36.8 C
Athens
Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

“Ορκισμένη παρθένα” – ένα έργο για την ελευθερία, την ανάγκη και τη θυσία

Tης Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Πριν από περίπου 4 χρόνια η βρετανική εφημερίδα «Daily Mail» είχε φιλοξενήσει στις σελίδες της μια έρευνα για τις «Ορκισμένες Παρθένες της Αλβανίας» ή αλλιώς «μπουρνέσας». Είναι εκείνες οι γυναίκες που επέλεξαν να ζήσουν ως άνδρες, για να αποφύγουν και να ξεφύγουν από τους παλιούς κώδικες ζωής των αλβανικών φατριών, οι οποίες ανέφεραν ρητά ότι οι γυναίκες αποτελούσαν απλώς και μόνο περιουσία των συζύγων τους.

Για να κερδίσουν το δικαίωμα ψήφου, να μπορούν να παίρνουν αποφάσεις, να πίνουν αλκοόλ ή να καπνίζουν, αλλά και να έχουν όπλο και να συναναστρέφονται με άντρες, για να αποφύγουν ανεπιθύμητους γάμους, οι «μπουρνέσας» έπρεπε να δώσουν αιώνιο όρκο ότι θα μείνουν παρθένες, αλλιώς θα εξαναγκάζονταν σε γάμους, συχνά με πολύ μεγαλύτερούς τους άντρες, που είχαν ακόμα και τρεις φορές τα δικά τους χρόνια. Πολύ μακριά από τους δικούς τους, κόβοντας τα δεσμά με τις οικογένειές τους.

Οι «Ορκισμένες Παρθένες της Αλβανίας» υπήρχαν σε απομονωμένες περιοχές της υπαίθρου της βόρειας χώρας. Ζούσαν και συμπεριφέρονταν όπως και οι άνδρες. Μάλιστα, τα μαλλιά τους ήταν πάντα πολύ κοντά κομμένα και το ντύσιμό τους εντελώς ανδρικό, ενώ αφού έπαιρναν τον όρκο αναλάμβαναν όλες τις ευθύνες του άνδρα, που ήταν η αναμφισβήτητη κεφαλή της οικογένειας, ένας άνδρας – αφέντης.

Η παράξενη παράδοση προερχόταν από έναν φυλετικό κώδικα του 15ου αιώνα, το Κανούν, σύμφωνα με τον οποίο οι οικογένειες που έχασαν στη μάχη όλους τους άνδρες του σπιτιού, θα μπορούσαν να αναθέσουν το ρόλο του «προστάτη» στη μεγαλύτερη σε ηλικία κόρη τους.

Ο δημοσιογράφος της εφημερίδας «Daily Mail» συνάντησε, κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, μια γυναίκα που ζούσε ως «μπουρνέσα» ήδη 72 χρόνια. Ο όρκος της ήταν ο μόνος τρόπος να κληρονομήσει την οικογενειακή γη και να προστατεύσει τις εννέα μικρότερες αδερφές της, μετά τον θάνατο του πατέρα της.

Είχε ζήσει μόνη της το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της και πιθανότατα ήταν και η τελευταία «burnesha» στο μικρό ορεινό χωριό Μπαραγκανές. Όταν ρωτήθηκε πώς προσδιορίζει τον εαυτό της πραγματικά, είπε: «Υποθέτω ότι πάντα ήμουν τόσο άντρας όσο και γυναίκα».

Μπορεί όλη αυτή η ιστορία να ακούγεται απίστευτη, αλλά σε αυτές τις συντηρητικές περιοχές της βόρειας Αλβανίας οι γυναίκες μέχρι πρόσφατα δεν μπορούσαν να οδηγήσουν ή να εργαστούν και ο όρκος αγαμίας ήταν ο μόνος τρόπος για να ζήσουν μια ζωή σχετικής ελευθερίας.

Η πρακτική των “ορκισμένων παρθένων” αναφέρθηκε για πρώτη φορά από ταξιδιώτες, ιεραπόστολους, γεωγράφους και ανθρωπολόγους που επισκέφτηκαν τα βουνά της βόρειας Αλβανίας κατά τον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Σύμφωνα με τον φυλετικό κώδικα, μια γυναίκα περιγράφεται ως «ένα βάρος που ο άνδρας πρέπει να υπομείνει για όσο διάστημα ζει στο σπίτι του». Μερικές νεαρές γυναίκες, ως εκ τούτου, στην πραγματικότητα επέλεξαν να ζήσουν με αυτόν τον τρόπο, προκειμένου να ξεφύγουν από τη φρικτή μοίρα τους σε μια κοινωνία που οι γυναίκες ήταν απόλυτα υποτιμημένες και μόνο οι άνδρες θεωρούνταν ισχυροί.

Όπως και να έχει πάντως, στο τέλος της ημέρας -παρά τα προνόμια που αποκτούσαν λαμβάνοντας αυτόν τον όρκο- η ζωή των «μπουρνέσας» ήταν πολύ μοναχική, ενώ η παράδοση σιγά σιγά πέθανε. Ή τουλάχιστον το ελπίζουμε.

Μόνο μερικές δεκάδες «Ορκισμένες Παρθένες της Αλβανίας» έχουν απομείνει στον κόσμο, σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις. Έτσι, δεν είναι λίγοι εκείνοι που, ενώ ζουν στην Αλβανία, πιστεύουν πως πρόκειται απλώς για μύθους. Ίσως μια μέρα, στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, να γίνει και αυτό…

Μια «μπουρνέσα» στην Αθήνα

Πριν φτάσει όμως αυτή η μέρα, που θα εξαλειφτούν οι θλιβεροί μύθοι, ας μιλήσουμε για μια «μπουρνέσα» που γνωρίσαμε πρόσφατα. Πού; θα ρωτήσετε. Στο Φεστιβάλ Αθηνών, Κτήριο Η, Πειραιώς 260.

Επρόκειτο για την Παρθενόπη Μπουζούρη η οποία σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολλάρι, με απερίγραπτη δύναμη και υπερηφάνεια, υποδύθηκε τη Χάνα Ντόντα στο έργο «Ορκισμένη παρθένα» της Ελβίρα Ντόνες.

Μια γυναίκα ωραία, έξυπνη και ποθητή η οποία έθαψε το φύλο της βαθιά μες στην κοινωνική ανάγκη για δραστηριότητα και κάποια ψήγματα ελευθερίας.

Η Χάνα Ντόντα γεννιέται και μεγαλώνει σε ένα ορεινό χωριό της βόρειας Αλβανίας. Σε έναν τόπο σκληρό και άκαμπτο σαν τους ανθρώπους που τον κατοικούν, όπου η μοίρα της γυναίκας είναι προδιαγεγραμμένη από τη στιγμή που θα γεννηθεί. Μεγαλώνοντας έμαθε να ζει και να ονειρεύεται μέσα στην απόλυτη σιωπή. Θα αποφασίσει να αποτινάξει από πάνω της το πεπρωμένο κάθε γυναίκας, που είναι να γίνει σύζυγος και ισόβιο κτήμα κάποιου άνδρα, επικαλούμενη τον άγραφο νόμο του Κανούν. Τον εθιμικό νόμο που της επιτρέπει να ορκιστεί ισόβια παρθενία και να ζήσει, απαλλαγμένη από τη γυναικεία μοίρα, ως άντρας. Η Χάνα θα κρατήσει όπλο, θα φορέσει αντρικά ρούχα και θα πάρει το όνομα Μαρκ. Δεκαπέντε χρόνια μετά όταν τα βουνά, που μέχρι πρότινος έμοιαζαν η μοναδική λύτρωσή της, αρχίσουν να γίνονται η φυλακή της θα πάρει μια ακόμη μεγαλύτερη απόφαση. Να ταξιδέψει εκτός των συνόρων της χώρας της για να συναντήσει τη μετανάστρια αδερφή της. Ένα ταξίδι από την απομονωμένη Αλβανία στην «πολιτισμένη» Δύση, ένα πολιτισμικό σοκ και μια εσωτερική μετάβαση από τον Μαρκ στη χαμένη πλέον «Χάνα».

