Βασίλης Αλεξάκης: Η γλώσσα της ψυχής και του έρωτα, η γλώσσα η μητρική

Σημαντικό ρόλο στο έργο του έπαιζε η έννοια της μνήμης, όπως και η παρουσία του χιούμορ, ενός χιούμορ που συχνά ακολουθεί υπόγειες οδούς και εκφράζεται μέσα από μια λεπτή ειρωνεία.
Χωρίς ποτέ να λησμονεί τον πυρήνα της συναρπαστικής αφήγησης, παρέμενε πιστός στους κανόνες του μυθιστορήματος που είναι χαρακτήρες, δομή, πλοκή. Το έργο του ήταν συναρπαστικό.

Χθες τον χάσαμε για πάντα. Ο Βασίλης Αλεξάκης, ένα από τα συγγραφικά μας είδωλα, έφυγε για να συναντήσει τους φίλους τους. Με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο ένα χέρι και στο άλλο το τσιγάρο. Τον αποχαιρετούμε με θλίψη και συγκίνηση, αγάπη άπλετη, τιμή και δόξα. Ήταν νωρίς ακόμα, δάσκαλε…

“Η μητρική γλώσσα” είναι ένα µυθιστόρηµα µε ηρωίδα την ίδια τη γλώσσα, ένα ταξίδι µαθητείας για τον έρωτα, την πατρίδα και τον θάνατο, µια στοχαστική περιδιάβαση στην ιστορία και στον πολιτισµό.

Ήρωας ένας σκιτσογράφος που γυρίζει ύστερα από πολλά χρόνια στο Παρίσι στην Αθήνα. Δεν ξέρει πόσο θα μείνει, αν θα φύγει σύντομα ή όχι, δεν του έχουν μείνει πολλοί φίλοι στην πατρίδα, με τον πατέρα και τον αδελφό του είχε πάντα μια καλή αλλά κάπως απόμακρη σχέση. Σιγά σιγά όμως θα συνάψει καινούργιους δεσμούς, θα γνωρίσει τους παλιούς συντρόφους καλύτερα και θα μάθει καινούργιους, θα παθιαστεί με την ελληνική γλώσσα και συγκεκριμένα με το γράμμα Ε, θα επιστρέψει, θα αλητέψει, θα συμφιλιωθεί με την αίσθηση πως δεν ανήκει εδώ, αλλά ούτε κι εκεί, με το θάνατο της μάνας του, με τις γυναίκες που περνούν από τη ζωή του. Δε θα ανακαλύψει τίποτα, παρά μόνον ίσως το ποιο σημαντικό, πως είναι αυτός που είναι κι αυτό δεν αλλάζει με τίποτα, ούτε εξηγείται.

Αν οι Δελφοί είναι το κέντρο του κόσμου, αυτό το μυστηριώδες Έψιλον είναι το κέντρο του βιβλίου Βασίλη Αλεξάκη που φέρει τον τίτλο “Μητρική γλώσσα”. Και η έρευνα αρχίζει με λέξεις που αρχίζουν από έψιλον. Πίσω από αυτό, όμως, βρίσκεται προκλητικά απαιτητική η ελληνική γλώσσα, έρμα σταθερό, ανάλλαχτο, μη επηρεαζόμενο από τη ροή των πάντων. Η Μητρική γλώσσα είναι η γλώσσα της ψυχής, η γλώσσα του έρωτα του Κώστα, του αδελφού του αφηγητή, αλλά και η γλώσσα των δικών του εφήμερων ερώτων, της σιωπής της μητέρας, της άνοιας του πατέρα, του Αχέροντα με το πλήθος των σιωπηλών νεκρών του.

«Το έψιλον που σας κάνει να ονειρεύεστε ταξιδεύει σ’ ένα πέλαγος σβησμένων λέξεων», λέει ο αρχαιολόγος των Δελφών. Σαν τους έρωτες που απομακρύνονται, τα νιάτα που φεύγουν, τα χρόνια που τρέχουν, τη ζωή που αλλάζει. Ένα μόνο δεν αλλάζει· η βάση πάνω στην οποία στήθηκε όλο το οικοδόμημα. Η μητρική γλώσσα. Η γλώσσα της γης, της πατρίδας, της μητέρας, της καρδιάς, της ψυχής· Ελλάδα. Η συνείδηση της γλώσσας μου, θα έλεγε ο Σικελιανός, είναι εμφανέστατη σε κάθε σελίδα του βιβλίου.

Τα µυθιστόρημα του Βασίλη Αλεξάκη Η µητρική γλώσσα (1995), όπως και το µ.Χ. (2007), αποτελεί µια συστηµατική και εναγώνια αναζήτηση της οριοθέτησης της συνέχειας του ελληνικού πολιτισµού.
Τα πολλαπλά επίπεδα στα οποία διεξάγει τις αναζητήσεις του ο Βασίλης Αλεξάκης, η θρησκεία, η τέχνη, η φιλοσοφία, η γλώσσα, το ταξίδι καθρεφτίζουν µια πολυφωνία απόψεων. Μέσα από τη βιβλιογραφική έρευνα, την έρευνα των πηγών, τα προσωπικά βιώµατα του συγγραφέα και των ηρώων του αναδύονται στο σύνολό τους η
σύγχρονη Ελλάδα και η πολιτισµική της παράδοση.

“Τότε πήγα στο σαλόνι και άνοιξα τον τουριστικό οδηγό. Διάβασα ότι στην είσοδο του ναού του Απόλλωνα που στέγαζε την Πυθία ήταν χαραγµένα γνωµικά των επτά σοφών, το «γνώθι σαυτόν», «το µηδέν άγαν», κι ότι ανάµεσά τους υπήρχε ένα γράµµα µόνο του, ξεκάρφωτο, το κεφαλαίο Ε, που το νόηµά του παραµένει άγνωστο. Έχει εµπνεύσει πολλές εικασίες, έλεγε ακόµη το κείµενο, αλλά καµία δεν κρίνεται πειστική. Η ανακάλυψη αυτή µε χαροποίησε, κι ίσως επειδή αισθανόµουν ότι την όφειλα στον υδραυλικό, έπαψα να του γκρινιάζω και δεν διαµαρτυρήθηκα όταν έσπασε µε µια αδέξια κίνηση τα δύο ποτήρια που στέγνωναν στον νεροχύτη. Το αίνιγµα του Ε µου έφερε στον νου τα προβλήµατα που θέτουν τα σταυρόλεξα. «Είναι οπωσδήποτε ένα πολύ δύσκολο πρόβληµα, αφού δεν είναι δεδοµένος ούτε ο ορισµός της λέξης, ούτε ο αριθµός των γραµµάτων που την αποτελούν».
– Βρες µου µια λέξη που ν’ αρχίζει από έψιλον, είπα στη Βαγγελιώ όταν επέστρεψε, κατά τη µία το πρωί.
– Εντελώς, είπε.” (Απόσπασμα από το βιβλίο “Η μητρική γλώσσα”)

Εγκατεστημένος στη Γαλλία από το 1969, ο Βασίλης Αλεξάκης υπήρξε επί σειρά ετών συνεργάτης της εφημερίδας Le Monde και έγραψε τα πρώτα του βιβλία στα γαλλικά. Το Τάλγκο ήταν το πρώτο του έργο γραμμένο στη μητρική του γλώσσα: κυκλοφόρησε το 1982 από τον Εξάντα και εξακολουθεί ως σήμερα να σημειώνει σπάνια επιτυχία. Έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τις διακόσια χιλιάδες αντίτυπα. Το 1984 έγινε ταινία από τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο με τίτλο Ξαφνικός έρωτας.
Το έργο του Αλεξάκη είναι εξίσου αναγνωρισμένο στην Ελλάδα (κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 2004 για τις Ξένες λέξεις) και τη Γαλλία (Βραβείο Médicis για τη Μητρική γλώσσα, 1995, Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας για το μ.Χ. το 2007). Έγραφε και στις δύο γλώσσες, αρχίζοντας πότε από τη μία πότε από την άλλη, και αυτομεταφραζόταν στη δεύτερη. Οι γλώσσες ήταν από τα κύρια θέματα του έργου του.
Είχε ασχοληθεί με τον κινηματογράφο (η ταινία του Οι Αθηναίοι κέρδισε το Α΄ βραβείο στο διεθνές φεστιβάλ κωμωδίας του Σανρούς το 1990) και το θέατρο (Εγώ δεν…, Μη με λες Φωφώ).
Τον Μάρτιο του 2017 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας από το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

***

Βασίλης Αλεξάκης, Η μητρική γλώσσα. Εκδόσεις Μεταίχμιο

Βραβείο Médicis 1995

***

*Διαβάστε επίσης:

Βασίλης Αλεξάκης. Ο αγαπημένος συγγραφέας δεν είναι πια μαζί μας…

Βασίλης Αλεξάκης: «Είναι τραγικό λάθος να νομίζει κανείς ότι κάνει λογοτεχνία διηγούμενος τη ζωή του»