20.3 C
Athens
Τρίτη 16 Απριλίου 2024

Ζιλιέτ Γκρεκό – Μάιλς Ντέιβις: Ένας μεγάλος έρωτας στη δίνη των φυλετικών διακρίσεων

Ο Ζαν Πολ Σαρτρ τον ρώτησε κάποτε γιατί δεν την παντρεύτηκε. Κι εκείνος απάντησε πως την αγαπούσε πάρα πολύ για να θέλει να την κάνει δυστυχισμένη. «Πράγμα που όμως δεν είχε να κάνει με απιστίες και δονζουανισμούς, ήταν απλώς θέμα χρώματος», είπε η Ζιλιέτ Γκρεκό σε μια συνέντευξη στη βρετανική εφημερίδα «Γκάρντιαν» για τη γνωριμία της με τον Μάιλς Ντέιβις.

Ήταν όμως κι εκείνος ρατσιστής. «Μια μέρα θα έχω μια λευκή Ρολς και έναν λευκό σοφέρ», της είχε πει κάποτε και ερωτεύτηκε μια λευκή. Γνωρίστηκαν το 1948 στο Παρίσι, όταν ο 22χρονος Μάιλς έπαιξε για πρώτη φορά στην Salle Pleyel (Πλεγιέλ). Δεν υπήρχαν θέσεις – αλλά και να υπήρχαν η Ζιλιέτ δεν είχε λεφτά να αγοράσει εισιτήριο. Έτσι παρακολούθησε τη συναυλία από το θεωρείο της Μισέλ Βιάν, της γυναίκας του Μπορίς, που την είχε πάρει υπό την προστασία της.

 

 

«Έβλεπα το προφίλ του, πραγματικός Τζακομέτι, ένα πρόσωπο μεγάλης ομορφιάς. Δεν μιλάω καν για την ιδιοφυΐα του: Δεν χρειαζόταν να είναι κανείς ειδικός της τζαζ για να εντυπωσιαστεί. Υπήρχε μια ασυνήθιστη αρμονία ανάμεσα στον άνθρωπο, το όργανο και τον ήχο – ήταν συγκλονιστικό», θα πει.

Το ίδιο βράδυ δείπνησαν μαζί με μια μεγάλη παρέα σε ένα ελληνικό εστιατόριο και ερωτεύτηκαν κεραυνοβόλα, αν και εκείνος δεν μιλούσε γαλλικά, ούτε εκείνη αγγλικά.

«Δεν έχω ιδέα πώς τα καταφέραμε να συνεννοηθούμε. Το θαύμα του έρωτα». Και τότε, ανάμεσα στα ποτήρια κρασί και τους καπνούς των μπαρ του μεταπολεμικού Παρισιού, ξεκίνησε η πιο ιδιαίτερη ερωτική ιστορία της μουσικής. Εκείνος, με τη σειρά του, θυμόταν τους περιπάτους τους, χέρι χέρι πλάι στον Σηκουάνα και το πώς επικοινωνούσαν με χειρονομίες, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του σώματος. «Η Ζιλιέτ ήταν η πρώτη γυναίκα που αγάπησα πραγματικά. Ένιωθα σαν κάποιος να με είχε υπνωτίσει. Ήταν Απρίλιος στο Παρίσι. Ναι, ήμουν ερωτευμένος».

Το γιατί δεν την πήρε μαζί του στην Αμερική το αντιλήφθηκε μερικά χρόνια αργότερα, όταν έμενε σε μια σουίτα του Γουόλντορφ Αστόρια και τον κάλεσε για φαγητό. Η έκφραση στο πρόσωπο του μετρ ντ’ οτέλ τα έλεγε όλα. Τους σέρβιραν δύο ώρες αργότερα, σχεδόν τους πέταξαν τα πιάτα στα μούτρα. Στις 4 η ώρα το πρωί ο Μάιλς της τηλεφώνησε κλαίγοντας: «Δεν θέλω να σε ξαναδώ εδώ σε μια χώρα όπου αυτό το είδος της σχέσης είναι αδύνατο».
Παρ’ όλα αυτά δεν σταμάτησαν να επικοινωνούν. Για τελευταία φορά συναντήθηκαν το 1991 στο σπίτι της, όπου ο Μάιλς την επισκέφθηκε λίγους μήνες πριν πεθάνει.

