Γράφει η θεατρολόγος Μαρία Μαρή
Οι «Βρυκόλακες» του Ερρίκου Ίψεν παρουσιάζονται στο Θέατρο «ΕλΕρ» από την «Αθηναϊκή Σκηνή» και τη «Φωτόνιο Τέχνης και Πολιτισμού».
Η Αθηναϊκή Σκηνή συνεχίζει την ερευνητική της πορεία στο χώρο της υποκριτικής και του θεάτρου, τόσο ως επαγγελματικός θίασος όσο και ως Ανώτερη Δραματική Σχολή συνεργάζεται για πρώτη φορά σε πλαίσιο συμπαραγωγής με την Εταιρεία Φωτόνιο Τέχνης και Πολιτισμού.
Ο Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και ηθοποιός Ερρίκος Ίψεν, θεωρήθηκε και θεωρείται ακόμα, ένας από τους πρωτοπόρους της θεατρικής ευρωπαϊκής δραματουργίας.
Οι «Βρυκόλακες» είναι ένα κλασικό έργο που πάντα θα αφορά τον άνθρωπο. Πάντα θα υπάρχουν διάφορες σκηνοθετικές οπτικές και ερμηνείες που θα πηγαίνουν πιο πέρα το κλασικό αυτό κείμενο.
Η προτεσταντική ηθική, η πατριαρχική κοινωνία, τα ανελεύθερα καθεστώτα λειτουργούν τόσο περιοριστικά στην ελευθερία και αυτοδιάθεση του ατόμου και έτσι εγκλωβίζεται το άτομο εν προκειμένου η γυναίκα, η μητέρα η κ. Άλβινγκ σε προδιαγεγραμμένο, υπαγορευμένο ρόλο, πρέπει να σταθεί στο ύψος της, να αποκρύπτει μυστικά, να μιλά όσο πρέπει, ενώ η ανίατη ασθένεια του γιου της δεν μπορεί να ανακουφιστεί από κανέναν.
Ο Ίψεν καταγγέλλει «την υποκρισία του κλήρου, τη χαλάρωση του οικογενειακού ιστού και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας θεμελιωμένης στο ψεύδος και τη συμβατικότητα».
Το αδιέξοδο της κ. Άλβινγκ και του γιου της είναι απόρροια ενός ένοχου παρελθόντος από το οποίο δεν μπορούν να απεμπλακούν, από αυτό προκύπτει και ο τίτλος «Βρυκόλακες».
Ο άνθρωπος πάντα θα εξεγείρεται στις ακραίες, συντηρητικές απόψεις, που τους επιβάλλουν οι εκάστοτε κλειστές κοινωνίες. Ο άνθρωπος θα προσπαθεί να κατανοήσει, να συγχωρήσει και βέβαια να αποπέμψει το φασιστικό σκοτάδι.
Ο Ίψεν τονίζει ότι η αστική τάξη και οι θεσμοί της κοινωνίας (οικογένεια, θρησκεία, ηθική, νόμος) λειτουργούν ως μέσα καταπίεσης και αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Η οικογένεια κατά τους Ντελέζ και Γκουατταρί (Deleuze – Guattari ) δεν είναι «φυσική δομή», αλλά μικρο – φασιστική μηχανή που εγγράφει τον Οιδιπόδειο Κώδικα, στον ψυχισμό του ατόμου και όλα τα άτομα είναι γκρουπούσκουλα, ο καθένας μια μηχανή πολέμου (machine de guerre), που διακρίνονται από εσωτερική σχάση και ο πολλαπλασιασμός του ενός από τον άλλον οδηγεί στο χάοσμο (χάος και κόσμος).
Αυτό ακριβώς είναι το έργο του Ίψεν. Ο Λοχαγός Άλβινγκ πολλαπλασιάζεται μέσα από τον γιο του και την ασθένειά του, ο Ένγκστραντ μέσα από την κόρη του τη Ρεγγίνα και αν αυτό δεν διακοπεί συνεχίζεται στο διηνεκές.
Το έργο
Η ιστορία μιας οικογένειας σε μια πόλη της Νορβηγίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Η κυρία Έλεν Άλβινγκ (Ασπασία Κράλλη), υποδέχεται τον γιο της Όσβαλντ Άλβινγκ (Μιχάλης Καλαμπόκης), που λείπει χρόνια από την πατρική εστία, λόγω σπουδών και καριέρας και που επιστρέφει για τα εγκαίνια του ιδρύματος που κτίστηκε εις μνήμην του πατέρα του, Λοχαγού Άλβινγκ.
