HANNAH ARENDT
Τρεις συζητήσεις
μτφρ.: Γιώργος Στεφανίδης επίµετρο: ∆ηµήτρης Μαρκόπουλος
εκδ:. Μάγμα, σελ. 168
Τρεις συνεντεύξεις βιογραφούν τη σπουδαία Γερμανοεβραία διανοήτρια.
Τι αποκομίζει κανείς σήμερα –όταν τόσα έργα της έχουν επανεκδοθεί ή μεταφραστεί στα ελληνικά– από την ανάγνωση τριών συνεντεύξεων της Χάνα Αρεντ (1906-1975), οι οποίες δόθηκαν την τελευταία δεκαετία της ζωής της στη γερμανική και γαλλική ραδιοτηλεόραση;
Κατ’ αρχάς, βλέπει την πιο καθημερινή και συναισθηματική πλευρά της Γερμανοεβραίας διανοήτριας, που σε αυτές τις «Τρεις συζητήσεις» εκφέρει ένα λόγο πιο προσιτό από εκείνο των βιβλίων της, εμπλουτισμένο με βιογραφικές αφηγήσεις: τα παιδικά χρόνια στη μεσοπολεμική Γερμανία, η όχι και τόσο εβραϊκή ανατροφή, οι σπουδές πλάι στον Καρλ Γιάσπερς, η έμπνευση και οι αποστάσεις από τον σιωνισμό, ο ακτιβισμός, η μετανάστευση, η μέρα που έμαθε για το Αουσβιτς, η κριτική στην ηγεσία της εβραϊκής διασποράς (αλλά και ζητήματα αμερικανικής μεταπολεμικής επικαιρότητας, όπως το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ), αναφέρονται εδώ λιγότερο ή περισσότερο διεξοδικά.
Κυρίως, όμως, είναι εκείνα τα σημεία όπου η Αρεντ σχολιάζει το δημοφιλέστερο ίσως έργο της, το περίφημο «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ – Εκθεση για την κοινοτοπία του κακού» (εκδ. Νησίδες), τα οποία παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Εχοντας ήδη δεχτεί κατηγορίες περί σχετικοποίησης του απόλυτου κακού μέσα από την περιγραφή του Αντολφ Αϊχμαν ως ενός ανθρώπου εν πολλοίς ανεύθυνου, που απλώς οργάνωσε πειθήνια το Ολοκαύτωμα, η Αρεντ απαντάει στις σχετικές ερωτήσεις ενισχύοντας το επιχείρημά της: «Ο Αϊχμαν ήθελε απλώς να συμπράξει· να ακολουθήσει το ρεύμα. Η θέληση να συμπράξει και να ακολουθήσει το ρεύμα αρκούσε για να καταστήσει δυνατά τα στυγερότερα εγκλήματα», λέει σε ένα σημείο της δεύτερης συνέντευξης, λίγο προτού υπονοήσει τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος με τη διευκρίνιση ότι «υπάρχει η πεποίθηση πως ό,τι είναι ρηχό [banal] είναι και συνηθισμένο. Δεν υποστήριξα ποτέ κάτι τέτοιο. Σε καμία περίπτωση δεν εννοούσα ότι ο Αϊχμαν βρίσκεται ανάμεσά μας, ότι ο καθένας μας κρύβει μέσα του τον Αϊχμαν και ένας θεός ξέρει τι άλλο – ούτε κατά διάνοια!».
Αισθάνεται πάντως κανείς μια γλυκόπικρη αποδοχή για τα ανθρώπινα, όταν η Αρεντ αποφεύγει να συμπεριλάβει ονομαστικά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ (με τον οποίο είχε σχέση ακαδημαϊκή, συναδελφική, ερωτική) στους Γερμανούς διανοουμένους που γοητεύτηκαν από τον ναζισμό: «Οι άνθρωποι παγιδεύτηκαν από τις ίδιες τους τις ιδέες», αρκείται να πει. Έστω κι έτσι, ελάχιστη από την υπευθυνότητα σκέψης και πράξης, που τόσο υπερασπιζόταν, φαίνεται να χάνει εδώ – το πληρέστατο επίμετρο των «Τριών συζητήσεων», διά χειρός Δημήτρη Μαρκόπουλου, υπερασπίζεται επιτυχώς τη συνοχή του έργου της.