 

 

Ήταν νέοι, ωραίοι, ταλαντούχοι και ανερχόμενοι. Ήταν μποέμ και παθιασμένοι, προορισμένοι να γράψουν ο καθένας τη δική του σελίδα στην ιστορία της μουσικής. Όμως, μέχρι τότε, ήταν άγνωστοι μεταξύ τους. Ήταν η πρώτη φορά που ο 22χρονος τότε Ντέιβις επισκεπτόταν την Ευρώπη, με αφορμή το διεθνές φεστιβάλ τζαζ στο οποίο ήταν προσκεκλημένος. Η σταδιοδρομία του είχε μόλις απογειωθεί.

Εκείνη δεν είχε καθιερωθεί ακόμη ως τραγουδίστρια και ηθοποιός, αλλά ανήκε στον κύκλο των διανοούμενων του Παρισιού. Ήταν μια σαγηνευτική μελαχρινή με λευκό δέρμα και φιλοσοφικές ανησυχίες και ταίριαζε γάντι στην μποέμικη ατμόσφαιρα της εποχής.

 

 

«Ήταν ο ίδιος ένα θέαμα – και ντυνόταν πολύ στυλάτα», θα δήλωνε έπειτα από χρόνια η Γκρεκό, περιγράφοντας την πρώτη γνωριμία τους.

«Ζήσαμε έναν μεγάλο έρωτα, από αυτούς που θέλουν όλοι οι άνθρωποι να ζήσουν», θα δήλωνε αργότερα.

Οι δυο τους απέκτησαν έναν κοινό φιλικό κύκλο που απαρτιζόταν από την καλλιτεχνική αφρόκρεμα της εποχής. Ο Ντέιβις είχε βρει στο Παρίσι την καλλιτεχνική αλλά κυρίως την κοινωνική αποδοχή που είχε στερηθεί στις ΗΠΑ, όταν ακόμη οι φυλετικές διακρίσεις ήταν φλέγον ζήτημα σε παρόντα χρόνο.

 

 

Ανάμεσα στους στενούς τους φίλους, ήταν ο Ζαν Πολ Σαρτρ και η Σιμόν ντε Μποβουάρ. Η βασική αιτία που δεν παντρεύτηκαν, δεν ήταν το γεγονός ότι ο Ντέιβις είχε ήδη έναν πολύχρονο δεσμό και δύο παιδιά στην Αμερική. Ήταν ότι, εκεί, η σχέση μιας λευκής Γαλλίδας με έναν Αφροαμερικανό θα ήταν πηγή αμέτρητων προβλημάτων.

Η σχέση τους διήρκεσε μόλις λίγους μήνες. Ο Ντέιβις επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, όπου πέρασε μια σκοτεινή περίοδο βυθισμένος στα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Ο μόνος τομέας στον οποίο συνέχιζε να θριαμβεύει ήταν η μουσική. Τα χρόνια εκείνα, ένα νέο είδος τζαζ γεννιόταν και εκείνος ήταν ο πρωτεργάτης του: η cool τζαζ. Ταυτόχρονα, η Γκρεκό εξελισσόταν σε μια πολιτικοποιημένη, δυναμική ηθοποιό που έγραφε στην οθόνη και τραγουδούσε στα γαλλικά με τη βαθιά, περήφανη φωνή της.