Ο οικογενειακός φίλος, εμπνευστής και διαχειριστής του ιδρύματος, Πάστορας Μάντερς (Φίλιππος Σοφιανός), έχει έρθει να τακτοποιήσει οικονομικές εκκρεμότητες του ιδρύματος, αλλά και να εκφωνήσει λόγο στα αυριανά εγκαίνια, εκθειάζοντας τη μεγάλη προσφορά του Λοχαγού Άλβινγκ.
Είναι αυτός που υποκριτικά εκμεταλλεύεται την αρρώστια της οικογένειας, που βγάζει κέρδος και μέσω αυτού ο Ίψεν καταθέτει ότι «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού».
Η Ρεγγίνα Ένγκστραντ (Ερατώ Πίσση), μόνιμη κάτοικος του σπιτιού και ψυχοκόρη της οικογένειας, νιώθει χαρά με την επιστροφή του Όσβαλντ, φλερτάρει μαζί του, κι ονειρεύεται πως ο νεαρός Άλβινγκ θα είναι η ευκαιρία της να ξεφύγει από τη μίζερη, κλειστή ζωή της Σκανδιναβίας.
Ο πατέρας της Ρεγγίνας, ο Γιάκομπ Ένγκστραντ (Νίκος Παντελίδης), θα ήθελε να ανέβει κοινωνικά, αφού βρίσκεται σε ένα τέτοιο περιβάλλον και οραματίζεται μια δική του επιχείρηση.
Η παράσταση
Στο σπίτι των Άλβινγκ όλα μοιάζουν καλογυαλισμένα και περιποιημένα, όμως φέρουν τα στίγματα της άρρωστης λαγνείας του Λοχαγού Άλβινγκ και βέβαια τις οδυνηρές μνήμες.
Μέσα σε ένα εντελώς αστικό περιβάλλον με έπιπλα και κοστούμια εποχής, που επιμελήθηκε η Άννα Μαχαιριανάκη, αναδεικνύεται η απόλυτα αυστηρή συμπεριφορά της μητέρας, της κ. Άλβινγκ, η οποία είναι κυριολεκτικά και μεταφορικά καθηλωμένη στην αναπηρική της καρέκλα. Εκπληκτική, καθηλωτική ερμηνεία.
Προστατεύει ένα σκοτεινό παρελθόν και αγαπά υπερβολικά τον γιο της Όσβαλντ. Ο νεαρός Όσβαλντ, που γύρισε μετά από χρόνια σπίτι του, εγκαταλείποντας τη διαφορετική ζωή στο Παρίσι, στην Πόλη του Φωτός, φέρνει μαζί του βαριά μυστικά που αποκαλύπτοντάς τα, θα οδηγήσει και τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου να αντιμετωπίσουν τους δικούς τους «Βρυκόλακες».
Το βλέμμα του και οι κινήσεις του παραπέμπουν στην τρέλα και σε μια αδιευκρίνιστη απειλή. Το δίδυμο Ασπασίας Κράλλη – Μιχάλη Καλαμπόκη λειτουργεί θαυμάσια στη σχέση αυτή μητέρας και γιου. Εκείνη σχεδόν ανέκφραστη έχει διαγνώσει την παθογένεια του παιδιού της και μέσα της γεννιέται η απόφαση μιας ενδεχόμενης ευθανασίας, ειδικά όταν εκείνος την εκλιπαρεί για λίγο φως.
Ο Πάστορας Μάντερς (Φίλιππος Σοφιανός), με ανάλογη ερμηνεία, κάτι μεταξύ μετριοπάθειας και ταρτουφικής καλοσύνης, λειτουργεί ως θεματοφύλακας της αστικής ηθικής και της τάξης. Ενσαρκώνει τη σύμπραξη θρησκείας και αστικής ιδεολογίας, καθώς αντιτίθεται σε κάθε αλλαγή, που απειλεί τη σταθερότητα και την παράδοση.
Είναι το πρόσωπο της καθαρής ιδεολογίας – αδύναμος, δειλός, αλλά δογματικός. Η θεσμική του δύναμη είναι μόνο σημειολογική. Επί της ουσίας είναι ανίσχυρος μπροστά στο χάος της ανθρώπινης κατάστασης. Είναι εκεί μόνο για να καταδικάζει, να επιτηρεί και να ενοχοποιεί. Η φωτιά του ιδρύματος για το οποίο ήρθε να μιλήσει είναι ένα είδος απελευθερωτικής κρίσης.
Η Ρεγγίνα Ένγκστραντ (Ερατώ Πίσση) μια κοπέλα μέσα στην αθωότητα, που επιζητεί πάση θυσία να σωθεί από το βαρύ αυτό οικογενειακό περιβάλλον. Ωραία η ερμηνεία της ηθοποιού.
Απ’ την άλλη, ο πατέρας της Ρεγγίνας, ο Γιάκομπ Ένγκστραντ (Νίκος Παντελίδης), ζητά από την κόρη του να τον ακολουθήσει στα καινούργια επαγγελματικά του σχέδια, που είναι να φτιάξει ένα, «φαινομενικά», αθώο ξενοδοχείο ναυτικών, μαζί και κέντρο αναψυχής.
Ακόμα και αυτός ο ήρωας αν και καλός επιστάτης, είναι σκοτεινός και επηρεασμένος από την αρρώστια του περιβάλλοντός του. Σκέφτεται πως μπορεί να εμπορευτεί τη σεξουαλικότητα μιας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων, των ναυτικών με καλή υποδοχή και θαλπωρή, δημιουργώντας στην ουσία έναν κεκαλυμμένο οίκο ανοχής.
Μια χυδαία αναπαραγωγή της οικίας Άλβινγκ. Όλοι με κάποιον τρόπο συνδέονται με την ασθένεια. Υπέροχη η μορφή του Νίκου Παντελίδη και εξαιρετική η κίνησή του.

Η μουσική της Δήμητρας Γαλάνη επένδυσε λειτουργικά την παράσταση, που σκηνοθετήθηκε με όραμα από τον Κοραή Δαμάτη. Δεν ήταν μόνο μια ιστορία θρίλερ, ήταν πολλά περισσότερο για τον θεατή και αυτό το μεθόδευσε άριστα ο σκηνοθέτης, μαζί με τις ερμηνείες των ηθοποιών, δημιουργώντας μιαν ατμόσφαιρα εποχής, αλλά και τόσο γνώριμη ταυτόχρονα.
Γύρω από το σπίτι η κ. Άλβινγκ έχει φροντίσει να δημιουργήσει και καλά μια ασφάλεια για να θωρακίσει το παιδί της από την κληρονομική ασθένεια, γεγονός όμως αναπόφευκτο.
Η φράση της κυρίας Άλβινγκ: «Νομίζω ότι σχεδόν κάθε τι που έχω μέσα μου είναι βρυκόλακας» είναι ουσιαστική και καθοριστική.
Η οικογένεια τείνει να κρύβει τις ανομίες της, λειτουργεί σαν μαφία, προκειμένου να καλύψει τις διαστροφές των μελών της. Η εικόνα που προβάλλει πρέπει να είναι πάντα ιλουστρασιόν.
Η κυρία Άλβινγκ, τραγική ηρωίδα – γνώριζε, αλλά επέλεξε να μη δράσει, προσπαθούσε να προστατεύσει τον γιο της, Όσβαλντ, από την ηθική σήψη και τις συνέπειες του παρελθόντος του πατέρα του, όμως δεν είναι απλώς μια καταπιεσμένη γυναίκα, είναι μια συμπύκνωση επιθυμίας, καθήκοντος και απαγόρευσης.
Είναι μια φορέας του μητρικού καθήκοντος που τελικά συντρίβεται. Στο όνομα της κοινωνικής τάξης, συγκαλύπτει τα εγκλήματα του άντρα της, αναπαράγοντας το τραύμα στον γιο της.
Η μητέρα ως Μεγάλος Άλλος – Grand Autre (Lacan), με την παρουσία της καταπνίγει την επιθυμία του γιου. Πρόκειται για ένα άτομο, ένα υποκείμενο, που διαμορφώνεται μέσω της επιθυμίας του Άλλου και εξυπηρετεί τον πολλαπλασιασμό στον οποίο αναφέρονται οι Ντελέζ και Γκουατταρί.
