Γράφει ο Παναγιώτης Μήλας
[email protected]
Στο δρόμο για το Παλαιό Φάληρο προετοιμάζομαι για μια συνέντευξη με τη Ζωή Ρηγοπούλου. Έχω γράψει σε ένα σημειωματάριο τις ερωτήσεις -όπως πάντα- και όλα είναι υπό έλεγχο. Φθάνω στη λεωφόρο Ποσειδώνος με κατεύθυνση τον Φλοίσβο. Ένα όμορφο χειμωνιάτικο μεσημέρι. Ήρεμη ατμόσφαιρα. Ήρεμη θάλασσα. Κάποιοι χειμερινοί κολυμβητές παίζουν ρακέτες, δυο τρεις κολυμπούν και εκείνη τη στιγμή έρχεται στο νου μου η Ζωή έτσι όπως την έχω δει στο θέατρο και στην τηλεόραση, όπως την έχω ακούσει στο ραδιόφωνο, όπως την έχω συναντήσει σε κάποιες εκδηλώσεις. Λαμπερά γαλανά μάτια, ένα χαμόγελο πλατύ σαν αγκαλιά και πάντα καλή διάθεση, ακόμη και στα δύσκολα. Σε γενικές γραμμές: Θετική πορεία, θετική ενέργεια, θετικά αποτελέσματα, θετικό πρόσημο… Αυτόματα οι σκέψεις αυτές με οδηγούν σε ανατροπή όλων όσων είχα προγραμματίσει. Το θετικό πρόσημο όμως με βοηθά να αλλάξω αστραπιαία τις ερωτήσεις. Όμως ήδη έχω φτάσει. Την ίδια στιγμή έρχεται και η Ζωή. Μπροστά σε δυο κούπες ζεστό καφέ αρχίζει η συζήτησή μας. Πριν πατήσω το κουμπί εγγραφής στο μαγνητόφωνο κάνω μια γρήγορη επανάληψη: Συνδέω, Συναντώ, Συνεισφέρω, Συνομιλώ, Συνθέτω, Συνιστώ, Συνεργάζομαι, Συναγωνίζομαι, Συνεχίζω, Συνυπάρχω…
Διαβάστε τη συνέντευξη.
* Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο της Ζωής Ρηγοπούλου.

– Λοιπόν Ζωή, ας αρχίσουμε. Αποπνέεις θετική ενέργεια και αυτό είναι κάτι πολύ όμορφο για τον περίγυρό σου και τον οικογενειακό και τον επαγγελματικό. Η θετική ενέργεια σημειώνεται με το + (ΣΥΝ), γι’ αυτό λοιπόν έκανα δέκα «ερωτήσεις», δέκα ρήματα με πρώτο συνθετικό την πρόθεση «συν»…

ΣΥΝΔΕΩ: Με το ρήμα αυτό θέλω να κάνεις μια αναφορά στην οικογένεια…
* Το συνδέω είναι ένα πάρα πολύ ωραίο ρήμα, γιατί πολλές φορές μετά τον θάνατο της μαμάς και του μπαμπά, με είχαν ρωτήσει αν ήμουν εξαρτημένη από αυτούς. Όμως ούτε ως μωρό δεν ήμουν εξαρτημένη από τους γονείς μου. Συνδεδεμένη ήμουν, γιατί πάντα συνδέομαι με τους ανθρώπους. Γενικά συνδέομαι. Έτσι είμαι γεννημένη. Συνδέομαι με όλα, εν γνώσει μου ότι κάποιες φορές αυτό είναι βλακώδες, ότι κάποιες φορές θα φάω τα μούτρα μου. Όμως αυτό δεν με πειράζει. Πάντα ήμουν πολύ συνδεδεμένη με ένα πολύ δυνατό κρίκο με γιαγιά, παππού, μαμά, μπαμπά, με κόρη και σύζυγο. Νομίζω ότι αυτή η συνέχεια υπάρχει. Το κουβαλάω, δεν αλλάζω σαν άνθρωπος. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι βέβαια ίδιοι, ούτε μπορείς να κάνεις την ίδια οικογένεια που μεγάλωσες να την ορίσεις και πάλι. Δεν είναι το ίδιο, αλλά πάλι βρίσκεις έναν τρόπο να συνδέεσαι, αν αυτός είναι ο λόγος που ζεις. Ο λόγος που ζεις, δεν είναι ότι σε βοηθάει να κάνεις κάτι άλλο. Είναι στόχος αυτός καθαυτός το να συνδέεσαι. Κι αυτό μ’ αρέσει πολύ όταν το πετυχαίνω γι’ αυτό συνδέομαι και με ανθρώπους με τους οποίους δεν έχω καμία σχέση συγγενική.
– Και στο επάγγελμα και γενικά;
* Και εκτός επαγγέλματος. Δεν μπορώ τα αφοριστικά ότι “η οικογένειά μου μόνο είναι αίμα μου και ότι το επάγγελμα όλο είναι ζαβό”. Δεν είναι έτσι. Οι καλοί και οι κακοί άνθρωποι υπάρχουν παντού.
– Μπορεί να είναι και μέσα από την οικογένεια;
* Παντού. Κακοί και καλοί υπάρχουν και μέσα στην οικογένεια, όπως και εκτός. Δεν φταίει το επάγγελμα. Το επάγγελμα δεν νομίζω ότι μπορεί να σε κάνει κακό αν δεν είσαι. Όπως και τώρα με την κρίση που αποκαλύπτει τους ανθρώπους. Τώρα αποκαλύπτονται όλοι τι ήτανε. Και αυτό το πιστεύω γενικά. Γι’ αυτό δεν μπορώ τα αφοριστικά και το άσπρο – μαύρο. “Στη δουλειά που είστε, κάνετε αυτό κι εκείνο”, μου λένε. “Τότε να σας πω και εγώ στη δουλειά που είστε τι κάνετε εσείς”, έχω πει σε έναν γιατρό και σε έναν τραπεζίτη. Απλώς σε εμάς φαίνεται, είναι πιο ορατό και δεν κρύβεται. Κάποιοι τα ελαττώματά τους τα μετατρέπουν σε προτερήματα. Κάποιοι τις προσωπικές επιλογές τους τις κάνουν βιτρίνα. Νιώθουν έτσι πιο απελευθερωμένοι. Όχι ότι ξαφνικά όλοι οι γκέι είναι συγκεντρωμένοι στο θέατρο και δεν είναι και στα άλλα επαγγέλματα… Πρόκειται για μια σεξουαλική επιλογή που ασφαλώς δεν είναι επαγγελματική…
– Είναι ελεύθερος ο καθένας…
* Μα αλίμονο…

ΣΥΝΑΝΤΩ: Εδώ θα ήθελα να μου κάνεις κάποια αναφορά σε δασκάλους στη ζωή και στην τέχνη.
* Τώρα θα σου πω κάτι το οποίο μπορεί να ακουστεί ιερόσυλο αλλά δεν είχα ποτέ μα ποτέ είδωλο, ούτε στη δουλειά μου ούτε στη ζωή. Με την έννοια του δέους το λέω. Είχα όμως συναντήσεις από τις οποίες πήρα πράγματα που ούτε το βάζει ο νους σου. Όχι το a priori να μάθω δηλαδή κάτι από έναν πολύ σημαντικό σκηνοθέτη. Μπορώ να μάθω κάτι πολύ σημαντικό ακόμη και από έναν αμόρφωτο άνθρωπο που ξαφνικά λέει μια κουβέντα.
– Ακριβώς.
