερους ανθρώπους και σε πολλούς από τους ηθοποιούς μας, καλύτερα τα λόγια να τα πει ο διορισμένος κράχτης. Ούτε να πριονίζετε τον αέρα με τα χέρια σας. Σε όλα να έχετε ένα κράτημα. Να κρατιέστε γερά στον χείμαρρο, την τρικυμία, τον χαλασμό – αν έτσι νιώθετε – του πάθους σας. Να δίνετε σε όλα αυτά μια απαλότητα. Το πάθος βγαίνει πιο δυνατό άμα το αδυνατίζεις. Μου πιάνεται η ψυχή να ακούω έναν τριχωτό ρωμαλέο τύπο περιχυμένο πούδρες, να κατασπαράζει ένα πάθος. Να το δαγκώνει με λύσσα. Να ξεκουφαίνει τους εξώστες όπου ποτέ δεν φτάνει κανένα νόημα, μονάχα οι πόζες κι η βουή. Μου έρχεται να μαστιγώσω όλους αυτούς που μ’ έναν γελοίο οίστρο υπερπαίζουν και κάνουν τον Ηρώδη πιο Ηρώδη. Παρακαλώ αυτά να λείψουν. Ούτε να πάτε στο άλλο άκρο και να παίζετε τάχα λιτά. Αδιάκοπα ελέγχετε το παίξιμό σας. Να βρίσκετε πάντα το φυσικό δέσιμο της δράσης με τον λόγο. Κυρίως αυτό, μην απομακρύνεσθε από τους απλούς τρόπους της φύσης. Η Τέχνη δεν ανέχθηκε ποτέ ό, τι είναι έξω από το μέτρο της και πάντα το θέατρο σήκωνε ψηλά έναν καθρέφτη για να κοιτάζει η Φύση. Αντανακλά την Αρετή και όχι τον ενάρετο, το πέσιμο, όχι τον πεσμένο. Εκεί αναγνωρίζει ο καιρός την πραγματική ηλικία του και εμπιστεύεται το είδωλο της μορφής του. Το πάρα πολύ ή το πολύ λίγο θα κάνει ίσως τους αδιάφορους να γελάσουν, οι δίκαιοι όμως θα λυπηθούν. Αυτήν τη Δικαιοσύνη για την Τέχνη να επιζητάτε. Ας είναι κι από έναν. Τους άλλους, όλους αφήστε τους – κι ας είναι οι πιο πολλοί”.
* Ό, τι πιο δυνατό, ό, τι πιο αληθινό, ό, τι πιο διαχρονικό για τους καλλιτέχνες του Θεάτρου. Είναι απίστευτο πόσο τα λόγια αυτά ισχύουν και σήμερα. Από τον “Άμλετ” του Σαίξπηρ, στο σημείο που ο Άμλετ δίνει οδηγίες στους ηθοποιούς. Σε μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά (εκδ. Κέδρος).
* Στη φωτογραφία ο Ινοκέντι Σμοκτουνόφσκι ως Άμλετ στην ταινία του Γκριγκόρι Κόζιντσεφ, που θεωρείται η καλύτερη κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Σαίξπηρ. Για τη δημιουργία της συμμετείχαν οι κορυφές των τεχνών και των γραμμάτων της εποχής, από τον Μπορίς Πάστερνακ («Δρ Ζιβάγκο») που έκανε τη διασκευή του σεναρίου ως τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς που έγραψε τη μουσική της ταινίας. Και βέβαια, η ερμηνεία του Ινοκέντι Σμοκτουνόφσκι στον πρωταγωνιστικό ρόλο του τίτλου παραμένει ακόμη και σήμερα σημείο αναφοράς. Η ερμηνεία του Ρώσου ηθοποιού συχνά αντιπαρατίθεται με τον Άμλετ του Λόρενς Ολίβιε, ο οποίος υποκλίθηκε στον συνάδελφό του.
Έχοντας στηριχθεί στην απόδοση του Πάστερνακ, η οποία ολοκληρώθηκε σε ένα διάστημα οκτώ (!) χρόνων, ο Κόζιντσεφ τέλειωσε την ταινία το 1963 ύστερα από γυρίσματα δύο ολόκληρων χρόνων. Μάλιστα, η σοβιετική εκδοχή του σαιξπηρικού έργου που προβλήθηκε το 1964 αποτέλεσε την εθνική συμμετοχή της Σοβιετικής Ενωσης στον εορτασμό των 400 χρόνων από τη γέννηση του Γουίλιαμ Σαίξπηρ.
«Ο σοβιετικός “Άμλετ” είναι ένα θέαμα – μια μεγάλη, κεντρική, ρεαλιστική απόδοση της μελοδραματικής υπόθεσης του έργου – το οποίο εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις επιπτώσεις που θα έχουν στο εντυπωσιακό τοπίο του η φυσική απόδοση της ίδιας της ταινίας και τα μεγάλα αποτελέσματα που επιτυγχάνει η κάμερα», έγραψαν την εποχή της ταινίας οι «Times» της Νέας Υόρκης με αφορμή την πρεμιέρα της στο Δεύτερο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της πόλης.
Η επιτυχία της σοβιετικής ταινίας «Άμλετ» βρίσκεται στο ότι ενώ ο σκηνοθέτης της επέλεξε να παραμείνει απόλυτα πιστός στο θεατρικό κείμενο, ερμήνευσε τις πράξεις του διασημότερου σαιξπηρικού ήρωα μέσα από μια ιστορική όσο και υπαρξιακή οπτική. Ο Κόζιντσεφ αντιμετώπισε τη φράση του Άμλετ «να ζει κανείς ή να μη ζει;» ως φιλοσοφικό γρίφο και συγχρόνως ως υπαρξιακή αναζήτηση.
Kινηματογραφώντας έναν θετικό ήρωα, η δράση εκτυλίσσεται ανάμεσα σε βράχους και ταραγμένες θάλασσες, με τον Άμλετ να μιλάει συνεχώς μέσα από το Έλσινορ με τους πέτρινους τοίχους, τους ατέλειωτους διαδρόμους και τα δρύινα έπιπλα. Λίγο παλιό θεωρητικά, αλλά αποδεικνύεται υπέροχο, διότι ο Κόζιντσεφ σκέφθηκε την ερμηνεία που θα έδινε στο θεατρικό έργο μέχρι τέλους με απόλυτη συνέπεια και έδωσε στην ταινία του μια γνήσια συναρπαστική επική διάθεση.
Η ταινία κέρδισε το ειδικό βραβείο της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1964 ενώ το 1967 προτάθηκε για τη Χρυσή Σφαίρα στην κατηγορία της Καλύτερης Ξένης Ταινίας. Το αξεπέραστο έργο του Σαίξπηρ στην καλύτερή του μεταφορά στην κινηματογραφική οθόνη.
* Ο Ρώσος ηθοποιός Ινοκέντι Σμοκτουνόφσκι γεννήθηκε στη μικρή πόλη Τατάνοβκα της Σιβηρίας και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Κρασνογιάρσκ. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο το 1946. Έγινε γνωστός για τις ερμηνείες του σε έργα του κλασικού δραματολογίου (Άντον Τσέχοφ, Φίοντορ Ντοστογέφσκι, Σαίξπηρ κ.ά.) και στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1957. Καμία ερμηνεία του όμως δεν μπόρεσε να σταθεί δίπλα στον «Άμλετ» του.