Η κ. Άλβινγκ εκπροσωπεί την τιμή, το καθήκον, την κοινωνία και τα πρέπει της, που υπερισχύουν του πραγματικού τραύματος. Ο Λοχαγός Άλβινγκ, παρά τη φήμη του ως «καλού οικογενειάρχη», ήταν διεφθαρμένος και βίαιος.
Η κοινωνία, μέσω των θεσμών (εκκλησία, φιλανθρωπικά ιδρύματα), αποσιωπά τα εγκλήματά του για να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της ηθικής τάξης. Η αστική τάξη ενδιαφέρεται κυρίως για την εξωτερική εικόνα και τη διατήρηση της κοινωνικής της θέσης.
Ωστόσο, έρχονται στην επιφάνεια οικογενειακά μυστικά, κοινωνικές υποκρισίες και τραγικές αλήθειες, που κορυφώνονται με την αποκάλυψη της κληρονομικής ασθένειας του Όσβαλντ.
Ο Όσβαλντ κληρονομεί όχι μόνο μια βιολογική ασθένεια (σύφιλη), αλλά και τις ηθικές, ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες του παρελθόντος της τάξης του. Το σώμα του ενσαρκώνει τη γενεαλογική κατάρα, που δεν είναι μόνο βιολογική αλλά και ιδεολογική: η υποκρισία, η σεξουαλική καταπίεση, η ψευδαίσθηση της «καλής οικογένειας».
Συμβολίζει την προοδευτική, καλλιτεχνική συνείδηση που ασφυκτιά μέσα στα δεσμά της οικογένειας και της κοινωνικής υποκρισίας.
Το φινάλε του έργου εκφράζει το αδιέξοδο της ατομικής ελευθερίας μέσα σε ένα σύστημα γεμάτο αντιφάσεις. Ο Όσβαλντ ζητά από τη μητέρα του να τον σκοτώσει. Το αίτημά του να τον σκοτώσει μετατρέπει τη μητέρα σε απόλυτη μορφή εξουσίας και νοήματος: είναι εκείνη που κρατάει το Κλειδί της Ζωής ή του Θανάτου. Τον ταυτίζει με τον πατέρα του. Του επιβάλλει μια επιθυμία που δεν του αναλογεί.
Η τελευταία σκηνή είναι η κατάρρευση κάθε θεμελίου: οικογένεια, ελπίδα, μέλλον. Η φωτιά που καίει το ορφανοτροφείο είναι καθαρτική, αλλά όχι λυτρωτική. Είναι η αποτυχία της ιδεολογικής επένδυσης στην «κοινωφελή» προσφορά. Δεν ωφελεί να διαπράττει κάποιος εγκλήματα και μετά να εξαγοράζει με δήθεν αγαθοεργίες τη σιωπή και ακόμα χειρότερα τη λήθη ή τη συγχώρεση αυτών που διέφθειρε.
«Δώσε μου τον ήλιο!», φωνάζει ο Όσβαλντ – μια αντι-προσευχή για φως που δεν έρχεται. Αυτό που πραγματικά ζητά είναι το βλέμμα της μητέρας να τον επιθυμήσει ως ύπαρξη — να τον σημάνει μέσα στον κόσμο.
Το αίτημά του απευθύνεται στο Άλλο σαν σε Θεό: τελική, παρανοϊκή επίκληση στο αδύνατο.
Μέσα στην ταραχή του εκφράζει την επιθυμία του για κοινότητες χωρίς ηθικό περιορισμό, με μια απενοχοποιημένη σεξουαλικότητα.
Καμία κοινωνική δομή δεν μπορεί να το ανεχτεί. Το παρελθόν δείχνει να μην πεθαίνει ποτέ. Επιστρέφει, είναι απειλητικό, μεταδοτικό, καταστροφικό, αναπόφευκτο.
Ο Ίψεν δεν προσφέρει λύση – προσφέρει κάθαρση μέσω της σύγκρουσης με το φρικώδες, με την αλήθεια που δεν αντέχεται και δυστυχώς αυτή η κάθαρση εμπεριέχει τον θάνατο. Ό,τι δεν λύνεται, κόβεται.
Μια παράσταση κλασικού έργου με την υπογραφή του Κοραή Δαμάτη, που αγγίζει τον σύγχρονο θεατή.
***
Οι «Βρυκόλακες» του Ερρίκου Ίψεν από τον Κοραή Δαμάτη στο Θέατρο «ΕλΕρ»