* Έτυχε μια φορά να κάνω βελονισμό και ακούω από μια κυρία, η οποία ούτε είχε σχέση με τέχνη, ούτε με εκπαίδευση, ούτε με τίποτα, να λέει στη θεραπεύτρια: «Άμα η καμήλα δεν σκύψει αγάπη μου, δεν ανεβαίνει κανείς πάνω της». Και λέω κοίταξε που με μια φράση είπε την ιστορία της ζωής μου και την είπε, ειρήσθω εν παρόδω, μεταξύ τυρού και αχλαδίου. Είχα μείνει, με τα βελονάκια πάνω μου και λέω: «Τι είπες τώρα;». Γιατί και εκείνη κάπου το άκουσε, δεν λέω ότι το εφηύρε η γυναίκα αλλά αυτό ήταν η πεμπτουσία της ύπαρξής μου. Συνήθως λέμε ότι δεν μας φέρθηκε αυτός καλά. Μας αρέσει να κάνουμε τα θύματα και λες μετά “Αφού εσύ έσκυψες αγάπη μου, θα ανέβει ο άλλος. Κι εσύ το ίδιο θα έκανες αν έβλεπες τον άλλο έτσι”…
– Φοβερή ατάκα…
* Έχω την εντύπωση ότι είναι ασιατικό γνωμικό, αλλά θέλω να σου πω ότι σε μια στιγμή που έχεις πάει για μια άλλη δουλειά και που δεν είσαι έτοιμος να ρουφήξεις τη διδασκαλία του ενός και του άλλου, ακούς κάτι που μπορεί να σου ανατρέψει άμεσα αυτό που νόμιζες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Είναι κάτι που λες “μα το ξέρω αυτό, αλλά δεν το έχω ακούσει έτσι”. Δεν είναι απαραίτητο ο άλλος να έχει τις περγαμηνές του μεγάλου δασκάλου. Γιατί έχω συναντήσει και μεγάλους δασκάλους, «ιερά τέρατα» όπως τους λέμε που ήταν απλώς τέρατα, ούτε ιερά ούτε τίποτα. Πρέπει να μπορείς να φιλτράρεις αυτόν που έχεις μπροστά σου. Δεν πρέπει να δέχεσαι ότι από τη στιγμή που αυτός θεωρείται μεγάλος και τρανός, εγώ πρέπει να πέσω κατάχαμα. Όχι. Εγώ τον ελέγχω και ακούω τι λέει. Όντως όταν συνάντησα τον Μίνωα Βολανάκη διαπίστωσα ότι ήταν σοφός άνθρωπος. Όχι μόνο σοφός σκηνοθέτης. Αλλά αν δεν είχε το κατάλληλο υλικό δεν θα ήταν αυτός που ήταν. Ήταν μια διαδραστική σχέση. Σου έλεγε δέκα κι αν καταλάβαινες και το πήγαινες παραπέρα, σου έλεγε «μπράβο σου». Αν δεν καταλάβαινες τότε κι αυτός δεν θα ήταν μεγάλος δάσκαλος. Δηλαδή πρέπει κι εσύ να είσαι δέκτης. Κι αυτό είναι κάτι που το φτιάχνεις με τα χρόνια, δεν είναι πάγιο. Όπως το ταλέντο, δεν είναι ότι κάποιος γεννιέται με ταλέντο και το πηγαίνει μέχρι να πεθάνει. Πόσες φορές έχουμε δει ανθρώπους σπουδαίους και λες γιατί έχει καταντήσει έτσι; Δεν πάει η ζωή σου μαζί με το ταλέντο. Αν η ζωή σου έχει ένα βάθος και η τέχνη σου έχει ένα βάθος, είτε είναι γραφή, είτε είναι ερμηνεία, τότε όλα απογειώνονται. Όταν η ζωή σου όμως είναι φελλός, φελλός θα γίνει και το όποιο ταλέντο έχεις. Το έχω δει να γίνεται αυτό, άρα θέλω να σου πω ότι οι δάσκαλοι και οι συναντήσεις είναι πώς θα τους βρεις, σε ποια γωνία θα τους βρεις και πόσο έτοιμος είσαι να τους καταλάβεις.
– Σαν τη μέλισσα που διαλέγει τα καλύτερο.
* Κι αυτό είναι πάντα διαδραστικό, πρέπει κι εσύ να μπορείς να δώσεις ώστε ο άλλος να σου δώσει πίσω, γιατί όλη η ζωή είναι τένις, δεν μπορεί ένας να παίζει τένις μόνος του πολύ ωραία. Γι’ αυτό είναι ωραία να είσαι με καλό ηθοποιό, με ωραίο άνθρωπο, για να πας κι εσύ παραπέρα. Το να παίζεις μόνος τένις στον τοίχο, να κάνεις δηλαδή σκουός, είναι και βαρετό.
– Φυσικά. Κάπου εκεί προς το τέλος αυτά που είπες μας έφεραν στο επόμενο ρήμα.
* Ναι, συνδεθήκαμε με το επόμενο.

ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΩ: Το επόμενο ρήμα που εσύ μπορείς να το βάλεις σε οποιοδήποτε τομέα της δραστηριότητάς σου.
* Συνεισφέρω στο σύνολο το κοινωνικό με αυτή την έννοια η συνεισφορά;
– Και στο επαγγελματικό σύνολο.
* Και πόσο έχει αντίκτυπο στην κοινωνία;
– Ναι. Και στην κοινωνία.
* Η δικιά μας δουλειά θα έπρεπε να είναι συνεισφορά, είτε η ηθοποιία, είτε η δημοσιογραφία, είτε η συγγραφή. Δεν είναι απαραίτητο ότι έτσι γίνεται πάντα, έτσι όμως θα έπρεπε να είναι. Με ενοχλεί για παράδειγμα αυτό που όταν κάποιος θεωρείται σπουδαίος, τον θεωρούν όλοι σπουδαίο γιατί δεν τολμούν να πουν ότι δεν είναι… Χρειάζεται βέβαια το θάρρος της γνώμης για να το πεις αλλά αυτό προϋποθέτει ότι έχεις μια γνώση, έχεις μια παιδεία. Δεν θα πω για τον πυρηνικό φυσικό γιατί δεν καταλαβαίνω την τύφλα μου, αλλά όταν μου λένε ότι αυτός είναι μεγάλος ηθοποιός εγώ δεν καταλαβαίνω γιατί είναι μεγάλος ηθοποιός. Ηλικιωμένος ναι. Μεγάλος όμως γιατί; Επειδή γέρασε; Όποιος γέρασε, δεν σημαίνει ότι είναι αυτόματα και μεγάλος ηθοποιός. Όπως βλέπω και στο Facebook «ο μεγάλος μας ηθοποιός…», καθίστε ρε παιδιά, πού συνεισέφερε αυτός, τι έκανε και πώς το έκανε. Γιατί δεν είναι μόνο τι κάνεις αλλά και πώς το κάνεις. Το ότι κάποιος είχε την τύχη να γεράσει και δεν πέθανε νέος δεν σημαίνει ότι έγινε αυτόματα μεγάλος. Η συνεισφορά είναι ένα πράγμα που δεν ξέρω πώς μετριέται. Είναι πραγματική ή είναι επειδή το λένε οι υπόλοιποι. Πρόσφατα πήγα να δω μια παράσταση σε ένα μεγάλο θέατρο. Όλοι έλεγαν πόσο συγκλονιστική παράσταση ήταν. Φυσικά ήταν πολύ πιασάρικη. Όταν βγήκα έξω ρώτησα ένα φίλο: «Συγγνώμη, μου λες τι σου άρεσε;». Τότε εκείνος μου απάντησε: «Όλοι το λένε ότι είναι καλό, πώς θα πω εγώ ότι δεν είναι». Τότε λέω, άμα πάμε έτσι δεν μπορεί να βρεθεί ένα μέτρο σ’ αυτά τα πράγματα…
– Αυτό που λες για τη συνεισφορά και για την κοινωνία εγώ το νιώθω τώρα παρακολουθώντας αυτές τις νεανικές θεατρικές ομάδες οι οποίες σε καιρό κρίσης προσφέρουν και το χαμόγελο και τον προβληματισμό.