 

 

Τα επόμενα χρόνια, συνέχισαν να αλληλογραφούν. Όταν εκείνος επισκεπτόταν το Παρίσι για μεγάλα διαστήματα, η σχέση τους θύμιζε τις παλιές εποχές. Αλλά δεν υπήρξαν ποτέ σταθερά μαζί. Συνέχισαν να βλέπονται σποραδικά, στο Παρίσι και στη Νότια Γαλλία, όπου η Γκρεκό διατηρούσε ένα εξοχικό, μέχρι το θάνατό του Ντέιβις το 1991.

«Είχαμε έναν μεγάλο έρωτα – τον τύπο του έρωτα που θέλουν όλοι οι άνθρωποι να ζήσουν», λέει η Ζιλιέτ Γκρεκό στη μεγάλη συνέντευξη που έδωσε για τη σχέση τους, με αφορμή την επέτειο των 80 χρόνων του, το 2006. «Δε χάσαμε ποτέ επαφή. Μου άφηνε σημειώματα σε μέρη που ταξίδευα, για να τα βρω όταν θα έφτανα. “Ήμουν εδώ. Εσύ δεν ήσουν”».

 

 

Ο Αμερικανός τρομπετίστας και συνθέτης Μάιλς Ντέιβις είχε καθοριστική επιρροή στη μουσική του 20ου αιώνα. Υπήρξε ένας από τους πιο εμπνευσμένους μουσικούς της τζαζ, ένας απαράμιλλος σολίστας και πραγματικός καινοτόμος.

Ο Μάιλς Ντιούι Ντέιβις ο τρίτος (Miles Dewey Davis III), όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1926 στο Όλτον της πολιτείας Ιλινόις. Ήταν το μεσαίο από τα τρία παιδιά μιας ευκατάστατης οικογένειας μαύρων. Ο παππούς του είχε κάνει περιουσία ως λογιστής, αλλά όταν αγόρασε μεγάλη έκταση γης οι λευκοί στράφηκαν εναντίον του.

Ήρθε σε επαφή με τη μαγεία της μουσικής μέσω της ραδιοφωνι­κής εκπομπής «Ρυθμοί του Χάρλεμ», ακούγοντας Λούις Άρμστρονγκ, Ντιουκ Έλινγκτον, Μπέσι Σμιθ, Κάουντ Μπέιζι και όλους τους σπουδαίους καλλιτέχνες της μαύρης κουλτούρας. Έτσι, σύντομα άρχισε μαθή­ματα μουσικής και όταν τελείωσε το δημοτικό έπαιζε ήδη ικανοποιητικά τρομπέτα. Στα δεκαέξι του χρόνια θα γίνει μέλος της ένωσης μουσικών και στα μέσα της δεκαετίας του ’40 θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη για να συναντήσει τον Τσάρλι Πάρκερ και τον Ντίζι Γκιλέσπι και να παίξει μαζί τους.

Γρήγορα η φήμη του θα εξαπλωθεί και θα έρθουν οι πρώτες προσω­πικές ηχογραφήσεις, με το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’50. Συνεργάστηκε με σπουδαίους μουσικούς, όπως ο Σόνι Ρόλινς, ο Θελόνιους Μονκ, ο Τζον Κολτρέιν και ο Τζιλ Έβανς, σε δίσκους – σταθμούς στην ιστορία της τζαζ: «Birth of the cool» (1957), Round about midnight» (1957), «Milestones»(1958), «Kind of blue» (1959) και «Sketches of Spain» (1960). Οι ηχογραφήσεις αυτές είχαν τερά­στιο αντίκτυπο, αφού χάραξαν τις κα­τευθυντήριες γραμμές για το ύφος της κουλ-τζαζ (cool-jazz) και τις τροπικές (mo­dal) προσεγγίσεις της δεκαετίας του ’60.