Στο κάτω κάτω, η κατανόηση ήταν και ο δικός της σκοπός: «…οι άνδρες επιθυμούν πάντα και διακαώς να επιβάλλονται», επισημαίνει κάπου. «Με ρωτάτε αν θέλω να ασκώ επιρροή. Όχι, θέλω απλώς να κατανοώ. Αν οι αναγνώστες καταφέρουν να κατανοήσουν όπως εγώ, τότε αισθάνομαι ότι εκπλήρωσα την αποστολή μου».

Στα 16 της επιδόθηκε στη μελέτη των έργων του Καντ, του Γκαίτε και του Κίρκενγκαρντ και μετά την αποφοίτησή της από το γυμνάσιο του Κένιχσμπεργκ, άρχισε σπουδές θεολογίας και φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μαρβούργου. Εκεί γνώρισε τον φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ – παντρεμένο, πατέρα δύο παιδιών και κατά 17 έτη μεγαλύτερό της- με τον οποίο είχαν ένα σύντομο ειδύλλιο (ο Χάιντεγκερ ασπάστηκε αργότερα τον ναζισμό και συνεργάστηκε με το χιτλερικό καθεστώς). Στη συνέχεια μετακόμισε για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, στο πλάι του ψυχιάτρου και φιλοσόφου Καρλ Γιάσπερς, ο οποίος έγινε φίλος και μέντοράς της.
Το 1929, η Άρεντ παντρεύτηκε τον εβραίο φιλόσοφο Γκίντερ Στερν, ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα την ιδέα της αγάπης στη σκέψη του Αγίου Αυγουστίνου και μετακόμισε στο Βερολίνο. Η άνοδος των Εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία και η κορύφωση του αντισημιτισμού στη Γερμανία την έστρεψαν στον πολιτικό ακτιβισμό και από τότε και στο εξής η σκέψη της επικεντρώθηκε στη μελέτη της ανόδου των ολοκληρωτικών καθεστώτων.
Ως μέλος του Γερμανικού Σιωνιστικού Οργανισμού, βοήθησε να αποκαλυφθούν οι δοκιμασίες των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς, ενώ το 1933 συνελήφθη από την Γκεστάπο, στην προσπάθειά της να συλλέξει στοιχεία που αποδείκνυαν την αντισημιτική προπαγάνδα του γερμανικού κράτους. Μετά την απελευθέρωσή της απέδρασε και βρήκε καταφύγιο στο Παρίσι, όπου εργάστηκε για τη σωτηρία των Εβραιόπουλων από το Γ’ Ράιχ και την ασφαλή μεταφορά τους στην Παλαιστίνη.
Το 1940, αφού εξασφάλισε το διαζύγιο από τον πρώτο της σύζυγο, παντρεύτηκε τον μαρξιστή Χάινριχ Μπλίχερ. Όταν λίγο αργότερα η Βέρμαχτ εισέβαλε στη Γαλλία, η Άρεντ βρέθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην πόλη Γκουρς, από όπου απέδρασε, και το 1941, μαζί με τον σύζυγό της, κατάφεραν να φτάσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. για να ακολουθήσει μήνες μετά η μητέρα της.
Μεσούντος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Άρεντ ανέλαβε δράση σε αρκετούς εβραϊκούς οργανισμούς και παράλληλα αρθρογραφούσε συχνά σε εβραϊκά έντυπα, όπου, μεταξύ άλλων, εκφράστηκε υπέρ μιας ειρηνικής συμβίωσης Αράβων και Εβραίων σε ένα μεταπολεμικό παλαιστινιακό κράτος, ενώ διετέλεσε και επιμελήτρια στον εκδοτικό οίκο Schoken Books από το 1946 ως το 1948.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Νέα Υόρκη η Άρεντ εμπνεύστηκε και συνέγραψε το πρώτο μείζον έργο της με τίτλο « Το Ολοκληρωτικό Σύστημα», το οποίο εκδόθηκε το 1951, το ίδιο έτος που της δόθηκε η αμερικανική υπηκοότητα. Το βιβλίο, που ανιχνεύει τις ρίζες του σταλινισμού και του ναζισμού, τόσο στον αντισημιτισμό, όσο και στον ιμπεριαλισμό, καταγγέλθηκε από την Αριστερά, επειδή ταύτιζε τα δύο πολιτικά συστήματα. Την ίδια περίοδο έγραφε τακτικά στη γερμανόφωνη εφημερίδα «Aufblau», ενώ συντόνιζε και την έρευνα στην Επιτροπή για την Εβραϊκή Πολιτιστική Αποκατάσταση από το 1949 ως το 1952.
Ακολούθησαν τα βιβλία «Η ανθρώπινη κατάσταση» (1958), «Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος» (1961), «Άνθρωποι σε ζοφερούς καιρούς» (1968) και «Περί βίας» (1970). Αρθρογραφούσε τακτικά στο περιοδικό «New York Review of Books», όπου ασκούσε σκληρή κριτική στην επέμβαση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.
Κορυφαία στιγμή στην καριέρα της αποτέλεσε η έκδοση του βιβλίου «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: η κοινοτοπία του κακού» (1963), με θέμα τη δίκη του λοχαγού των Ες – Ες, Άντολφ Άιχμαν στο Ισραήλ, την οποία κάλυψε ως ανταποκρίτρια του περιοδικού «The New Yorker». Η Άρεντ είδε μία άλλη εικόνα του Άιχμαν. Στο πρόσωπό του δεν διέκρινε έναν φανατικό διψασμένο για αίμα, αλλά έναν γραφειοκράτη, που ήθελε να ευχαριστήσει τους ανωτέρους του. Απαριθμούσε τρένα που οδηγούσαν ανθρώπους στο θάνατο, λες και μιλούσε για φορτία με πορτοκάλια, Ήταν ασφαλώς ένας άνθρωπος που είχε στείλει εκατομμύρια Εβραίους στους θαλάμους αερίων, αλλά το κίνητρό του δεν ήταν ο αντισημιτισμός. Έγινε Ναζί επειδή του άρεσε να πηγαίνει με το πλήθος. Τα εγκλήματά του ήταν η απόδειξη της «κοινοτοπίας του κακού».
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της για διαλέξεις στο Αμπερντίν της Σκωτίας το διάστημα 1973-74 υπέστη ανακοπή καρδιάς, από την οποία ανέρρωσε προσωρινά. Η καρδιά της την πρόδωσε, τελικά, στις 4 Δεκεμβρίου 1975, στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την τριλογία της με γενικό τίτλο «The life of the mind» (οι δύο πρώτοι τόμοι εκδόθηκαν το 1978).
Η Χάνα Άρεντ υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έλαβε θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον το 1959, ενώ είχε διδάξει και στα πανεπιστήμια του Σικάγου, του Μπέρκλεϊ και της Κολούμπια, καθώς και στη Νέα Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (New School for Social Science) της Νέας Υόρκης.
Χάνα Άρεντ: Δεν υπάρχουν επικίνδυνες σκέψεις. Το να σκέφτεσαι αυτό καθεαυτό είναι επικίνδυνο

Θανάσης Τριαρίδης. «Το τρένο από την Κρακοβία θα περιμένω»…
Στις 27 Φεβρουαρίου 1933 ξέσπασε πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ…
Hannah Arendt: Ο πιο φλογερός επαναστάτης θα γίνει συντηρητικός την επόμενη μέρα μετά την επανάσταση
Γκίντερ Άντερς: Δεν υπάρχει καλύτερο κοινωνικό ηρεμιστικό από το σεξ!