* Η τέχνη σε τέτοιες εποχές ανθεί. Δεν ανθεί στη “φούσκα” που παίρνω τρία τζιπ για να πηγαίνω στην Αράχοβα που δεν χωράω να στρίψω. Δεν είναι εκεί η τέχνη, είναι σ’ αυτές τις δύσκολες εποχές… Σου θυμίζω ότι τα μεταπολεμικά ρεύματα της τέχνης έγιναν από τη φτώχεια, δεν βγήκαν από τον πλούτο. Και αυτό είναι πολύ παρήγορο. Έχω δει πάρα πολλές παραστάσεις νέων παιδιών. Εντάξει κάποιες φορές ανακυκλώνουν παλιά γλώσσα, αλλά κάποιες φορές έχουν να προτείνουν κάτι που λες «ναι αυτός μπορεί να είναι ένας καινούργιος δρόμος». Γιατί αυτή τη στιγμή υπάρχουν καινούργιοι τρόποι έκφρασης που θα βγούνε. Και σαν format θα αλλάξει το θέατρο. Έφυγε τελείως από το συνηθισμένο «πάω βάζω τα καλά μου και ανοίγει η αυλαία». Και περνάμε σε ένα άλλο που μπορεί να μην κρατήσει πολύ, αλλά να κρατήσει μόνο τα καλά από το παρελθόν. Βέβαια να σου πω ότι έχω δει ομάδες που απλώς επειδή δεν έχουν δουλειά μαζεύονται πέντε και λένε “αφού έτσι κι αλλιώς δεν πληρωνόμαστε, ας κάνουμε τουλάχιστον το κέφι μας”. Μαθητές μου με ρωτούν: “Έχετε κανένα έργο για τέσσερα άτομα;» και λέω άμα δεν έχεις ένα όραμα, για ποιο λόγο να την κάνεις την ομάδα; Είναι σαν να μου λες αφού δεν με παίρνει κανένας άλλος θα τη φτιάξω μόνος μου. Αυτό δεν είναι όραμα. Χίλιες φορές κάνε το γκαρσόνι, γιατί να κάνεις τον ηθοποιό; Ο ηθοποιός σημαίνει ότι θέλει κάτι να πει και πρέπει να βρει τρόπο να το πει. Εκεί είναι η πραγματική σημασία της τέχνης κι εκεί θα συνεισφέρεις και στην κοινωνία. Κάτι που ήταν έτσι πενήντα χρόνια απλώς το ανακυκλώνεις επειδή μπορεί να είσαι καλός ή να είσαι μέτριος. Αυτό ας το κάνουμε εμείς οι μεγαλύτεροι. Οι νέοι όμως πρέπει να προτείνουν πράγματα κι ας είναι ακραία. Μέσα από αυτό θα βγει κάτι άλλο. Δεν είναι αυτό που λένε συλλήβδην “πιστεύω στους νέους”. Η νεότητα εξάλλου είναι κάτι που το περνάμε όλοι, δεν είναι αυτός που το έχει προτέρημα.
– Έχουν ελπίδα οι νέοι ηθοποιοί και τη μεταδίδουν.
* Δεν είναι όλοι, μην το κάνουμε καραμέλα, γιατί υπάρχουν κι αυτοί που βγήκαν νομίζοντας ότι θα βγάλουν λεφτά και θα κάνουν εξώφυλλα. Αυτοί είναι που έχουν πάθει μεγάλη καθίζηση γιατί δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά. Ο άλλος όμως που βγήκε γιατί είχε ένα στόχο κι έχει ένα όραμα βεβαίως είναι με το κεφάλι ψηλά. Αυτός δεν βγήκε για να κάνει λεφτά, γιατί το ξέρεις ότι από αυτό το επάγγελμα λεφτά δεν κάνεις. Ποιος έχει κάνει λεφτά από αυτή τη δουλειά. Πέντε – έξι άτομα και πολλά λέω. Μετά βίας βγαίνει το να επιβιώσεις, κι αν βγαίνει. Άσε που σου λένε θα σε πληρώσουνε και δεν σε πληρώνουνε… Δεν είναι μόνο ότι παίρνεις λίγα είναι ότι δεν τα παίρνεις καν. Ποιοι είναι οι πλούσιοι σ’ αυτή τη δουλειά; Δεν υπάρχουν! Είναι πάρα πολύ λίγοι.
– Και τώρα κάπου διάβαζα για αλλαγή στο μισθολογικό με ωρομίσθιο και κάτι τέτοιο.
* Έτσι ήταν, έτσι γινόταν, απλώς τώρα θα γίνει με τη βούλα. Δεν σου έδιναν τίποτα, αλλά σου έλεγαν ότι σου δίνανε. Τώρα θα είναι νόμιμο. Κατάλαβες τι γίνεται; Είναι τραγικό αυτό το πράγμα. Είναι χόμπι πια. Σ’ αντιμετωπίζουν σαν χομπίστα, ή ότι έχεις άλλη δουλειά ή ότι έχεις χρήματα από το σπίτι σου… Δεν γίνεται όμως, πού θα πάει αυτό;

ΣΥΝΟΜΙΛΩ: Το επόμενο ρήμα – ερώτηση, είναι το “Συνομιλώ”. Αναφέρομαι στη «συνομιλία» με τον πατέρα σου κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του βιβλίου «Το παραμύθι της ζωής μου».
* Ήταν πολύχρονη αυτή η προετοιμασία. Αυτό ήταν κάτι που ήξερα ότι υπήρχε, γιατί τον είχα δει που μίλαγε στο μαγνητόφωνο, δεν το έκανε κρυφά.
– Και τις κασέτες κι όλα τα κείμενά του;
* Ή τα έγραφε και μετά τα έλεγε στο μαγνητόφωνο, ή τα έλεγε και μετά τα έγραφε. Πρέπει να υπήρχε και γραπτό το οποίο δεν το βρήκα. Αν το έβρισκα όλα θα γινόντουσαν πολύ πιο γρήγορα. Τελικά έγινε απομαγνητοφώνηση η οποία πήρε πολλά χρόνια. Ήταν πολλές οι κασέτες, 300 σελίδες γραπτός. Φαντάσου πόσες κασέτες ήταν. Η μαμά πάντα μου έλεγε: «Τι θα κάνουμε με αυτές τις κασέτες; Κάτι πρέπει να κάνουμε αν και εγώ δεν μπορώ να τις ακούσω βέβαια». Της έλεγα: «Ούτε εγώ μπορώ να τις ακούσω. Αλλά κάτι πρέπει να γίνει».
– Τελικά δεν τις άκουσες;
* Δεν μπορούσα, δεν ήθελα. Ούτε τώρα μπορώ… Άκουσα μόνο ένα μικρό κομματάκι γιατί ήθελα να στείλω ένα ηχητικό που μου ζήτησαν, αλλά και αυτό το έκανα με πολλή βία. Εδώ ούτε τις ταινίες δεν μπορώ να δω στην τηλεόραση… Αλλάζω το κανάλι. Δεν είναι εύκολο, δεν χωράει στο νου του ανθρώπου, ότι τούτος που μιλάει κι είναι όλα καλά, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι μαζί μας… Είναι το παράλογο του θανάτου αυτό και ειδικά όταν μιλάμε για κάποιον που έφυγε ξαφνικά την ώρα που ήταν ενεργός. Ο πατέρας μου ετοιμαζόταν να γυρίσει ταινία με τον Αντώνη Καφετζόπουλο, είχε παίξει στο Εθνικό το «Ένας ήρως με παντούφλες» το οποίο – αυτά είναι τα “καρμικά” – το παίζω εγώ φέτος. Ήταν διακοπές. Είχαμε συναντηθεί μια μέρα πριν. Εκείνος μετά πήγε στη Μύκονο. Εγώ πήγα σε ένα άλλο νησί τότε. Θα γύριζε για να αρχίσει την ταινία και μετά τις πρόβες στο Εθνικό Θέατρο. Κοίτα, όταν είσαι εξήντα τόσο χρονών άνθρωπος δεν περιμένει ο άλλος να φύγεις και αυτό είναι πολύ βίαιο γι’ αυτόν που μένει… Ήθελα λοιπόν να το κάνω το βιβλίο. Δεν ξέρω αν θα ήθελε ο ίδιος, δεν είμαι σίγουρη. Βλέπω κάποια γραπτά του. Είναι σαν να λέει: «Ε, όποιος μείνει έπειτα από μένα ας κάνει ό, τι θέλει άμα τα βρει»… Αισθάνθηκα λοιπόν ότι έπρεπε να το κάνω και αυτό αφορά πολύ κόσμο όχι με την έννοια του κουτσομπολιού, το βιβλίο, αφορά ηθοποιούς, γιατί δείχνει μια ολόκληρη εποχή. Συνήθως επειδή έχει περάσει λέμε: “Η ωραία εκείνη εποχή”… Το ίδιο γινόταν όμως και τότε με τους πάτρωνες και με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης… Πάλι κατευθύνανε τα πράγματα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Απλώς τώρα συνηθίζουμε να λέμε: “Τι ωραίο που ήτανε εκείνη η εποχή”. Τότε παλεύανε με δεκατέσσερις παραστάσεις την εβδομάδα χωρίς κανένα ρεπό. Σήμερα παίζεις έξι, εφτά παραστάσεις και λες κουράστηκα. Τότε σε μία βδομάδα παρουσίαζαν τέσσερα έργα… Ούτε ξέρανε, που λέει ο λόγος, βγαίνοντας στη σκηνή ποιο έργο παίζουν… Δεν ήταν τα πράγματα απλά, ήταν δύσκολα. Όπως είπα, αυτό το βιβλίο μπορεί να ενδιαφέρει πέρα από τους ηθοποιούς και άλλους ανθρώπους γιατί δείχνει πώς ζούσαν οι άνθρωποι τότε και πόσο δύσκολα τα έβγαζαν πέρα
– Διάβασα κι εγώ το βιβλίο. Πρόκειται για ένα μάθημα ζωής μέσα από τις εμπειρίες του Ρηγόπουλου. Είδα μέσα από τις διηγήσεις του να δίνει λύσεις σε καθημερινά και επαγγελματικά προβλήματα.
* Μα είναι ένας μονόλογος ζωής. Δεν είναι βιβλίο, με την κλασική έννοια. Μπορεί να ταυτιστεί μαζί του κάθε εργαζόμενος. Δεν είναι απαραίτητο να εργάζεται στο θέατρο…
– Ακριβώς. Ο Ρηγόπουλος δίνει και αυτό το μήνυμα το αισιόδοξο ότι «μπορώ αγωνιζόμενος να ξεπεράσω το όποιο εμπόδιο».
* Ναι, γιατί συνήθως για τους ηθοποιούς νομίζουμε ότι όλα τους έχουν έρθει δεξιά και όλα είναι πολύ ωραία. Πιστεύουμε πως είναι όλοι πλούσιοι. Η αλήθεια όμως είναι πικρή. Οι περισσότεροι έδιναν καθημερνό αγώνα για την επιβίωση. Και τελικά ό, τι πέτυχαν το έκαναν μετά από σκληρή δουλειά…
– Και με το μεράκι…
* Δεν γίνεται χωρίς μεράκι, αλλιώς κάνεις άλλη δουλειά. Όλοι κλαίνε που χάσανε το εφάπαξ, εγώ δεν ξέρω τι είναι το εφάπαξ. Η δουλειά μας δεν είχε ούτε εφάπαξ, ούτε τίποτα άλλο. Λυπάμαι που το λέω αλλά δεν θα στενοχωρηθώ που κάποιος έχασε το εφάπαξ του. Αυτό το δρόμο διάλεξε. Διάλεξε μια σίγουρη οδό, άρα έχει κάνει κάποια καβάτζα. Τι να πούμε εμείς που δύο φορές το χρόνο είμαστε άνεργοι και ψάχνουμε συνέχεια για δουλειά… Για ποιο εφάπαξ να πούμε όταν εμείς καλά καλά ούτε μισθό δεν έχουμε. Γιατί σου λέει ο άλλος «δεν πήγε καλά το έργο», τι θα κάνεις, θα τον πας στο δικαστήριο; Ποιος θα σε ξαναπάρει στη δουλειά του μετά; Άσε που τον καταλαβαίνεις, όταν κάτι δεν έχει πάει καλά. Όταν μάλιστα ξέρεις ότι δεν έχει από πίσω του χορηγό ή χρηματοδότη το κράτος, τι να του πεις; «Πούλα το σπίτι σου για να πληρώσεις εμένα»; Στο ίδιο καζάνι είμαστε όλοι. Ειδικά όταν είναι κι αυτός συνάδελφος ο οποίος κάνει τον θεατρικό επιχειρηματία. Δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα. Έτσι ακριβώς έχουν τα πράγματα. Επομένως δεν μπορώ εγώ να συμπλεύσω με εκείνον ο οποίος λέει: “Στα εξήντα μου ήθελα να έχω πάρει το εφάπαξ, να δώσω στα εγγόνια, να πάρω κι ένα σπίτι στο νησί…”. Την ίδια ώρα όμως που κάποιος παραπονιέται για το εφάπαξ που έχασε εγώ δεν μπορώ να πληρώσω το νοίκι μου. Θα μου πεις αυτές είναι επιλογές, εσύ επέλεξες μια δουλειά που είναι ανασφαλής. Ναι, αλλά να μη θεωρούμεθα κι από τον κόσμο ότι έχουμε λεφτά. Το ότι έχει η δουλειά μας αναγνωρισιμότητα δεν σημαίνει ότι αυτό έχει αντίκτυπο και στη μισθοδοσία. Ίσα ίσα…
– Θυμάμαι πως πριν από μερικά χρόνια, όταν τέλειωνε μια παράσταση και έτσι διστακτικά πηγαίναμε στα καμαρίνια για να συγχαρούμε τους ηθοποιούς και τους λέγαμε «μας συγχωρείτε σας φέρνουμε σε δύσκολη θέση», μας απαντούσαν: «Μα, αυτή είναι η αμοιβή μας, η χειραψία και ένας λόγος που δείχνει ότι ευχαριστηθήκατε»…
* Φυσικά, θέλεις να δεις ότι η δουλειά σου έχει περάσει στον κόσμο. Βέβαια αυτό είναι. Γι’ αυτό το πράγμα ζει ένας ηθοποιός.
– Και τώρα όταν πηγαίνουμε με παρέα μετά την παράσταση λέμε να πάμε στα καμαρίνια, οι φίλοι μας απαντούν: «Δεν είναι σωστό, τώρα είναι κουρασμένοι». Τότε τους απαντάμε πως οι ηθοποιοί αυτό περιμένουν… αυτό θέλουν… αυτό θα τους δώσει χαρά.
* Ίσα ίσα είναι πολύ κακού γούστου να μην πας στα παρασκήνια ειδικά άμα γνωρίζεις τους ανθρώπους. Διότι άμα είσαι άγνωστος θα χειροκροτήσεις εντάξει φτάνει. Αλλά αν είναι κάποιος φίλος σου το να μην πας είναι κακό. Κάτι βρες να πεις. Δεν σ’ άρεσε, πες το με έναν τρόπο αλλά πήγαινε. Καλό θα του κάνεις.
– Είπαμε για το βιβλίο. Τώρα το επόμενο έχει σχέση με τη διδασκαλία. Μου είπες ότι διδάσκεις, έτσι δεν είναι;
* Πολλά χρόνια σε σχολές στις δραματικές.
– Τώρα πού είσαι;
* Αυτή τη στιγμή σε καμία. Κάνω μόνο σεμινάρια σε ένα δήμο. Δεν πρόκειται όμως για επαγγελματική σχολή. Προετοιμάζω όσους θέλουν πραγματικά να δώσουν εξετάσεις στο υπουργείο και να μπουν σε σχολές. Βέβαια οι σχολές περνάνε μεγάλη κρίση αυτή τη στιγμή. Οι μισές κλείσανε. Γιατί δεν πάει κανένας αυτή τη στιγμή. Που θα βρει λεφτά; Όσο φτηνά και να το κατεβάσεις υπάρχει πρόβλημα κι όταν είναι μια δουλειά που δεν χρειάζεται άδεια ασκήσεως επαγγέλματος όποιος θέλει μπαίνει και κάνει ό, τι θέλει. Ο άλλος σου λέει γιατί να εκπαιδευτώ; Δεν χρειάζεται το χαρτί για να κάνεις την αρχή όπως χρειαζόταν στα χρόνια μου. Έτσι έχει δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα στις δραματικές σχολές. Βέβαια θέλουν να εκπαιδευτούν πάρα πολλά παιδιά αλλά πρέπει να δουλεύουν το πρωί αλλού ή το βράδυ στα μπαρ για να μπορούν να πληρώσουν τη σχολή. Αποτέλεσμα της κρίσης ήταν να κλείσουν πολλές σχολές.

ΣΥΝΘΕΤΩ: Η επόμενη ερώτηση είναι το ρήμα συνθέτω, το οποίο αναφέρεται στη σύνθεση της εμπειρίας και της γνώσης που είναι απαραίτητες για τη δημιουργία των νέων ηθοποιών και για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους.
* Είναι δύσκολο αυτό το πράγμα. Αναλαμβάνεις μεγάλη ευθύνη. Γιατί παίρνουν από εσένα τα νέα παιδιά για να συνθέσουν ένα ρόλο. Τους παίρνεις τελείως «γυμνούς», δεν ξέρουν τίποτα για τον χώρο.
– Ίσως και να έχουν παραπληροφορηθεί.
* Πάρα πολλές φορές μου έχουν τύχει παιδιά που λένε: “Κυρία, αν ξέραμε ότι ήταν έτσι το θέατρο ούτε απ’ έξω θα περνάγαμε”. Είναι πολύ δύσκολο. Αυτοί νομίζουν ότι είναι εύκολο σε πρώτη φάση.
– Ίσως νομίζουν ότι είναι αυτό που βλέπουν στην τηλεόραση.
– Και μάλιστα ότι επιτυγχάνεται εύκολα και απλά. Και του λες: «Σήκω στη σκηνή, πήγαινε από εδώ μέχρι εκεί και φέρε ένα γράμμα». Και λέει: «Δεν μπορούσα να φανταστώ όταν το έβλεπα από κάτω αυτό ότι είναι τόσο δύσκολο». Είναι όπως όταν βλέπεις ένα σπουδαίο μπαλέτο, ένα μεγάλο χορευτή και λες: «Παιδί μου, μπορώ κι εγώ να τα κάνω αυτά»… Γιατί όσο ρέει αυτό που βλέπεις και σε ευχαριστεί, άλλο τόσο νομίζεις ότι είναι πανεύκολο και για σένα. Τελικά όμως αν το επιχειρήσεις νιώθεις σαν την αρκούδα που πατάει τα κάρβουνα… Αυτό ακριβώς συμβαίνει στη δικιά μας δουλειά.
– Όπως είπε ο Πικάσο “Έπρεπε να γεράσω για να φτάσω να ζωγραφίζω όπως τα παιδιά”…
* Αυτό ακριβώς. Σκέψου μόνο τι πορεία ακολούθησε για να φτάσει και να ολοκληρώσει μέσα στο μυαλό του την απλότητα. Γιατί τελικά πρέπει να βγάλεις από πάνω σου τον ενήλικα. Στην διαδρομή της ζωής ο ενήλικας έχει φορτωθεί με πολλά καθωσπρέπει, δήθεν κ.λπ. Αυτά πρέπει να τα αφήσει πίσω του. Έχει τύχει δύο χρόνια να κάνω θεατρικό παιχνίδι σε παιδιά του νηπιαγωγείου. Εκεί ομολογώ πως δυσκολεύτηκα. Δεν φαντάζεσαι πόσο αφοπλιστικά ήταν αυτά τα μικρά με την εξυπνάδα αλλά και την αθωότητά τους. Ήταν χωρίς απορία στο μάτι. Τους έλεγες ας πούμε: «Αυτό είναι ένα κουτάκι. Πείτε μου τι άλλο θα μπορούσε να είναι;». Το κουτάκι αυτό λοιπόν το έκαναν ακουστικό, το έκαναν στυλό, το έκαναν κουτάλι… Αυτή είναι και μια άσκηση που την κάνουμε στο πλαίσιο της φαντασίας του αυτοσχεδιασμού και στη σχολή. Εκεί οι δεκαοχτάχρονοι με κοιτούσαν απορημένοι για ένα τέταρτο και στο τέλος δεν μπορούσαν να απαντήσουν. Τους έλεγα: «Παιδί μου δεν είναι μόνο στυλό, σκέψου λοιπόν τι άλλο θα μπορούσε να είναι»; Και ενώ ο 18χρονος κάνει ώρες να απαντήσει, βλέπεις τον πεντάχρονο να απαντά αμέσως και το στυλό να το έχει κάνει φλογέρα, να το έχει κάνει ντραμς, να το έχει κάνει ό, τι θέλεις και λες κοίτα πόσο πρωτογενώς έχουμε πράγματα οι άνθρωποι, τα οποία τα χάνουμε στην πορεία για να τα ξανακερδίσουμε αργότερα αν έχουμε ένα ταλέντο και μια βαθύτερη γνώση. Είναι μεγάλη ιστορία αυτή… Είναι ωραία σχέση αυτή.
– Η Ειρήνη (σ.σ.: Ειρήνη Αϊβαλιώτου, διαχειρίστρια του cat is art) το κάνει αυτό. Παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής στο “Θέατρο Επί Κολωνώ” με την κυρία Ελένη Σκότη. Γιατί όταν κάνει συνέντευξη με έναν ηθοποιό, πρέπει να ξέρει τι έχει περάσει αυτός, πόσο έχει ιδρώσει για να ανέβει στη σκηνή και να αποδώσει…
* Μα σου κάνει πάρα πολύ καλό και στην ψυχή σου αυτό, πέραν από το αν θα ασχοληθείς ποτέ επαγγελματικά με αυτό. Είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Σου βγάζει πράγματα αν θέλεις βέβαια αφού εκτεθείς, γιατί το επάγγελμα μας έχει να κάνει με την έκθεση. Δεν μπορεί να κάνεις οικονομία, να κρύβεις πράγματα, τότε είσαι πολύ μέτριος ηθοποιός, πρέπει να είσαι αποφασισμένος να εκτεθείς.
– Πρέπει να αφήσεις τον εαυτό σου ελεύθερο. Πρέπει να είσαι ανοιχτός.
* Σωστά, ποτέ δεν είσαι γελοίος αν δεν νιώθεις γελοίος. Μόλις νιώσεις γελοίος, τότε είσαι γελοίος. Ενώ αν σηκωθείς και κάνεις αυτό που νιώθεις και εκτεθείς ποτέ δεν είσαι γελοίος. Είναι αυτό που είπες πριν, να ξαναγεννηθεί η παιδικότητα, γιατί το παίζω τι είναι; Παιδί είναι. Παίζω στο θέατρο είναι με την έννοια του παιχνιδιού, αν το θέατρο δεν είναι χαρά τότε τι να το κάνω; Πρέπει να είναι χαρά. Δημιουργική χαρά.
– Είχαμε πάει στο θέατρο “Θησείο” και είδαμε το «Γαμ.» της Κατερίνας Έσσλιν. Στην αρχή του έργου οι θεατές που κάθονταν σε ένα «πι» γύρω από τη σκηνή είχαν πάρει ένα μικρόφωνο και το έδιναν από χέρι σε χέρι λέγοντας ο καθένας το όνομά του. Δηλαδή, με λένε Μαρία, με λένε Ουρανία, με λένε Γιώργο… Αυτό είχε σχέση με τη συνέχεια του έργου όπου η δράση αναπτύσσεται μεταξύ των συγκατοίκων μιας πολυκατοικίας. Προσπαθούσα να σκεφτώ τι θα πω. Γιατί το να πω ότι με λένε Παναγιώτη ήταν το πιο εύκολο. Έρχεται λοιπόν η σειρά μου, παίρνω το μικρόφωνο και λέω: «Με λένε Μπουτέλ, αυτό είναι το όνομα Παναγιώτης στα μυτιληνιά». Όλοι χειροκρότησαν αυθόρμητα…
* Είδες που είχες την άνεση να το κάνεις, αυτό είναι το ζητούμενο. Έχω δει ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν πάνε σε θέατρα όταν ξέρουν ότι θα τους δώσουνε μικρόφωνο ή θα τους απευθύνουν το λόγο. Φοβούνται τόσο πολύ να εκτεθούν. Μα οι άνθρωποι έχουν πρόβλημα με την έκθεση έτσι κι αλλιώς πόσω μάλλον εκεί.

ΣΥΝΙΣΤΩ: Συνέχεια με το ρήμα συνιστώ. Αν θέλεις να δώσεις μια συμβουλή στους μαθητές σου ή στους νέους ηθοποιούς ή γενικά στους νέους.
* Το μόνο που θα συνιστούσα σε όλους τους ανθρώπους είναι να ακούνε, τίποτα άλλο. Να ακούνε. Όταν ακούς, ακόμα και τα λάθη που ακούς στη συνέχεια ξέρεις πώς να τα χειριστείς αλλά και να τα φιλτράρεις όταν θα ακούσεις το σωστό. Η βλακεία είναι ο παρορμητισμός γενικότερα. Ο άνθρωπος πρέπει να ρέει, να κινείται και να αλλάζει. Αλίμονο σε αυτόν που λέει ότι εγώ από τότε που ήμουν πέντε χρονών δεν έχω αλλάξει. Δεν το ζηλεύω αυτό. Όπως δεν καταλαβαίνω αυτούς που λένε: «Εγώ δεν έχω μετανιώσει για τίποτα». Εγώ μπορώ να πω, πως έχω μετανιώσει για πολλά. Φαντάζομαι ότι είναι ένα είδος άμυνας να λες ότι «εγώ δεν έχω μετανιώσει». Απορώ πώς το λένε. Είμαστε σε ροή και αν θέλεις να κατακτάς πράγματα πρέπει να ακούς, αλλά και να διαχειρίζεσαι και να φιλτράρεις το κάθε τι.
– Είναι αυτό που έλεγες στην αρχή: «Δεν είναι τένις, είναι σκουός»…
* Τότε είναι που βαριέσαι και λες: «Αφού θα μιλάω στο ντουβάρι, να μη μιλώ καλύτερα, να κάτσω σπίτι μου, να δω μια ωραία ταινία, να διαβάσω ένα βιβλίο…». Γι’ αυτό και δεν συναλλάσσομαι πολύ, δηλαδή δεν βγαίνω για να βγαίνω. Σχεδόν δεν βγαίνω, θέλω να πάω σινεμά που είναι το ψώνιο μου και τίποτα άλλο από εκεί και πέρα…
– Έχω διαβάσει τις κριτικές σου για πολλές ταινίες. Τώρα σταμάτησες να γράφεις;
* Γράφω όταν βρω ευκαιρία. Το σινεμά το αγαπώ πάνω από όλες τις τέχνες.
– Τη «Μικρά Αγγλία» την είδες;
* Την είδα στο Αγρίνιο κι ήταν ωραία εμπειρία να είναι γεμάτο το σινεμά. Δυστυχώς στο Αγρίνιο έχει μείνει μόνο μία κινηματογραφική αίθουσα…
– Όσοι την είδαν είπαν τα καλύτερα λόγια. Κάποιοι είπαν πως είναι η καλύτερη ταινία του Βούλγαρη.
* Είναι πολύ προσωπική ιστορία η ταινία, όμως δεν πιστεύω ότι είναι η καλύτερη του Παντελή Βούλγαρη. Όχι επειδή έπαιζε ο πατέρας μου αλλά πιστεύω πως η καλύτερη ταινία του ήταν «Το προξενιό της Άννας». Φυσικά και τα «Πέτρινα Χρόνια» που ακολούθησαν… Η «Μικρά Αγγλία» έχει πολλά καλά αλλά δεν τη θεωρώ την καλύτερή του. Πάντως είναι μια πολύ ωραία δουλειά.

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΑΙ: Συνεχίζω με το «συνεργάζομαι». Ας το προσδιορίσουμε στη φετινή επαγγελματική σου δραστηριότητα.
* Με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου παίζουμε το «Ένας ήρως με παντούφλες» των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου. Ήδη ολοκληρώθηκαν οι παραστάσεις στο Αγρίνιο με επιτυχία και ετοιμαζόμαστε για τη συνέχεια.
– Ποιοι παίζουν σε αυτή την παράσταση;
* Είναι ο Πάνος Σκουρολιάκος στο ρόλο του στρατηγού και ένα επιτελείο πολύ καλών ηθοποιών κάποιων νεότερων κάποιων λίγο παλαιότερων και κάποιων εκ του Αγρινίου, όχι ότι μένουν εκεί μόνιμα αλλά που προέρχονται από την πόλη.
– Είναι μια πολύ σημαντική προσπάθεια αποκέντρωσης.
* Δυστυχώς η αποκέντρωση πνέει τα λοίσθια πια γιατί δεν επιχορηγείται, όπως επιχορηγείτο από το κράτος. Τώρα κάθε δήμος προσπαθεί μόνος του και όλα εξαρτώνται και από την ανταπόκριση που θα έχει στον κόσμο. Το Αγρίνιο αγκάλιασε την παράσταση. Όλα πήγαν πολύ καλά…
– Αυτό είναι ένα έργο που γράφτηκε για το θέατρο το 1947.
* Το ανεβάσαμε σε σκηνοθεσία του Βασίλη Νικολαΐδη, ο οποίος είναι πάρα πολύ γλυκός άνθρωπος και πολύ ωραίος στη δουλειά του. Είναι πολύ επίκαιρο το έργο, πιο επίκαιρο δεν γίνεται. Μάλιστα είναι μια ολόκληρη πράξη εκεί που τους έχουν κόψει το ρεύμα γιατί δεν έχουν να πληρώσουν τη ΔΕΗ. Μόνο αυτό να βάλεις, αρκεί…
– Ναι, εκεί προς το τέλος.
* Όλη η τελευταία πράξη είναι εκεί που ενώ έχουν τα λεφτά για το ρεύμα στην άκρη, το παιδί τους αρρωσταίνει. Δεν έχουν να πάρουν φάρμακα και παίρνουν από αυτά. Πουλάνε ό, τι μπορούν. Πουλάνε τα παράσημά του ακόμη και για δύο τάλιρα.
– Τα πουλάνε για να καλύψουν τις πρώτες ανάγκες τους.
* Αυτό το πράγμα κι αν δεν είναι σύγχρονο. Τι πιο σύγχρονο… Και η αντιμετώπιση; Βλέπεις το στρατηγό που είναι ιδεαλιστής γιατί πιστεύει στην πατρίδα. Τη γυναίκα του που ναι μεν λέει ότι “είναι ωραία όλα αυτά”, αλλά από την άλλη σκέπτεται πως δεν έχουν τίποτα για το προς το ζην. “Τι θα φάμε; Τι θα γίνει το παιδί που δεν έχουμε τίποτα; Πως θα πάρουμε τα φάρμακα;” Αυτός όμως θέλει το σπαθί του. «Θα πουλήσεις το σπαθί μου;». “Μα ποιο σπαθί σου. Εδώ πέρα καίγεται ο κόσμος”. Δηλαδή εδώ βλέπουμε όπως πάντα τη γυναίκα που είναι η πιο πρακτική στις ελληνικές οικογένειες, που κρατάει τα ηνία και κρατάει την οικογένεια δεμένη. Είναι πάρα πολύ επίκαιρο μιας και στηρίζεται στην κομπίνα που κάνουν τα λαμόγια. Ο βοηθός του υπουργού και ο γραμματέας που τρώνε όλα τα λεφτά, εις βάρος του ιδεαλιστή και εις βάρος του καλλιτέχνη που φτιάχνει το άγαλμα. Μάλιστα όπως λέει κι ο γλύπτης: «Τι πήραμε εμείς; Εσύ που έκανες το ανδραγάθημα κι εγώ που το απεικόνισα; Τίποτα! Τα λεφτά τα πήραν οι μπαγαπόντηδες». Αυτό δεν άλλαξε. Και φοβούμαι ότι δεν θα αλλάξει, είναι θέμα νόμων και πειθαρχίας και η Ελλάδα δεν φημίζεται για την πειθαρχία στους νόμους. Έχει νόμους αλλά δεν πειθαρχεί κανείς. Ακριβώς το ίδιο γινόταν και το 1947. Είναι μετεμφυλιακό δηλαδή, φαντάσου εξήντα τόσα χρόνια.
– Και είναι μέσα στην επικαιρότητα.
* Δεν είναι παρήγορο αυτό. Λες αυτοί είμαστε…
– Τουλάχιστον καμαρώνουμε για τους συγγραφείς που ήταν τόσο διαχρονικοί.
* Βέβαια. Πως το απεικόνισαν κι αυτό το πράγμα ήρθε γύρισε και έδειξε ότι ποτέ δεν έφυγε αυτή η ιδιότητα του Έλληνα, του λαμόγιου δηλαδή. Δεν έχει φύγει από μέσα του.
– Ελληνική τραγωδία…
* Δεν είναι καθόλου ελπιδοφόρο αυτό το πράγμα να το βλέπεις. Βέβαια το έργο είναι κωμωδία, εκεί είναι και το πιο δύσκολο γιατί είναι κωμωδία που σπάει κόκαλα. Είναι η σατιρο-κωμωδία.
– Μια θεία μου, όταν έβλεπε κάποιες τέτοιες ταινίες, έλεγε: «Είδα μια ταινία που ήταν τραγική κωμωδία».
* Είναι πολύ σημαντικός αυτός ο υπότιτλος γιατί είναι που γελάς και ξέρεις ότι αυτό το πράγμα είναι δικό σου, το έχεις περάσει αυτό που λέει και γελάς. Αλλά ενώ γελάς μετά πας να κλάψεις…

ΣΥΝΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ: Πάμε σε κάτι που στην πορεία το είπες αλλά καλό είναι να το ξανακούσουμε. Είναι το ρήμα συναγωνίζομαι. Μιλάω για το ξεπέρασμα του εαυτού με την απόκτηση γνώσεων.
* Και τον διπλανό συναγωνίζομαι και τον εαυτό μου συναγωνίζομαι, εννοείς το διττό αυτό του συναγωνίζομαι;
– Το ότι γίνομαι καλύτερος.
* Μα συναγωνίζομαι σημαίνει ότι και τον άλλον να συναγωνίζομαι καλύτερη γίνομαι με την καλή έννοια. Πιστεύω πολύ στο να παλεύεις και να αγωνίζεσαι, όχι υστερόβουλα, δηλαδή ζηλεύω με την ωραία έννοια. «Πώς το κάνει ο Παναγιώτης αυτό, θέλω να το κάνω κι εγώ» όχι πώς το κάνει και να μην το ξανακάνει, «να μη σώσει και το ξανακάνει κι εγώ ας μην το μάθω ποτέ». Αυτή είναι η κακή έννοια, η καλή έννοια είναι «πώς το κάνει, να μάθω να το κάνω κι εγώ», όχι να τον φάω. Ο Έλληνας συνήθως θέλει “να πεθάνει η κατσίκα του γείτονα”. Είναι φοβερή αυτή η νοοτροπία. Ας μην έχω εγώ τίποτα αρκεί να μην έχει κι αυτός. Εμένα μου αρέσει να βλέπω ανθρώπους πετυχημένους. Μόνο όταν βλέπω ανθρώπους στη λάθος θέση εκνευρίζομαι. Υπάρχουν πολλοί που λένε: «Γιατί η Μενεγάκη, παίρνει αυτά τα λεφτά». Και τους απαντώ: “Καλά, από την τσέπη σου τα πήρε; Δηλαδή αν δεν τα έδιναν στη Μενεγάκη, θα τα έδιναν σε σένα; Γιατί είσαι ωραίος, ξανθός; Δεν είναι κρατικά χρήματα. Είναι χρήματα ενός ιδιώτη”.
– Και δεν είναι σε κρατικό κανάλι.
* Είναι ιδιώτης. Τα θέλει και τα δίνει, τι σε κόφτει εσένα; Επειδή ζηλεύεις; Γιατί αυτό είναι μόνο ζήλια. «Αυτός είναι ο καπιταλισμός, αγάπη μου. Εσύ τον ψήφισες, ας ψήφιζες κάτι άλλο να μην ήταν καπιταλισμός. Αφού έχουμε αυτό, έτσι ορίζεται ο καπιταλισμός, όποιος τα φέρνει τα παίρνει, δεν τα παίρνει όποιος έχει ανάγκη».
ΣΥΝΕΧΙΖΩ: Το προτελευταίο ρήμα είναι το συνεχίζω, που έχει σχέση με τα προσεχή σου σχέδια.
* Κοίταξε να δεις, από τον καιρό που ήμουνα στη σχολή έλεγαν όλοι: «Εγώ θέλω να παίξω αυτόν τον ρόλο, εγώ θέλω να παίξω εκείνο τον ρόλο»… Ε, λοιπόν, εγώ δεν ήθελα να παίξω κανέναν ρόλο, ήθελα μόνο να παίξω καλά οτιδήποτε μου δινόταν και κυρίως να το παίξω καλύτερα από πέρυσι. Γι’ αυτό κάποιος με ρώτησε σε μια συνέντευξη: «Ποιο ρόλο σας πιστεύετε ότι έχετε παίξει καλύτερα;». Και είπα: «Ελπίζω το ρόλο που θα παίξω του χρόνου». Είμαι πολύ του παρελθόντος και νοσταλγώ πράγματα και δένομαι με πράγματα. Πιστεύω όμως ότι το αύριο είναι το καλύτερο, γιατί αλίμονο αν δεν πιστέψω ότι αύριο θα παίξω καλύτερα το ρόλο μου και δεν θα είμαι σε όλα καλύτερη. Και καλύτερη μάνα, και καλύτερη σύζυγος, και σε όλα καλύτερη. Άλλο αν δεν τα καταφέρεις. Εγώ αυτό προσπαθώ και ελπίζω: Να τα καταφέρω. Τα σχέδιά μου είναι να κάνω πάντα πράγματα, που δεν θα ντρέπομαι γι’ αυτά. Μέχρι στιγμής το έχω πετύχει. Θα μου πεις, αυτό είναι ένα πράγμα που σε κρατάει στην απέξω σε πάρα πολλά. Αλλά έχω φτάσει σε μια ηλικία που συνειδητοποίησα ότι εγώ έμεινα απ’ έξω, δεν με άφησε η ζωή απ’ έξω. Ό, τι έκανα, το έκανα με απόλυτη συνείδηση. Γιατί δεν μπορούσα να ξεφτιλίζομαι και να πω ωραία θα ξεφτιλιστώ αυτό το καλοκαίρι αλλά του χρόνου θα παίξω ένα Σαίξπηρ. Δεν πάνε έτσι τα πράγματα, γιατί αν ξεφτιλιστείς μια χρονιά, του χρόνου δεν μπορείς να τον παίξεις αυτόν το Σαίξπηρ. Όχι ότι δεν θα σε πάρουνε, μπορεί να είσαι τυχερός και να σε πάρουνε. Δεν έχεις πια τις αποσκευές για να ερμηνεύσεις, γιατί έχεις καεί μέσα σου, γιατί πόσο καιρό θα ξεφτιλιστείς αβρόχοις ποσί, δεν γίνεται. Κάποτε είσαι μέσα και μετά είσαι εσύ αυτό που κατηγορούσες. Απλώς θέλω να κάνω πράγματα που μ’ αρέσουν. Η ευλογία είναι να κάνεις πράγματα που σ’ αρέσουν και να τα κάνεις καλά και όχι πράγματα που θέλει ένας άλλος. Ό, τι και να είναι αυτό και όχι απαραιτήτως θέατρο θα μπορούσε να είναι και τα συναφή. Αγαπώ το ραδιόφωνο πολύ, έκανα πολλά χρόνια ραδιόφωνο, ήταν πολύ ωραίο γιατί και τη μουσική αγαπώ.