To 1970 κυκλοφορεί το περίφημο άλμπουμ «Bitches Brew», συνεργαζόμενος με μία πλειάδα σπουδαίων μουσικών (Γουέιν Σόρτερ, Τζο Ζάβιναλ, Τσικ Κορία, Τζακ Ντετζονέτ, Τζον ΜακΛάφλιν, Ντέιβ Χόλαντ κ.ά.) και θέτει τις βάσεις του τζαζ – ροκ. Την περίοδο αυτή θα στραφεί προς το ροκ και το φανκ, συνεργαζόμενος με τον Τζίμι Χέντριξ και τον Σλάι Στόουν. Θα παραμείνει ανήσυχος ως το τέλος της ζωής του, αναζητώ­ντας και αργότερα νέες ηχητικές εμπειρίες με τον Prince, τους Cameo, ακόμη και με τη μουσική χιπ χοπ λίγο προτού πεθάνει.

Ως τα μέσα της δεκαετίας του ’70 θα ζήσει μία εντονότατη και πολύ δη­μιουργική ζωή. Δίσκοι, εμφανίσεις, ναρκωτικά, γυναίκες, άστατη ζωή και γρήγοροι ρυθμοί θα τον φέρουν στα άκρα και για πέντε χρόνια θα στα­ματήσει κάθε μουσική δραστηριότη­τα. Θα επανέλθει στις αρχές της δεκαετίας του ’80, έχοντας πια μόνο εκλάμψεις του παλιού καλού εαυτού του, αν και παρέμεινε πο­λύ δημιουργικός και πολύ δραστήριος.

To 1990 κυκλοφορεί η «Αυτοβιογραφία» του (στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΣΕΛΑΣ), όπου για πρώτη φορά μιλάει για τον εαυτό του, τη ζωή του και την πολύκροτη καριέρα του. Μιλάει για το πρόβλημα των ναρκωτικών στα μουσικά κυκλώματα, καυτηριάζει το ρατσισμό στην αμερικανική κοινωνία, αλλά πάνω απ’ όλα μιλάει για τη μουσική και τους θρύλους της τζαζ, με τους οποίους κατά καιρούς συνεργάστηκε: τον Τσάρλι Πάρκερ, τον Ντίζι Γκιλέσπι, τον Θελόνιους Μονκ, τον Τσαρλς Μίνγκους, τον Τζον Κολτρέιν και τόσους άλλους.

Ο Μάιλς Ντέιβις έφυγε από τη ζωή στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας στις 28 Σεπτεμβρίου 1991, σε ηλικία 65 ετών.

Για περισσότερο από μισό αιώνα δέσποσε στη μουσική σκηνή της τζαζ, επηρέασε πάρα πολλούς μουσικούς και σφράγισε την εξέλιξη της μουσικής του εικοστού αιώνα όσο λίγοι, πετυχαίνοντας να παραμένει πάντα στην πρωτοπορία των εξελίξεων. Το μουσικό ύφος του είναι από τα πιο λιτά στη σύγχρονη τζαζ, παρόλο που πολλές φορές παρασύρεται σε χειμάρρους φθόγγων. Η ανάπτυξη και ο λυρισμός στους αυτοσχεδιασμούς του είναι εκπληκτικοί. Συνθέσεις του, όπως οι «Nardis», «Four», «Milestones», «So­lar», «So What», θεωρούνται κλασικές και ερμηνεύονται πολλές φορές από μουσικούς των νεότερων γενεών. Ποτέ άλλοτε ο ήχος της τρομπέτας δεν θα ηχήσει με τον ίδιο τρόπο. Ο Μάιλς Ντέιβις ήταν πραγματικά μοναδικός.

  • Διαβάστε επίσης:

Juliette Gréco: Έφυγε από τη ζωή ένας από τους μεγάλους μύθους της Γαλλίας

Ζιλιέτ Γκρεκό. Αποχαιρέτησε τον ουρανό του Παρισιού

Πώς ο Γιάννης Σπανός έπεισε την Μπριζίτ Μπαρντό και την Έλλη Λαμπέτη να τραγουδήσουν…

 

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -