Cat Is Art

“Buy me”. Συναντήσαμε τον homo consumens σε μια ιστορική υπόγεια στοά της Αθήνας

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Οι στοές του κέντρου της Αθήνας είναι κομμάτι της ιστορίας της πόλης. Εμφανίστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα, σχεδιασμένες στα πρότυπα των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, του Παρισιού, του Λονδίνου και του Μιλάνου, και είχαν κύριο σκοπό τη διευκόλυνση της διέλευσης των πεζών ανάμεσα από τα κτήρια που είχαν το μέγεθος οικοδομικού τετραγώνου. Οι περισσότερες εμπορικές στοές της Αθήνας βρίσκονται κατά μήκος των οδών Πανεπιστημίου και Σταδίου και γύρω από την πλατεία της Ομονοίας, ενώ στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Αθηναίων υπάρχουν περίπου 180 στοές. Οι περισσότερες από αυτές παρουσιάζουν σήμερα την εικόνα της παρακμής και της εγκατάλειψης με λίγα καταστήματα να έχουν παραμείνει εντός τους. Οι παράγοντες που τις οδήγησαν στην κατάσταση αυτή είναι αφενός η αδυναμία να ακροαστούν το σφυγμό της εξέλιξης και αφετέρου η πολυϊδιοκτησία που δεν επιτρέπει τη συνολική διαχείριση των καταστημάτων μιας στοάς.

Η Στοά Κοραή ή Galleria, ανάμεσά τους, έχει μια εντυπωσιακή και μακρά Ιστορία. Η Εθνική Ασφαλιστική, 40 χρόνια μετά την εγκατάστασή της στην οικία Rossels (Κοραή 4), αποφασίζει την ανέγερση ενός μεγάρου στις προδιαγραφές της. Οι αρχιτέκτονες Μ. Λυκούδης, I. Αξελός και Α Κριεζής παραδίδουν το υπερσύγχρονο κτήριο στις 30 Δεκεμβρίου 1938. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, αυτό μισθώνεται αναγκαστικά από τα υπουργεία Εσωτερικών, Τύπου και Τουρισμού και στις 6 Μαΐου 1941 επιτάσσεται από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Το μέγαρο στεγάζει γερμανικές υπηρεσίες, την Kommandatur, ενώ τα υπόγεια αντιαεροπορικά καταφύγια μετατρέπονται σε φυλακές.
Με την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1944 και ενώ η Εθνική Ασφαλιστική ετοιμάζεται να επανεγκατασταθεί στο κτήριό της, αυτό επιτάσσεται για τρίτη φορά από το ΕΑΜ. Όταν οι αγγλικές δυνάμεις αποχωρούν, το κτήριο επιτάσσεται ξανά από την ελληνική κυβέρνηση για να στεγασθούν «αι Ηλεκτρικαί Εταιρίαι Μεταφορών και Διανομής».
Το 1991 κηρύσσεται Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο, ενώ η Εθνική Ασφαλιστική έχει επανειλημμένα προχωρήσει στη συντήρησή του. Η Στοά Κοραή κατασκευασμένη στα πρότυπα ευρωπαϊκού τύπου galleries διέθετε εμπορικά καταστήματα στο ισόγειο καθώς και το ζαχαροπλαστείο του Φλόκα όπου σύχναζε η αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας. Σήμερα, παρότι βρίσκεται σε ένα από τα πλέον πολυσύχναστα σημεία (έξοδος μετρό Πανεπιστήμιο, σε πεζόδρομο), τα πρόσφατα γεγονότα σε συνδυασμό με την ύφεση έχουν πλήξει το εμπορικό σκέλος του κτηρίου που εκτείνεται κυρίως στο κομμάτι της στοάς. Σε ένα τμήμα του υπογείου της στεγάζεται ο κινηματογράφος “Άστυ”, που την περίοδο της γερμανικής κατοχής αναγκάστηκε να προβάλλει ταινίες και επίκαιρα προς τέρψιν των γερμανικών στρατευμάτων. Κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου ο κινηματογράφος υπολειτούργησε. Έκτοτε λειτουργεί ο χειμερινός κινηματογράφος “Άστυ” υπό την ίδια διεύθυνση. Τις δεκαετίες του 1950 και 1960 ο κινηματογράφος γνώρισε μεγάλες δόξες, παρουσιάζοντας σπουδαίες ταινίες, γαλλικής κυρίως παραγωγής. Συνήθως τις Δευτέρες, την πρεμιέρα της ταινίας ακολουθούσε δεξίωση, με προσκεκλημένους συχνά Έλληνες και ξένους πρωταγωνιστές και δημόσια πρόσωπα. «Παρευρίσκονταν ακόμα όλη η κοσμική και κινηματογραφική Αθήνα», έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής. Μια ευρεία ανακαίνισή του έγινε το 1994. Η τελευταία ανακαίνιση του χώρου έγινε το 2008, διατηρώντας ωστόσο την ιστορική λάμψη του κτηρίου.

«Underground»

Φωτογραφία: CATISART

Πρόσφατα επισκέφτηκα αυτό τον χώρο, που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με τις μνήμες των κατοίκων όλου του λεκανοπεδίου. Κατέβηκα με δέος τις μαρμάρινες σκάλες με τις προστατευτικές σιδεριές, αντίκρισα απέναντι τα τραπεζάκια του φουαγιέ, τις πόρτες, τους καθρέφτες, τα μωσαϊκά, το εκδοτήριο εισιτηρίων, την καμπίνα προβολής αλλά δεν πήγα σινεμά, παρότι έπαιζε μια αξιόλογη ταινία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
Τα βήματά μου με οδήγησαν σε έναν παράπλευρο χώρο, που φέρει το όνομα «Underground». Ένα χώρο με καθαρές γραμμές, λιτή και καθαρή επίπλωση, μαρμάρινες πλάκες στο δάπεδο, που λειτουργεί ως θέατρο. Ο τίτλος, εκτός από το υπόγειο, θυμίζει και το κίνημα «underground». Ο όρος είναι συχνά παρεξηγημένος και κάπως συγκεχυμένος στις μνήμες κάποιων, ιδιαίτερα μάλιστα αν το επίκεντρο είναι η αθηναϊκή του έκφραση κατά τη χρονική περίοδο του 1964 ως 1983. Παραπέμπει συνεκδοχικά στη φαντασίωση του μυστικού τόπου, όπου εξυφαίνονται παράνομες και προφανώς παραβατικές πράξεις, υιοθετήθηκε δε από την πρωτοποριακή καλλιτεχνική παραγωγή, η οποία ξέφυγε εν μέρει από τον έλεγχο της λογοκρισίας και εντελώς από την εξουσία των εταιρειών. Το δε αμερικανικό «underground» αποτελεί σημαντική σχολή κινηματογράφου, που δέθηκε με τις κοινωνικές εξελίξεις και τα καλλιτεχνικά ρεύματα και διαρκεί μέχρι σήμερα, στον ένα ή στον άλλο βαθμό…

Κατάδυση

Λένε πως η κατάδυση στον υπόγειο κόσμο της Αθήνας σημαίνει κατάδυση στη σκοτεινή της πλευρά, στο υποσυνείδητό της. Κατάδυση στους φόβους, στις ανασφάλειες και τις αμφιβολίες της. Κατάδυση σε ένα σύμπαν από μπετόν, πέτρα και χώμα, λωρίδες ασφάλτου και ηχομόνωσης. Κατάδυση στη μοναξιά και στις ψευδαισθήσεις. Αυτό ακριβώς έκανα κι εγώ με το “BUY ME”. Καταδύθηκα σε ένα υποσυνείδητο που το έχω ζήσει καλά. Αναρωτηθήκαμε ποτέ ποιες ανάγκες μας καλύπτει η τάση μας για κατανάλωση; Πολλοί μάλλον πρέπει να έχουμε ζήσει τον εθισμό και την αλλοτρίωση που προξενεί η «αχόρταγη» κατανάλωση. Πώς θα προσδιορίζατε εσείς όμως το περιεχόμενο μιας «γεμάτης και πλούσιας» ζωής, η οποία θα αντιστάθμιζε με «ποιότητα» την «ποσότητα» που προσφέρει ο καταναλωτισμός;

Νατάσσα Νταϊλιάνη, Ειρήνη Αϊβαλιώτου (η γράφουσα) και Άντζελα Δεληχάτσιου

Αγοράζοντας αυτοεκτίμηση

Φωτογραφία: CATISART

Μια devised σπονδυλωτή περφόρμανς είναι το “BUY ME” που, ακροβατώντας κάπου ανάμεσα στο σουρεαλιστικό και το γκροτέσκο, επιχειρεί να επαναδιαπραγματευτεί με κωμικότητα και αυτοσαρκασμό τη σχέση μας με την κατανάλωση μέσα από μια προσωπική και ταυτόχρονα συλλογική εμπειρία.
Για τη συγκεκριμένη παράσταση ο χώρος είναι συγκινητικά καταλυτικός. Η βιτρίνα ενός μικροκαταστήματος, που υπήρξε εμβληματικό για την εποχή που λειτουργούσε, δημιουργεί τον άριστο σκηνικό χώρο με την επιγραφή «Γραφομηχαναί» και με μία παλιά διαφήμιση στον πλαϊνό κύλινδρο. Αποπνέει μία εγκατάλειψη και την αύρα μιας άλλης, οπωσδήποτε πιο αγνής, λιγότερο απαιτητικής και σαφώς πιο λιτοδίαιτης εποχής. Έχει κάτι το χειροποίητο και απλοϊκό κι έτσι δημιουργεί εγγύτητα επαφής σε αντίβαρο με το περιεχόμενο της παράστασης.
Τα υλικά της είναι απλά αλλά δυσεύρετα. Πρόκειται για τριάντα «ημερολόγια κατανάλωσης» από μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, τρεις σπάνιες συλλογές αποδείξεων λιανικής πώλησης, οκτώ ερωτήσεις κρίσεως, εννέα απαντήσεις επικρίσεως, δύο κείμενα αναστοχασμού και αναδίπλωσης, τέσσερις προσπάθειες εξομολογητικού λόγου, 16′ μουσικής επένδυσης και μία γλάστρα.

Αντικείμενό της ο homo consumens, ο ανθρωπολογικός τύπος της εποχής μας που αδυνατεί να απολαύσει πραγματικά τα αγαθά του πνευματικού πολιτισμού. Αδυνατεί να απολαύσει τη γεύση μιας αληθινής ντομάτας, αρνείται να επαναχρησιμοποιήσει το παλιό πιστό ρούχο, αντιδρά στην επισκευή μιας χρησιμοποιημένης συσκευής. Πετάει στα σκουπίδια την παλιά του τηλεόραση ή το χαλασμένο του κινητό, μολύνει τα τρόφιμα με τα οποία θα τραφεί και το νερό που θα τον ξεδιψάσει. Δεν σέβεται την τροφή. “Κοιτάξτε πίσω στην Iστορία και θα βρείτε πρότυπα κατανάλωσης πολύ διαφορετικά από αυτά που υπάρχουν σήμερα… Σημαντικότερα αγαθά, όπως τα παλτά για το χειμώνα αναμένονταν να διαρκέσουν μια ολόκληρη ζωή και περισσότερο και συχνά περνούσαν από τη μια γενιά στην επόμενη”, λέει το έργο. Εν αντιθέσει με σήμερα, που τα πανωφόρια πετιούνται συχνά μέσα σε μια τριετία. Ο homo consumens ζει με την ψευδαίσθηση της ευτυχίας, ενώ ασύνειδα υποφέρει από ανία και παθητικότητα. Ικανοποιείται με το πρόσκαιρο και το εφήμερο. Αφοσιώνεται στο «φαίνεσθαι», στην επίδειξη και όχι στο «είναι». Μέσω της κατανάλωσης “αγοράζει” αυτοεκτίμηση και κοινωνική καταξίωση.
Η ανέχεια των προηγούμενων γενεών, οι πόλεμοι και οι στερήσεις, είχαν ως αποτέλεσμα να αποκτήσει ο Νεοέλληνας το κατοχικό σύνδρομο. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια ολόκληρη γενιά καταναλωτών χωρίς όριο και χωρίς κριτήριο που με τη σειρά τους δημιούργησαν «άχρηστες ανάγκες».

Εν τω μεταξύ, όσο αυξάνεται η μοναξιά μας, τόσο κορυφώνεται η αγωνία μας. Γι’ αυτό πολλές φορές ο άνθρωπος αναζητά διέξοδο στην αγορά αγαθών, στη διακίνηση χρήματος.

Σύμφωνα με έρευνες τα μισά τρόφιμα στον πλανήτη καταλήγουν στα σκουπίδια. Ο καταναλωτισμός, αυτή η υπερβολή στις καθημερινές μας συνήθειες, μας φέρνει αντιμέτωπους με τις μεγάλες μας αδυναμίες καθιστώντας την πλεονεξία και την αδηφαγία κυρίαρχες αντιλήψεις της πιο άρρωστα εγωιστικής άποψης για τη ζωή. Αυτή η καταναλωτική υπερβολή εντοπίζεται και στον οικονομικό και οικολογικό τομέα, όπου η τεράστια εξοικονόμηση χρημάτων από μια λελογισμένη κατανάλωση τροφίμων θα μπορούσε να επενδυθεί δημιουργικά σε ένα σωρό άλλους τομείς, επ’ ωφελεία της ανθρωπότητας και όχι του κέρδους…
“Το φαντασιακό της εποχής μας είναι το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης και της συσσώρευσης άχρηστων πραγμάτων… Δηλαδή; Δηλαδή, μια τηλεόραση σε κάθε δωμάτιο, ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής σε κάθε δωμάτιο και ούτω καθεξής. Σ’ αυτό το φαντασιακό στηρίζεται το σύστημα. Και είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να καταστραφεί”, λέει ο Κορνήλιος Καστοριάδης.
Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ (“Επιστολή για τον ανθρωπισμό”) υπογραμμίζει ότι η “τάση του ατόμου για απόκτηση κοινωνικής δύναμης σημαίνει πως το άτομο συνειδητοποιεί την έλλειψη δύναμης”. Αλίμονο όμως στις κοινωνίες που στηρίζουν τη δύναμή τους στον εμπορευματικό φετιχισμό. Αλίμονο στους ανθρώπους που αναπληρώνουν το νοητικό τους κενό με τον καταναλωτισμό.

Φονταμενταλιστικός καταναλωτισμός

Οι δύο δημιουργοί της παράστασης «BUY ME», που σημειωτέον πήρε δεύτερη παράταση, Νατάσσα Νταϊλιάνη στη σύλληψη – σκηνοθεσία, ερμηνεία και Άντζελα Δεληχάτσιου στη δραματουργική ανάπτυξη – συν-σκηνοθεσία μας πρόσφεραν μια ωραία, ζωντανή, ευχάριστη και γεμάτη βαρύτητα παράσταση. Ο χρόνος κατά τον οποίο παρακολουθούσαμε τα δρώμενα γινόταν ελλειπτικός και δημιουργούσε μια καινούργια δραματική διάσταση. Κατάφεραν δημιουργικά και σχεδόν μαγικά να συνδέσουν αρμονικά τη σωματικότητα με την ψυχολογία, την κοινωνική κριτική, την ευαισθησία, την ενσυναίσθηση και τον προβληματισμό.
Βρήκαν τρόπο να εντάξουν αποσπάσματα από τη θεωρία του φονταμενταλιστικού καταναλωτισμού στην παράσταση έτσι ώστε να είναι ταυτόχρονα θεατρικά, περιπαιχτικά και ενημερωτικά. Το έργο δεν αποπνέει σοβαροφάνεια ούτε διδακτισμό, ούτε απελπισία. Με ελαφράδα και χιούμορ, πρωτότυπες ιδέες και φαντασία, σημειώματα, τεφτέρια, συσκευασίες και ένα… κόκκινο μήλο καθρεφτίζει αυτή τη δύσκολη και δυσνόητη καταναλωτική κατάσταση στην οποία προσπαθούμε να επιβιώσουμε. Επιπλέον αφήνει να διαφανεί και μια ελπίδα ότι -έστω- υπάρχουν μικρές ελευθερίες και μικρές χαρές μέσα σ’ αυτήν.

Οι συντελεστές

Φωτογραφία: CATISART

Στον ήχο ο Κωστής Γαρδίκης, στους φωτισμούς ο Βασίλης Κλωτσοτήρας, στα κοστούμια η Λουκία Χατζέλου (ελαστικά και θηλυκά φορέματα σε κόκκινο και ασημί) και στο artwork ο Γιώργος Ευθυμίου. Όλοι τους έκαναν εξαιρετική δουλειά. Θαυμάσια και η ηχογραφημένη φωνή του Αντώνη Γκρίτση.

Αν ψάχνετε μια καλλιτεχνική εμπειρία που θα σας δώσει εικόνες, θα σας κάνει να γελάσετε και να σκεφτείτε διαφορετικά, είναι σίγουρα μια θεατρική πρόταση που ξεχωρίζει. Η παράσταση σε κάποια σημεία της συνδημιουργείται και από τους θεατές δίνοντας μια πολύτιμη αίσθηση συμμετοχής και συνδέοντας τη λαϊκή διασκέδαση με το θέαμα.

Η Νατάσσα Νταϊλιάνη είναι μοναδική στο να παίζει με το παράξενο alter ego της, να απολαμβάνει και να απολαμβάνουμε μαζί της τα αόρατα τείχη που χτίζει και γκρεμίζει με τις κινήσεις της, τη μιμική της, τις ιστορίες που φέρνει στη σκηνή με εργαλείο το εκφραστικό της πρόσωπο και το νευρώδες της σώμα. Με το ταλέντο και την αμεσότητα της έκφρασής της που κινείται από την έκπληξη στη μελαγχολία, μας χαρίζει μια φρέσκια, πρωτότυπη, αυθάδικη, ειρωνική και λαμπερή ερμηνεία.

Το «Buy me» με τη φύση των σκηνικών αντικειμένων του, τα πρόσωπα των θεατών σε απόσταση αναπνοής και τις αντιδράσεις τους που σε περιβάλλουν, κάνει τη θεατρική τέχνη ορατή διά μέσου αυτού που δεν φαίνεται. Αποτελώντας ένα ερέθισμα για τη φαντασία μας, η παράσταση είναι προκλητική, οικεία, εγκάρδια και επιβεβαιώνει την ποιητική διάσταση του «θεάτρου επινόησης».

* Tο BUY ME θα συνεχίζει να σας προ(σ)καλεί σε μια διαφορετική θεατρική εμπειρία κάθε Πέμπτη πλέον, στις 21.00, από τις 2 έως τις 30 Μαρτίου, στο γνωστό σημείο του θεάτρου Underground, στο μικρό εμπορικό κατάστημα με τη νοσταλγική επιγραφή “Γραφομηχαναί”.

Ταυτότητα παράστασης

Σύλληψη-σκηνοθεσία, ερμηνεία: Νατάσσα Νταϊλιάνη
Δραματουργική ανάπτυξη, συν-σκηνοθεσία: Άντζελα Δεληχάτσιου
Ήχος: Κωστής Γαρδίκης
Σχεδιασμός φωτισμών: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Κοστούμια: Λουκία Χατζέλου
Φωτογραφίες, Artwork: Γιώργος Ευθυμίου
Επικοινωνία: Στέλλα Πεκιαρίδη

Ηχογραφημένη φωνή: Αντώνης Γκρίτσης
Στην παράσταση ακούγεται το τραγούδι Buy Me των Starwound.

Πληροφορίες

Διάρκεια: 60’
Ημέρες και Ώρες παραστάσεων: κάθε Πέμπτη στις 21.00, έως τις 30/3.

Χώρος: Θέατρο Underground, Κοραή 4, υπόγειος χώρος Στοάς Κοραή (είσοδος από κινηματογράφο ΑΣΤΥ).
Τιμές εισιτηρίων: 10 € (γενική είσοδος), 7 € (μειωμένο), 5 € (ατέλεια)
Κρατήσεις: 213 037 0342, 6944 251704 και μέσω της σελίδας του BUY ME.
* Περιορισμένος αριθμός θέσεων ανά παράσταση – Κρατήσεις απαραίτητες

Εκτύπωση
diaxeiristis“Buy me”. Συναντήσαμε τον homo consumens σε μια ιστορική υπόγεια στοά της Αθήνας

Related Posts