– Ραδιόφωνο πού έκανες;
* Έκανα στον Cool Fm που ήταν το ραδιόφωνο του Seven-X. Από το ραδιόφωνο είχα ξεκινήσει και μπήκα στην τηλεόραση του Seven. Είχα κάνει πιο πριν στον Super Fm, είχα κάνει στο «Κανάλι 15», είχα κάνει διάφορα σαν παραγωγός για τη μουσική που αγαπούσα και έλεγα και τα τρέχοντα. Υπήρχε μια ελευθερία τότε στην έναρξη της ιδιωτικής ραδιοφωνίας. Μετά κάποια στιγμή, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90, προς το 2000 όλοι μου είπανε τώρα θα παίζεις με playlist. Εγώ με playlist δεν παίζω τίποτα, δεν θα μου πει κανείς τι τραγούδι θα παίξω. Να το σημειώσω για να πάρει τα δικαιώματά της η ΑΕΠΙ ό, τι θέλετε αλλά δεν θα παίζω αυτό, ή αυτήν, ή τον έναν, ή τον άλλο, γιατί δεν θέλω. Θέλω να παίζω, ό, τι θέλω εγώ…
– Σου έδιναν όλη τη λίστα, λοιπόν;
* Ναι. Ήθελα να έχω μια ελευθερία, αυτή την ελευθερία για να την έχεις πρέπει να είσαι σταρ του ραδιοφώνου, που πια σου δίνεται η ευχέρεια να κάνεις ό, τι θες. Δεν παρέμεινα ώστε να το εδραιώσω αυτό γιατί είπα ότι αυτό το πράγμα δεν μπορώ να το κάνω. Οπότε δεν θέλω να μου υπαγορεύσουν τι θα πω. Δεν θέλω να μου υπαγορεύσουν τι μουσική θα παίξω. Έτσι απείχα από τα μουσικά κι αυτό μου λείπει γιατί το αγαπώ το ραδιόφωνο, πολύ περισσότερο από την τηλεόραση γενικά και σαν ακροατής το ραδιόφωνο αγαπώ. Η τηλεθέαση είναι άλλο πράγμα.
– Ίσως γιατί μεγάλωσες στην εποχή του ραδιοφώνου.
* Το ραδιόφωνο σου εξάπτει τη φαντασία. Φαντάζομαι όπως θέλω αυτόν που μιλάει. Ταξιδεύω. Άσε που μπορείς να το ακούσεις στο αυτοκίνητο, στο μπάνιο, ενώ με την τηλεόραση πρέπει να είσαι πιο επικεντρωμένος… Αγαπώ πολλά πράγματα στην τηλεόραση, αλλά το ραδιόφωνο είναι μαγικό.
– Θυμάμαι κάποτε που ήταν πολύ διαδεδομένη η ραδιοφωνική βιβλιοθήκη.
* Ήταν μια εποχή που τα προς το ζην τα έβγαζαν οι ηθοποιοί από το ραδιόφωνο. Το πρόλαβα το ραδιόφωνο, έχω κάνει ραδιόφωνο ως ηθοποιός σε θεατρικά. Στην ΕΡΤ, όσο προλάβαμε, κάναμε και το Θέατρο της Δευτέρας στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο κι ήταν πολύ ενδιαφέρον.
– Και σε κάποια από αυτά προλογίζει η Βίκυ Καρέλη, η αδελφή της Κάκιας…
* Ναι, έχει κάνει την εισαγωγή σε πολλά θεατρικά γιατί η Βίκυ ήταν στην ΕΡΤ μόνιμη υπάλληλος. Κάνανε με τον Αλέξη Κωστάλα όλα τα καλλιτεχνικά μαζί. Είχε άλλο επίπεδο όλο το θέμα τότε. Τώρα βάζεις τη Βίκυ με τον Κωστάλα! Τι επίπεδο και ελληνικών και φωνής! Και τώρα βλέπεις την άξεστη που λέει «του επικεφαλούς…» και θέλω να της ρίξω ό, τι βρω και λες κρατικό κανάλι είναι, δεν μπορεί κάποιος θα της πει ότι ο επικεφαλής δεν κλίνεται. Τι “επικεφαλούς” εδώ δεν κλίνονται άλλα κι άλλα.
– Εδώ ακόμα και ο παρουσιαστής ακούει τον ρεπόρτερ να λέει το λάθος και δεν τον διορθώνει.
* Δεν μπορεί να τον διορθώσει γιατί δεν το ξέρει… Αλλά είναι τραγικό γιατί αυτά τα ελληνικά μαθαίνουν και τα παιδιά αφού αυτά ακούνε.
ΣΥΝΥΠΑΡΧΩ: Τελειώσαμε, τελειώνουμε… Το τελευταίο ρήμα έχει σχέση με αυτόν τον χνουδωτό τύπο που είναι εκεί στο παράθυρο και κουνάει την ουρά του. Συνυπάρχω. Πες μου αν θέλεις για τα ζώα συντροφιάς…
* Δεν έχω ζώο γιατί δεν θέλω να έχω ομηρείες. Γιατί δένομαι πολύ με τα πλάσματα, δεν θέλω να μου πάθει κάτι. Η κόρη μου, η Κατερίνα, έχει μια γάτα κι ένα σκύλο μαζί και περνάνε υπέροχα όλοι μαζί, η γάτα αγκαλιά με το σκύλο. Έχω φωτογραφίες που κοιμούνται αγκαλιά, είναι υπέροχα ζώα και τα δύο. Αγαπώ τα σκυλιά σαν άνθρωπος. Τα συμπαθώ περισσότερο από τις γάτες, εν αντιθέσει με την κόρη μου η οποία αγαπά τη γάτα. Δεν τα θέλω όμως στο σπίτι όχι επειδή τα σιχαίνομαι ούτε τίποτα τέτοιο, δεν μπορώ να δεθώ, προσπαθώ να κρατήσω τις ομηρείες μου με τη ζωή στο μίνιμουμ, είναι πολύ άγριο. Έχω δει ανθρώπους που έχασαν το ζώο τους και ούτε στον εχθρό μου αυτό το πράγμα, μου αρκούν τόσες απώλειες, δεν θέλω άλλες. Όσο μπορώ τα κρατώ να είναι μακριά μου. Είναι πάρα πολύ σκληρό να χάσεις το ζώο σου. Η γειτόνισσά μου αγαπάει όλες τις γάτες της γειτονιάς. Κατεβαίνει και ταΐζει ογδόντα. Έχει τη δικιά της, η οποία έρχεται και μου κάνει επίσκεψη. Κυρία η γάτα. Έρχεται, περνάει, με κοιτάει, περνάει το μπαλκόνι, χάνεται, ξαναφεύγει… Όταν λοιπόν η γειτόνισσα έχασε την παλιά της γάτα δεν ήθελε ποτέ να ξαναδεί ζώα στη ζωή της. Όμως ήρθε, ήρθε και δεν άντεξε άλλο και πήρε τη γατούλα. Της είπα πως θα το ξαναπεράσεις αν πεθάνει αυτή η γάτα, μου λέει “αγαπάω τόσο πολύ τα ζώα που δεν μπορώ να μείνω χωρίς αυτά”. Όχι τα ζώα τα αγαπάω πάρα πολύ και σιχαίνομαι τους ανθρώπους που κάνουν κακό σε οποιοδήποτε ζώο. Αυτή τη φωτογραφία με την αρκούδα που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και δείχνει κάποιον να κάθεται περιχαρής ο κρετίνος πάνω από το ζώο που σκότωσε κρατώντας και το φονικό του όπλο είναι ότι χειρότερο. Ε, αυτά δεν είναι θέματα παιδείας; Η μάνα του, ο πατέρας του, θα του τα έμαθαν αυτά.
– Τελειώσαμε Ζωή με τα δέκα ρήματα – ερωτήσεις…
* Να κλείσω εγώ με το ενδέκατο ρήμα: Ευχαριστώ.
– Κι εγώ σε ευχαριστώ…