Κορίτσι ακόμα, αν και φοιτήτρια στα Τίρανα επί καθεστώτος Enver Hoxha, η ανήσυχη Χάνα αντιλαμβάνεται ότι το πεπρωμένο της είναι μονόδρομος: να γίνει σύζυγος και σκλάβα – ένα μέλλον που επιβάλλεται σε όλες τις γυναίκες στα απομακρυσμένα χωριά της Αλβανίας. Με τη βοήθεια και την καθοδήγηση του θείου της ο οποίος τη συμπονά (μια φωτεινή εξαίρεση για τον τόπο και την εποχή), όταν αυτός πεθαίνει, η Χάνα επικαλείται τον παλιό εθιμικό νόμο Κανούν και δίνει όρκο αιώνιας παρθενίας για να μπορέσει να κρατήσει όπλο και να ζήσει ελεύθερα όπως οι άνδρες. Για τους χωρικούς, η Χάνα γίνεται «ορκισμένη παρθένα» και η ζωή της αλλάζει.

Εκείνη την εποχή, η ελευθερία των γυναικών ήταν ταμπού. Και για το παραμικρό «παράπτωμα» η τιμωρία ήταν ο ανηλεής ξυλοδαρμός, ακόμα και ο θάνατος. Η Χάνα επέλεξε να συμμετάσχει στη ζωή, χωρίς να υπολογίσει το τίμημα, ώστε «να μη σερβίρει το φαγητό στους άνδρες με κατεβασμένο το κεφάλι, πριν αποσυρθεί χωρίς να κοιτάξει τους προσκεκλημένους».

Με την επιλογή της, μια επιλογή ανάγκης και θυσίας, αποδεσμεύεται από έναν γάμο που είχε προαποφασιστεί από άλλους, χωρίς να διακινδυνεύσει μια βεντέτα λόγω ατίμωσης της οικογένειας του γαμπρού.

Σύμφωνα με τη Βρετανή ανθρωπολόγο Αντόνια Γιουνγκ, συγγραφέα του «Albania sworn Virgins» (Οι ορκισμένες Παρθένες της Αλβανίας, Ed. Berg Publishers), το θέμα του σεξουαλικού προσανατολισμού είναι ανύπαρκτο.

Οι virgjinesha ζουν εντός του κόσμου των ανδρών, «βγαίνουν με τους άνδρες, πίνουν με τους άνδρες, ιδίως στα καφενεία», ακόμη και αν οι «ορκισμένες παρθένες» δεν έχουν ποτέ αναγνωρισθεί ως άνδρες στο ληξιαρχείο.

Αν νεαρές γυναίκες συνεχίσουν να δίνουν ίσως ακόμη τον όρκο, η σημασία θα είναι διαφορετική, προβλέπει η Αντόνια Γιουνγκ: θα πρόκειται μάλλον για γυναίκες που επιδιώκουν μία πιο ελεύθερη ζωή, αλλά θα είναι μία προσωπική απόφαση και όχι μία απόφαση για το συμφέρον της κοινότητας ή της οικογένειας.

Η ηρωίδα μας νιώθει πάντα μια ανησυχία κάτω από την ανδρική της περιβολή. Κάτι μέσα της αντιδρά σ’ αυτήν την αναγκαστική επιλογή. Θέλει να ζήσει, να ερωτευτεί, να σπάσει κάθε είδους δεσμά. Αποφασίζει να διασχίσει τα σύνορα από το παρελθόν στο παρόν, από το αρσενικό στο θηλυκό.

Ο Μαρκ θα ξεκινήσει σταδιακά να νιώθει τον ίλιγγο τού να ανακαλύπτεις το σώμα σου, του να αγγίζεις άλλα σώματα. Η Χάνα συναντά στην πορεία της για αποδέσμευση, ανθρώπους σκληρούς κι ανάλγητους που θέλουν να την εκμεταλλευτούν. Βρίσκει όμως και στοργικούς, τρυφερούς ανθρώπους που η ζωή τής είχε στερήσει, και αφήνεται στην απρόσμενη προοπτική ενός έρωτα που το Κανούν της είχε απαγορεύσει. Συναρμολογεί και πάλι τις δύο ψυχές που έχουν ζήσει τόσα χρόνια μέσα στο σώμα της. Ξαναγεννιέται ως ένας νέος, ελεύθερος, σύγχρονος και ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Η ορκισμένη παρθένα Χάνα/Μαρκ, που θα μπορούσε να οριστεί ως μια ιδιάζουσα βαλκάνια Αντιγόνη, διαμαρτυρόμενη ενάντια στον ανορθολογισμό της εξουσίας αιώνες ύστερα από εκείνη την Ελληνίδα κόρη-σύμβολο, αποφασίζει να θάψει όχι το σώμα ενός νεκρού αδελφού, αλλά το δικό της ανδρικό σώμα, στο σκληροτράχηλο τοπίο της Σκόδρας, στην πρωτόγονη, αλπική, βουτηγμένη στην ένδεια, αγροτική Βόρεια Αλβανία. Αποφασίζει να διεκδικήσει ξανά τη θηλυκή της ταυτότητα. Το γυναικείο σώμα διωκόμενο, θαμμένο ζωντανό στον «πέτρινο τάφο» του, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του σύγχρονου μύθου. Το σώμα και η ψυχή που δεν μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σ’ αυτό το θλιβερό, φτωχό κλίμα, το στερημένο συναισθημάτων, αυτό το στείρο περιβάλλον προκαθορισμένων και φοβισμένων σχέσεων.

Η Χάνα δέχεται να αποποιηθεί τη γυναικεία της φύση, να ουδετεροποιηθεί πίσω από το ανδρικό της όνομα Μαρκ, για να εξασφαλίσει το ελάχιστο που οφείλεται σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και στην ελευθερία. Υιοθετώντας αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο για να παρακάμψει τη βία ενός πατριαρχικού, ολοκληρωτικού καθεστώτος όπως της Αλβανίας του Χότζα, δομεί τελικά μια καθ’ όλα διακριτή και σεβαστή ταυτότητα. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η «προοδευτική» Δύση «απελευθερώνει» αυτά τα σώματα; Ταξιδεύοντας στην Αμερική για να ξαναβρεί τους αγαπημένους της, η ηρωίδα θα έρθει αναπόφευκτα αντιμέτωπη με τη σύγκρουση ανάμεσα στη φύση της και την αρσενική φυλακή στην οποία κλείστηκε. Σιγά σιγά ξαναβρίσκει τη θέληση να συνεχίσει να στοιχηματίζει για τον εαυτό της, να διεκδικεί και να απαιτεί το μερίδιό της στην ευτυχία.

Στο σκηνικό με τους ασοβάτιστους τσιμεντόλιθους η θεατρική φλέβα χτυπάει άγρια. Από τις γεμάτες εκδορές και μπαλώματα επιφάνειες θαρρείς πως εκπέμπεται ένας ήχος δυσάρεστος μαζί και καθηλωτικός.

Τα «άξεστα» κοστούμια και τα επιμελώς στερημένα από τη φροντίδα υλικά στη σκηνή φέρνουν στο μυαλό μια δριμύτητα ξεχασμένη που παραπέμπει στα γρέζια, στις ρωγμές και στα μπαλώματα της δικής μας ύπαρξης. Εξαιρετική δουλειά από τις Δάφνη Κολυβά, Εβελίνα Δαρζέντα.

Η μουσική επιμέλεια του σκηνοθέτη, η διασκευή και θεατρική απόδοση της Μαρίας Σκαφτούρα (σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη), η δραματουργική επεξεργασία της Ναταλί Μηνιώτη, οι προσεγμένοι φωτισμοί του Αλέκου Γιάνναρου, η εξαίρετη μετάφραση της Ελεάνας Ζιάκου υπενθύμιζαν τον υπόγειο αναβρασμό που συνέχει όλες τις πράξεις και όλες τις υπάρξεις του έργου. Μια υπόμνηση που ταράζει και εξάπτει.

Σημαντική η συμβολή της κίνησης στην παράσταση (Νατάσα Ζούκα σε σύμπραξη με τον σκηνοθέτη).

 

Οι ηθοποιοί

Επτά ξεχωριστούς ηθοποιούς θαυμάσαμε στην παράσταση, ηθοποιούς από τους καλύτερους του θεάτρου μας.

Η Άντζελα Μπρούσκου μοναδική σε όλους τους ρόλους που επωμίστηκε. Δυναμική, συνεπής, τραχιά, αδυσώπητη, μοιραία, περνάει από την ελπίδα στην εγκαρτέρηση, στη σκληρότητα και τελικά σε μια ζηλευτή αποστασιοποίηση.

Η Γεωργιάννα Νταλάρα, με τη στέρεη παιδεία της και το πλούσιο ταλέντο της, δίνει μια ερμηνεία που έχει τη γεύση του καινούργιου, της ανακάλυψης, της ευρηματικότητας, της ανανέωσης, του απρόβλεπτου.

Η Μαρία Σκαφτούρα, μια σπάνια ηθοποιός που ταυτίζεται απίστευτα με τη σκηνοθετική ματιά του Φεζολλάρι, παραδίδει μια υποκριτικά μεστή, διαυγή και ουσιαστική αδελφή.

Ο Στάθης Σταμουλακάτος σκιαγραφεί ανάγλυφα και πολυδιάστατα και τους δύο χαρακτήρες που υποδύθηκε, με εκφραστική ικανότητα και σκηνική άνεση, με πίστη στους χαρακτήρες, πειστικότητα και αληθοφάνεια.

Ο Αντώνης Φραγκάκης αποδίδει με απλότητα και ακρίβεια, λιτά και αφαιρετικά το ρόλο του.

Ο Γιώργος Παπαπαύλου δίνει πολύ επιτυχημένα τους συγκινησιακούς κραδασμούς του ερωτευμένου και εξόριστου γιατρού, με σωστές αναλογίες και συμβολικές νότες.

Θετική και η σκηνική παρουσία και των ηθοποιών με τους μικρότερους ρόλους (Ορνέλα Λούτη, Αγάπη Παπαθανασιάδου, Νεφέλη Δούκα).

Αφήνω τελευταία την Παρθενόπη Μπουζούρη, γιατί μάλλον εδώ θα αναγκαστώ να σας κουράσω. Αρχίζοντας, θα πρέπει να πω πως η τέχνη του θεάτρου είναι αποτέλεσμα προσεκτικής μελέτης και προετοιμασίας, όχι αυθορμητισμού. Ο ηθοποιός μπορεί να μεγαλουργήσει μόνον αν έχει απόλυτο αυτοέλεγχο και την ικανότητα να εκφράζει συναισθήματα που δεν βιώνει, που μπορεί ποτέ να μην τα βιώσει και τα οποία, από τη φύση των πραγμάτων, δεν είναι δυνατόν ποτέ να βιωθούν.

Η Μπουζούρη είναι ακριβώς αυτό, μια ηθοποιός με αυτοπειθαρχία και αντοχές. Υποδειγματική η άρθρωσή της, η αξιοσύνη της επί σκηνής, η καλλιέπεια της φωνής και της στάσης της. Εκπληκτική και αξιοπρεπής στη σκηνή από την αρχή ως το τέλος, περνούσε από τον Μαρκ στη Χάνα και το αντίθετο έχοντας απόλυτα τη συνείδηση ότι επρόκειτο ουσιαστικά για την ίδια προσωπικότητα, μια προσωπικότητα με δύο όψεις. Έπαιξε με πάθος αλλά αποφεύγοντας τις εξάρσεις, τις κορόνες, τις υπερβολές.

Έδωσε μια μεγάλη ερμηνεία, επιβεβαιώνοντας την άποψή μας ότι είναι ιδανική ανάμεσα στις ηθοποιούς της γενιάς της να ερμηνεύσει αρχετυπικούς ρόλους του αρχαιοελληνικού δράματος.

Η παράσταση

Από την άλλη ο σκηνοθέτης δεν έμεινε στην ασφάλεια των δυνατών του χαρτιών, δεν έμεινε στα κεκτημένα του, μελέτησε, ερεύνησε και αναμόχλευσε δυνατά το υλικό του ώστε να μη χρειαστεί να πατήσει ποτέ το κουμπί κινδύνου.

Η «Ορκισμένη παρθένα» της Ελβίρα Ντόνες δεν είναι μια απλή αναπαράσταση της ιστορίας, δεν είναι μια ξερή αφήγηση με λίγο εύρημα, δεν είναι μια τραγωδία στερημένη από κάθε υπαρξιακό μυστήριο. Είναι ένα χρονικό – μάρτυρας του τέλους μιας εποχής κι ενός ολόκληρου πολιτικοκοινωνικού μοντέλου. Ξεπερνά τη μιζέρια και την οπισθοδρομικότητα της κοινωνίας όπου μεγάλωσε η Χάνα, με τις βάρβαρες συνθήκες ζωής του και τον τυραννικό περίγυρο. Η «Ορκισμένη παρθένα» συνδέει το παρόν με το παρελθόν απλά αλλά τόσο ευρηματικά, που προκαλεί αίσθηση.

Το θέατρο δεν είναι ένας κόσμος φτιαγμένος μόνο από λέξεις, αλλά και από ήχους, από κινήσεις, από αισθήσεις που ο θεατής βλέπει, βιώνει. Στην «Ορκισμένη Παρθένα» δεν έχουμε να κάνουμε με μια αναπαραγωγή της πραγματικότητας, αλλά με έναν παράλληλο κόσμο. Η παράσταση που είδαμε είναι μια πρωτοφανής σύνθεση ενός λαϊκού θεάτρου με το στυλιζάρισμα μιας θεατρικής ποίησης. Ένα έργο ενηλικίωσης, τόσο ελεύθερο από συμβάσεις που σε ορισμένες σκηνές του μοιάζει με ντοκιμαντέρ, το οποίο εξελίσσεται σε μια αφοπλιστική ματιά πάνω στην αγριότητα της ανθρώπινης κατάστασης.

Ένα μανιφέστο για την ατομική αυτοδιάθεση που κερδίζεται μόνον όταν απαρνηθείς το ρόλο που κάποιοι άλλοι επέλεξαν για σένα ή επέλεξες εσύ για τους άλλους.

Ο Ένκε Φεζολλάρι σκηνοθετώντας το έργο τέντωσε και συμπύκνωσε τον χρόνο, τον έπλασε με έναν τρόπο θα έλεγα γλυπτικό. Έφτιαξε μια παράσταση που εικονογραφεί τη ζωή, ένα θέατρο που απευθύνεται στην καρδιά του θεατή. Μια παράσταση που υπενθυμίζει την αποδοχή της δικής μας εύθρυπτης συνθήκης, τη βραχνάδα της ύπαρξής μας, δίνοντας εκείνη την ορμή που προσπερνάει τη νόηση και φτάνει κατευθείαν στα σπλάχνα.

Το catisart.gr έχει παρακολουθήσει σχεδόν όλες τις προηγούμενες δουλειές του και η αλήθεια είναι μία: ο Φεζολλάρι γνωρίζει καλά τους νόμους της σκηνής και τον ρυθμό της.

Θα συνιστούσα να μη χάσετε αυτή του την παράσταση, όταν θα ξαναπαιχτεί. Γιατί θα ξαναπαιχτεί.

  • Καταθέτω αυτές τις απόψεις, παρά το γεγονός ότι οι δημόσιες σχέσεις του Φεστιβάλ, χορηγώντας μου μία πρόσκληση (ενός ατόμου) και κρίνοντας -ως φαίνεται- ότι εκπλήρωσαν το καθήκον τους, με «έριξαν» σε μία θέση από την οποία δεν έβλεπα παρά μόνο το ένα τέταρτο της σκηνής. Τα δε υπόλοιπα τρία τέταρτα τα είδα μετά κόπων και βασάνων, μετακινούμενη συνεχώς πάνω στο κάθισμά μου. Κι αυτό ενώ υπήρχαν κάποιες άδειες θέσεις στις κερκίδες κι ενώ οι συνήθεις απαραίτητοι κοσμικοί στρογγυλοκάθονταν στις πρώτες σειρές τσεκάροντας μάλιστα τα κινητά τους σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της παράστασης.

Ταυτότητα παράστασης

Ένκε Φεζολλάρι

Ορκισμένη παρθένα / Ελβίρα Ντόνες

Συντελεστές

Μετάφραση: Ελεάνα Ζιάκου

Σκηνοθεσία – Μουσική επιμέλεια: Ένκε Φεζολλάρι

Διασκευή – Θεατρική απόδοση: Μαρία Σκαφτούρα, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη

Δραματουργική επεξεργασία: Ναταλί Μηνιώτη

Παίζουν: Παρθενόπη Μπουζούρη, Άντζελα Μπρούσκου, Γεωργιάννα Νταλάρα, Μαρία Σκαφτούρα, Στάθης Σταμουλακάτος, Αντώνης Φραγκάκης, Γιώργος Παπαπαύλου

Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος

Σκηνικά – Κοστούμια: Δάφνη Κολυβά, Εβελίνα Δαρζέντα

Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Πιταούλη

Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Αποστόλης Κόκκαλης

Συντονισμός Παραγωγής: Μαρία Βασαριώτου

Σχεδιασμός Παραγωγής: Κωνσταντίνος Σακκάς

Οργάνωση – Σχεδιασμός Παραγωγής: Delta Pi

Φωτογραφίες: Χριστίνα Γεωργιάδου

Επικοινωνία: Μαρία Κωνσταντοπούλου

Σημείωμα σκηνοθέτη:

Σύμφωνα με μία αλβανική παράδοση, οι γυναίκες γίνονται ισότιμες με τους άντρες μόνον αν αρνηθούν τη γυναικεία τους φύση και ζήσουν με τον τρόπο ενός άντρα, αφού ορκιστούν να μην έχουν ποτέ σεξουαλικές σχέσεις. Έτσι και η Χάνα, μία γυναίκα από το Βορρά της Αλβανίας, αποφασίζει να ξεφύγει από το πεπρωμένο της, επικαλείται τον άγραφο νόμο Κανούν και ζει ως «ορκισμένη παρθένα» με το όνομα Μαρκ. Γράφοντας ποίηση κι έχοντας ως πυξίδα τα έργα της Έμιλι Ντίκινσον, προσπαθεί να αποδράσει από την αποπνικτική πραγματικότητα. Ένα ταξίδι στην Αμερική θα τη φέρει αντιμέτωπη με αυτή της την απόφαση: στη Γη της Επαγγελίας θα συναντήσει την οικογένειά της και θα πρέπει να αντιμετωπίσει όχι μόνο την αμηχανία και τις αντιδράσεις των αγαπημένων της προσώπων αλλά και τη δική της γυναικεία πλευρά. Ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες του θηλυκού της σώματος; Ποια είναι η αρσενική φυλακή στην οποία αποκλείστηκε; Πώς η οικογένειά της θα την κάνει να νιώσει εξόριστη για άλλη μία φορά; Η Χάνα είναι μία Ορκισμένη Παρθένα. Και μας μοιράζεται την ιστορία της: μία ιστορία ενός Εθιμοτυπικού Κανόνα μιας κοινωνίας όπου η αξία των γυναικών ισούται με ένα σακί πατάτες. Η ιστορία μιας γυναίκας που δεν κατοικεί στο ίδιο της το σώμα και βλέπει τους κόσμους της να καταρρέουν. (Ένκε Φεζολλάρι).

– Φωτογραφίες: Σπύρος Χαμπάκης

  • Το συγκεκριμένο έργο έχει γυριστεί και ταινία:

Ορκισμένη Παρθένα 
Vergine Giurata / Sworn Virgin

Δραματική 2015 | Έγχρωμη | Διάρκεια: 84′

Ιταλοαλβανική ταινία, σκηνοθεσία Λάουρα Μπισπούρι με τους: Άλμπα Ρορβάκερ,  Έμιλι Φερατέλο,  Λαρς Έλντινγκερ

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -