Γεννήθηκε στην Αθήνα το Σάββατο 5 Οκτωβρίου 1935. Πέθανε στην Αθήνα την Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2019.
Ο αποχαιρετισμός του έγινε το Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019 στις 11:00 στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
***
Του Παναγιώτη Μήλα
Στην εφηβική και νεανική μου ηλικία, οι ήρωές μου ήταν εκείνοι που δούλευαν σκληρά. Εκείνοι που αποδείκνυαν αδιάκοπα την αξία τους. Ανάμεσά τους ζωγράφοι, συνθέτες, δημοσιογράφοι, γλύπτες, καλλιτέχνες, δάσκαλοι, λογοτέχνες, τεχνίτες, αθλητές, ηθοποιοί.
Ο αγιογράφος Δημήτρης Καφής, οι δημοσιογράφοι Χρήστος Πασαλάρης και Κώστας Νίτσος. Οι καθηγητές μου στο γυμνάσιο Γιώργος Καζάσογλου, συνθέτης, Γιάννης Σιδέρης, ιστορικός και δημιουργός του Θεατρικού Μουσείου, Σπύρος Πολυδώρου, θεολόγος, ο άνθρωπος που έσωσε από τη σφαγή των Καλαβρύτων 250 μαθητές. Η γλύπτρια Ειρήνη Χαριάτη – Πραμαντιώτη και ο ξυλογλύπτης Θεοφάνης Νομικός. Ο τενόρος Γρηγόρης Κορωναίος. Οι ηθοποιοί Νίκος Πιλάβιος, Λήδα Πρωτοψάλτη και η Κάκια Αναλυτή, στην πρώτη εμφάνισή της στο Θέατρο Rex, μαθήτρια ακόμη της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών. Ο ποδοσφαιριστής Κώστας Πολυχρονίου, ο πρωταθλητής των καταδύσεων Κώστας Πρέκας.
Επίσης οι ηθοποιοί Γιάννης Βογιατζής και Τρύφων Καρατζάς, λατρεμένοι κυρίως για τη ραδιοφωνική συντροφιά που μου κρατούσαν στα διαλείμματα της μελέτης («Σπίτι των Ανέμων», «Το ημερολόγιο ενός θυρωρού»), μιας και τότε το ραδιόφωνο ήταν ο καθημερινός μας φίλος.
Για χάρη των τελευταίων έκανα το επόμενο βήμα: Το 1964, ύστερα από μια σκληρή περίοδο διαβάσματος και αφού πέτυχα τον στόχο μου, να μπω στο Πανεπιστήμιο, αποφάσισα να κάνω ένα δώρο στον εαυτό μου. Ήταν Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 1964 και έπειτα από ένα σκασιαρχείο από το «Φροντιστήριον Οικονομικών Σπουδών Καρακάση» της οδού Τζωρτζ 4, στην πλατεία Κάνιγγος, βρέθηκα σε μια άλλη αγαπημένη πλατεία, μικρή μεν αλλά ιστορική.

Την Πλατεία Καρύτση η οποία εκτός από τον ομώνυμο ναό του Αγίου Γεωργίου, είχε στην αγκαλιά της τον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό, τη Λέσχη Φιλελευθέρων, την εφημερίδα «Εμπρός», την εφημερίδα «Εστία» και τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη (Βήμα, Νέα, Ομάδα, Ταχυδρόμος). Εκεί ήταν – και είναι – το Θέατρο Κώστα Μουσούρη στο οποίο εκείνη τη σεζόν παρουσιάζονταν «Οι τρεις αδελφές», του Άντον Τσέχωφ.
Μια και δυο λοιπόν στο Θέατρο. Πήρα το εισιτήριο, μπήκα μέσα, αγόρασα το πρόγραμμα και πήγα στη θέση μου. Διάβασα: «Η Όλγα, 28 χρονών, η Μάσσα, 23, και η Ιρίνα, 20, Πραζόρωφ κατοικούν μαζί με τον αδελφό τους Αντρέι, σε μια επαρχιακή… κλπ. κλπ.».

Συνέχισα την ανάγνωση. Μετάφραση: Λυκούργος Καλλέργης. Σκηνοθεσία: Κώστας Μουσούρης. Σκηνικά-Κοστούμια: Γιάννης Καρύδης. Μουσική επιμέλεια: Άκης Λυμούρης. Πρωταγωνιστούν: Κώστας Μουσούρης, Βάσω Μεταξά, Σταύρος Ξενίδης, Μηνάς Χρηστίδης, Τζένη Ρουσσέα, Γιάννης Βογιατζής, Μίτση Κωνσταντάρου, Χρήστος Κατσιγιάννης, Τρύφων Καρατζάς, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Άννα Βενέτη, Φάνης Χηνάς, Κώστας Πρέκας, Μαρία Βοσταντζή, Μπέτυ-Μπέσυ Δακοπούλου, Γ. Μηναΐδης, Μάκης Ανδρικούλας.
Έπειτα από μια ανεξήγητη (για μένα) κινητικότητα και (ενοχλητική) καθυστέρηση, η παράσταση άρχισε αφού μπήκαν και οι τελευταίοι θεατές, προκαλώντας πολλά σχόλια. Στη συνέχεια όλα πήγαν κατ’ ευχήν: Η αυλαία, το χειροκρότημα, οι υποκλίσεις, και πάλι το χειροκρότημα, και πάλι…
Χωρίς να αργοπορήσω έσπευσα στα καμαρίνια για να προλάβω μετά και το λεωφορείο. Στους στενούς διαδρόμους του «Μουσούρη» ανακάλυψα πρώτα τον Κώστα Πρέκα και μετά τον Γιάννη Βογιατζή. Μόλις που πρόλαβα να τους πω δειλά ένα «ευχαριστώ από καρδιάς». Ο επόμενος που αναζήτησα ήταν ο Τρύφων Καρατζάς. Ατύχησα όμως.

Εκείνη τη στιγμή ένας συνάδελφός τους ζήτησε από όλους να πάνε άμεσα στο φουαγιέ του θεάτρου όπου τους περίμεναν δυο υψηλοί επισκέπτες – θεατές: Οι τότε βασιλείς Κωνσταντίνος και Άννα – Μαρία που είχαν παρακολουθήσει την παράσταση τιμώντας με την παρουσία τους τα τριαντάχρονα του θεάτρου.
Έτσι – έπειτα από αυτόν τον τεράστιο, αντιδημοσιογραφικό πρόλογο – η συζήτηση με τον Τρύφωνα Καρατζά – που διακόπηκε τότε – συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε φέτος. Σίγουρα καμαρώνω γι’ αυτή τη συνομιλία η οποία θυμίζει master class για τελειόφοιτους δραματικών σχολών.
***
Οι «ερωτήσεις» προς τον αγαπημένο ηθοποιό είναι τίτλοι από συμμετοχές του στο ραδιόφωνο, στο θέατρο και στην τηλεόραση. Για όλες τις παραστάσεις αυτές, υπάρχουν και τα ονόματα των υπολοίπων συντελεστών. Η συνάντησή μας πραγματοποιήθηκε στο φιλόξενο διαμέρισμά του, με θέα την Ακρόπολη και την πανέμορφη μεγάλη και μικρή μας πόλη.
***
«Η μικρή μας πόλη»
[Στην τηλεόραση το 1978. Έργο του Thornton Wilder. Με τους ηθοποιούς: Νίκο Χατζίσκο, Πίτσα Μπουρνόζου, Ντίνο Αυγουστίδη, Εκάλη Σώκου, Βάντα Καρακατσάνη, Αντιγόνη Γλυκοφρύδη, Χρήστο Δακτυλίδη, Μαρία Αναστασίου, Ηλία Ασπρούδη, Νικήτα Αστρινάκη, Νίκο Γαλιάτσο, Βεατρίκη Δεληγιάννη, Ντίνο Δουλγεράκη, Φλώρα Κωστοπούλου, Μιχάλη Μαραγκάκη, Μαρία Μαρτίκα, Γιάννη Μαυρογένη, Γιώργο Μπάρτη, Χάρη Νάζο, Βασίλη Παπανίκα, Θόδωρο Συριώτη, Κώστα Τσάκωνα, Μάλαμα Αργυροπούλου, Νίκο Ηλιόπουλο, Ισίδωρο Σιδέρη, Κική Ρέππα, Θανάσης Μπενετάτος, Χρήστο Τσιλογιάννη και Τρύφωνα Καρατζά].
* Γεννήθηκα στην Αθήνα. Στην Ομόνοια ήταν το σπίτι της μάνας μου, της Στέλλας και του πατέρα μου, του Γιώργου, τότε που γεννήθηκα εγώ, στις 5 Οκτωβρίου 1935. Δεν το κρύβω, είμαι ήδη 83 χρονών. Στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών, εκεί, σε αυτή την περιοχή έζησα και μεγάλωσα με τον μικρότερο αδελφό μου, τον Δημήτρη.
Στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων είχαμε Γυμνασιάρχη τον Παναγιώτη Πάτρα ο οποίος ήταν φιλότεχνος. Μας έφτιαξε χορωδία και είχαμε εξετάσεις κάθε χρόνο με μαθητική ορχήστρα. Εγώ τραγουδούσα τον «Γεροδήμο», ο (ζωγράφος) Αλέκος Φασιανός έπαιζε τη «Σερενάτα» του Σούμπερτ στο βιολί. Είχα συμμαθητές τον σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον στιχουργό και δημοσιογράφο Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον καθηγητή φιλοσοφίας και συγγραφέα Χρήστο Γιανναρά. Επίσης τον δημοσιογράφο Άγγελο Μαρόπουλο, ο οποίος κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ήταν η φωνή που μας ενημέρωνε από την «Ντόιτσε Βέλλε». Μάλιστα σε μια συνεστίαση με τους συμμαθητές όλων των τάξεων πήγα κι εγώ αλλά το μετάνιωσα γιατί είπα: «Τι θέλω εγώ εδώ με αυτούς τους γέρους;». Δεν κοιτάω καλύτερα τη μούρη μου… Ναι, φέτος κλείνω 60 ακριβώς χρόνια στο θέατρο…

Συνεχίζοντας τη ζωή μου στη «μικρή μας πόλη», εκεί γύρω στα 12, είχα μια απρόσμενη πρόταση. Επειδή είχα φωνή τενόρου κάποια κυρία που με άκουσε ήρθε στο σπίτι μας, ζήτησε από τους γονείς μου να με πάνε στην παιδική χορωδία της Βιέννης. Φυσικά οι γονείς μου δεν μου άναψαν το «πράσινο φως» για να πάω επειδή φοβήθηκαν ότι θα με χάσουν. Σε αυτή τη χορωδία πήγαινες εσώκλειστος. Εκεί μπορεί να γίνεις κάτι πολύ σπουδαίο, αλλά μπορεί να μη γίνεις και τίποτα. Το σίγουρο κέρδος είναι πως θα είσαι ένας μορφωμένος άνθρωπος. Τελικά όμως αυτό το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε. Ήταν ίσως η μοίρα, η ώρα, η στιγμή…
Εκείνη την εποχή μετοικήσαμε στη Νέα Φιλαδέλφεια, στα σπίτια που έδινε η Εργατική Εστία. Τότε ήρθε η ώρα του στρατού. Μια… ώρα που κράτησε πολλά χρόνια. Όταν έκανα τη θητεία μου επειδή είχα ως προσόν την καθαρή άρθρωση και την καθαρή φωνή, μου μπήκε η ιδέα να γίνω εκφωνητής στο στρατιωτικό ραδιόφωνο. Ο σταθμός λεγότανε …ΚΡΑΣΕΔΕ. Δηλαδή Κεντρικός Ραδιοφωνικός Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων Ελλάδος.
Τότε κατάφερα με μια θεία που δούλευε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού να πάρω μια μετάθεση για το Ραδιοφωνικό Σταθμό, όπου έκανα τον εκφωνητή. Βέβαια ήταν πάρα πολύ κουραστικό, ζούσα μια ζωή απίστευτη γιατί συγχρόνως έπαιζα στο θέατρο και επί 14 χρόνια κοιμόμουνα στις 2.15 τη νύχτα και ξύπναγα 5.20, γιατί έπαιρνα πάντα την πρωινή βάρδια για να έχω μετά την ημέρα ελεύθερη για το θέατρο.
Εκείνα τα χρόνια οικονομικά ήταν δύσκολα, με μια δουλειά δεν έβγαινε. Μεγάλωσα στην εποχή που οι πατεράδες και οι γονείς γενικώς έλεγαν «να μεγαλώσει το παιδί, να τελειώσει το σχολείο, να φέρει λεφτά στο σπίτι». Δεν είναι όπως τώρα, που οι παππούδες και οι γιαγιάδες δίνουν στα εγγόνια.
Παράλληλα ασχολιόμουνα πάρα πολύ με την τέχνη γιατί χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ή εξειδίκευση δεν έχεις μέλλον. Πήγα και στο Ωδείο, πήγα και έκανα πιάνο, αλλά δεν είχα καθόλου ταλέντο, ενώ ο Δήμος Μούτσης, με τον οποίο είμαστε συμμαθητές, προόδευσε και έγινε κορυφαίος…

Στη συνέχεια σπούδασα στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Πήρα υποτροφία. Με εξέτασαν τρεις σπουδαίοι: Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Ροντήρης, ο ιστορικός του θεάτρου Γιάννης Σιδέρης και ο πιανίστας Σαραντάκος που ήταν ο διευθυντής του Ωδείου. Ευτυχώς πέρασα με υποτροφία, γιατί τις 25 δραχμές το μήνα για δίδακτρα δεν είχα να τις πληρώνω. Ήταν μεγάλο ποσό για την εποχή. Έτσι λοιπόν εξελίχθηκα. Στα 20 μου χρόνια να είμαι ηθοποιός και στα 83 μου εξακολουθώ να είμαι στις επάλξεις.
*
«Πάτερ Φαμίλιας»
[Από το Θέατρο στην τηλεόραση, το 1976. Έργο του Σώμερσετ Μομ, με τους: Αφροδίτη Γρηγοριάδου, Βύρωνα Πάλλη, Άννα Αδριανού, Πάνο Δούκα, Γιάννη Καλατζόπουλο, Βιβέτα Τσιούνη και Τρύφωνα Καρατζά].
* Οι γονείς μου, ο Γιώργος και η Στέλλα, ήταν απλοί άνθρωποι. Είχαν τελειώσει το δημοτικό, η μάνα μου είχε έρθει από τη Σμύρνη, ήτανε μια τρυφερή γυναίκα και πολύ κοκέτα για την εποχή της, όπως όλες οι Σμυρνιές. Ήταν πραγματική γυναίκα. Τότε δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία, εκ των υστέρων το σκέφτηκα. Ο πατέρας μου δούλευε στο Ταμείο Τυπογράφων, και γύρω στις 2.30 με 3 παρά ερχότανε στο σπίτι. Μισή ώρα πριν έρθει, η μητέρα μου έβγαζε την ποδιά, έβαζε τη γόβα, έβαζε λίγο κραγιόν, χτενιζόταν για να τη βρει όμορφη και ελκυστική. Αυτό το βρίσκω υπέροχο.
Στο θέμα της επιλογής μου για το Θέατρο δεν με βοήθησαν. Με δυσκόλεψαν λόγω της οικονομικής δυσχέρειας. Μου λέγανε να τελειώσω πρώτα την Πάντειο και μετά να κάνω ό,τι θέλω. Τότε το Πάντειο Πανεπιστήμιο ήταν γένους θηλυκού… Δεν πήρα το πτυχίο επειδή δεν με ενδιέφερε. Πήγαινα όμως τότε στη Δραματική Σχολή και δούλευα σε ένα γραφείο, «στου Πεχλιβανίδη», για να έχω ένα οικονομικό στήριγμα. Δούλευα πολλές ώρες και να σκεφτείτε ότι η τηλεόραση δεν είχε αρχίσει ακόμα. Όταν άρχισε όμως ήταν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα, γιατί το γύρισμα ήταν δέκα ώρες και στη συνέχεια είχα παράσταση στο θέατρο.
Δηλαδή την ώρα που ο οργανισμός σου θέλει να φάει, να ανασάνει και να ξεκουραστεί, εγώ έπινα δύο καφέδες για να ανέβω στη σκηνή. Γύρναγα ξημερώματα στο σπίτι μου. Ήμουνα σε υπερένταση και δεν μπορούσα ούτε να κοιμηθώ, ούτε να ξεκουραστώ αμέσως. Είχα ακόμη να διαβάσω. Να μελετήσω, να μάθω λόγια. Η δουλειά στο σπίτι για έναν ηθοποιό είναι βαρύ φορτίο. Πρέπει να πάει στο θέατρο προετοιμασμένος. Αυτό απαιτεί πολλές ώρες διάβασμα. Ακόμη πρέπει να ξέρει πώς θα αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενη αναποδιά πάνω στη σκηνή. Είναι όπως ένας μουσικός της ορχήστρας που πρέπει να είναι 100% έτοιμος πριν παίξει την πρώτη νότα έτσι ώστε να ξέρει πώς θα ερμηνεύσει ιδανικά κάθε μουσικό κομμάτι.

Εν τω μεταξύ εκείνη την περίοδο – μόλις τέλειωσα τη Δραματική Σχολή – ο καθηγητής μου Γιάννης Σιδέρης μου έδωσε μια επιστολή να πάω στο θέατρο «Περοκέ» και να βρω την κυρία Σοφία Βερώνη, να της την επιδώσω. Έγραφε καλά λόγια για μένα και μάλιστα υπήρχε μια έκφραση θεατρική: «Αυτός το λέει».
Έφτασα λοιπόν έξω από το «Περοκέ» και έκανα μεταβολή. Δεν μπήκα μέσα. Δεν έδωσα ποτέ αυτή την επιστολή. Πιστεύω πως θα είχε αλλάξει η μοίρα μου εάν είχα μπει στην επιθεώρηση. Εμένα όμως -ενώ ήταν ανάγκη να δουλέψω- το μέσα μου, το πνεύμα μου και οι σπουδές μου με τον Ροντήρη, δεν μου επέτρεψαν να φτάσω ως εκεί. Δηλαδή αν και είχα ανάγκη, προτίμησα να κάνω επιλογή εκείνη την ώρα.
Ακολούθησα άλλο δρόμο και δεν μου βγήκε σε κακό, με αποτέλεσμα να σεμνύνομαι σήμερα ότι έζησα και βιοπορίστηκα μόνο μέσα από την τέχνη. Δεν χρειάστηκε να κάνω κάποια άλλη δουλειά. Γιατί και το ραδιόφωνο και η διαφήμιση είναι σχετικές δουλειές. Τότε μάλιστα που δεν υπήρχε η τηλεόραση πολλοί συνάδελφοι εργάζονταν στα ραδιοφωνικά σίριαλ.
Στο «Σπίτι των Ανέμων» που έπαιζα κι εγώ, δεκάδες νοικοκυρές είχαν κάψει το φαγητό στην κατσαρόλα… Καθόντουσαν να ακούσουν και ξεχνούσαν τα πάντα.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάτι από την τηλεόραση. Ξαφνιάστηκα πριν από μερικά χρόνια που επέστρεφα από το Μεγανήσι. Σταματήσαμε να πιούμε καφέ και δυο κυρίες με χαιρετούν και μου λένε: «Αχ, γεια σας κύριε Καρατζά, πέστε μας τι έγινε στο φινάλε της «Ονειροπαγίδας». Εκείνη την ημέρα ήμουν στον δρόμο από το Σικάγο προς τη Νέα Υόρκη και έτσι έχασα το επεισόδιο»… Έβαλα τα γέλια, τους είπα το φινάλε και καμάρωσα που μέσω του δορυφόρου είχα γίνει… διεθνής.
Αυτό το σίριαλ, της Τίνας Καμπίτση, ήταν το τελευταίο που έκανα. Είχα παίξει σε άλλα δύο δικά της, στα «40 κύματα» και στο «Ου μοιχεύσεις». Η Τίνα γράφει εκπληκτικά ελληνικά. Από αυτά που λέμε ότι «μιλιούνται», σε αντίθεση με άλλους που προσπαθούν να εντυπωσιάσουν με φράσεις, λέξεις και ακατανόητους διαλόγους.
Ξέρετε πόσες φορές κάποιοι από εμάς έχουμε αναγκαστεί να αλλάξουμε φράσεις, βεβαίως πάντα υπό την έγκριση του συγγραφέα, τον οποίο πάντα σέβομαι. Ο πρωτογενής δημιουργός είναι ο συγγραφέας κι εγώ είμαι ο ενδιάμεσος που θα μεταφέρω το έργο του στον κόσμο. Γιατί αν δεν ήταν έτσι θα παίρνανε οι άνθρωποι τα θεατρικά θα τα διαβάζανε και θα ήταν ευτυχείς.
***

«Η ώρα της φαντασίας»
[Το Θέατρο στην τηλεόραση (1980), της Anna Bonacci, με τους: Νόρα Κατσέλη, Γιώργο Μπάρτη, Δημήτρη Καλλιβωκά, Γεωργία Ζώη, Γιώργο Κατσάρα, Σπύρο Κωνσταντινίδη, Βίνα Παπαδοπούλου και Τρύφωνα Καρατζά].
* Φθάνω έτσι στην ώρα που αποφάσισα να σπουδάσω θέατρο. Ήταν η ώρα της φαντασίας. Όταν ήμουν μικρός έβλεπα θέατρο γιατί ο πατέρας μου παρόλο που ήταν ένας απλοϊκός άνθρωπος μας πήγαινε στο θέατρο επειδή του άρεσε. Φυσικά δεν είχα δει θέατρο για παιδιά επειδή εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε. Έχω δει όμως βαριετέ, έχω δει επιθεώρηση, έχω δει πολλά έργα πρόζας αλλά και όλα τα έργα που έπαιζε ο Βασίλης Λογοθετίδης. Αργότερα με τον συμμαθητή του μου τον Θόδωρο Αγγελόπουλο μαζέψαμε δεκάρα, δεκάρα το εισιτήριο του εξώστη για να πάμε να δούμε την κυρία Κυβέλη. Απογοητευτήκαμε επειδή το παίξιμό της ήταν στομφώδες. Σήμερα αν δεν ακολουθήσεις την εποχή σου και την εξέλιξη του τρόπου ερμηνείας, είσαι «βέκιος», είσαι παλιός. Όμως και αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο. Οι νέοι συνάδελφοι νομίζουν ότι αν μιλήσουν αδιάφορα θα δείχνουν πιο… φυσικοί. Όμως δεν είναι έτσι. Μπορεί το θέατρο να αναζητά το φυσικό αλλά για να το πετύχεις αυτό χρειάζεται μια άλλη ενάργεια και ουσιαστική διεργασία για να γίνει απλό και καθημερινό. Γι’ αυτό κάνω πάντα το διαχωρισμό μεταξύ του ρεαλιστικού και του νατουραλιστικού. Το νατουραλιστικό θέατρο δεν πρέπει να ισχύει για όλα τα έργα. Δεν μπορείς να παίξεις την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σαν να μιλάς στο μανάβικο της γειτονιάς σου. Έχει άλλο τρόπο τεχνικής ερμηνείας, ήχου, φωνής και εσωτερικότητας. Το ποιητικό κείμενο.
Το μεγαλείο του Αλέξη Μινωτή – που τον έχω ζήσει αρκετά, γιατί έπαιξα μαζί του – ήταν ότι έπαιζε την αρχαία τραγωδία ρεαλιστικά. Και φαινόταν να είναι απλός ενώ είχε το μέγεθος ολόκληρου του κειμένου και της ουσίας του.
Όταν άκουσα για πρώτη φορά τον Δημήτρη Ροντήρη να λέει πως «πρέπει να μάθετε να διαβάζετε κάτω από τις γραμμές», δεν μπορούσα να συλλάβω τι εννοεί. Όταν όμως το ανακάλυψα, έγινα ευτυχής, διότι αυτό σε οδηγεί στο πώς θα ερμηνεύσεις ένα ρόλο. Γιατί έτσι κι αλλιώς το δικό σου σώμα, τη δική σου φωνή, το δικό σου αίμα, τη δική σου κίνηση υιοθετεί αυτός ο ήρωας που έρχεται, που πρέπει να τον κάνεις άνθρωπο. Αν και πολλές φορές ανάλογα με το συναίσθημα – αν το συναίσθημα είναι αληθινό – ακολουθεί και η κίνηση και η φωνή. Το κάνουμε και στη ζωή μας. Δεν φωνάζουμε ποτέ «Σ’ αγαπώ Μαρία». Όταν είμαστε μαζί χαμηλώνουμε την ένταση της φωνής. Εκείνη τη στιγμή το «σ’ αγαπώ» πρέπει να ειπωθεί με έναν τέτοιο τρόπο αισθαντικό και έντονα εσωτερικό, που ενώ θα φαίνεται ότι το ψιθυρίζεις, θα ακούγεται κιόλας, γιατί αν δεν ακούσει ο θεατής πώς θα καταλάβει; Πρέπει πρώτα να ακούσει καθαρά. Μετά πρέπει να καταλάβει τι λέει και πως, ενώ στη συνέχεια η ψυχή του θα αισθανθεί δυνατή.
***
«Στάση λεωφορείου»
[Στην ΕΡΤ, το 1976, έργο του William Inge με τους: Ελένη Ανουσάκη, Ρένα Βενιέρη, Χρήστο Ζορμπά, Δημήτρη Καμπερίδη, Στέλιο Κυριακίδη, Υβόννη Μαλτέζου, Βασίλη Τσάγκλο και Τρύφωνα Καρατζά].
* Στη «στάση», όταν ήρθε το λεωφορείο του θεάτρου, ο πρώτος που συνάντησα μέσα ήταν ο Δημήτρης Ροντήρης, ο οποίος μόλις τελείωσα τη Δραματική Σχολή το 1957, ίδρυσε το Πειραϊκό Θέατρο. Μου ζήτησε μάλιστα να είμαι ένας από αυτούς που θα έβαζαν την υπογραφή τους για το ξεκίνημα αυτού του θιάσου. Πριν από λίγους μήνες, συγκεκριμένα τη Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017, ήμουν παρών στον εορτασμό για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Πειραϊκού. Η εκδήλωση έγινε στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και προς τιμήν του δασκάλου μου δόθηκε το όνομά του στην «Κεντρική Σκηνή». Το 1957 έπαιξα για πρώτη φορά στη «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ. Τότε το «Δημοτικό Πειραιώς» ήταν ερείπιο, ενώ σήμερα έχει γίνει παλάτι.
Μια από τις πιο σημαντικές στάσεις που έκανα στην πορεία της δουλειά μου – δεν θέλω να λέω καριέρα, γιατί η λέξη καριέρα είναι μεγάλη και περίεργη – ήταν όταν προσελήφθην στο θέατρο «Κώστα Μουσούρη», όπου και έμεινα 10 χρόνια. Εκεί δημιουργήθηκε ολόκληρη σχολή. Παίξαμε από κλασικό ρεπερτόριο μέχρι σύγχρονο μπουλβάρ. Αυτή ήταν η «πελατεία» του Μουσούρη, τότε που τα θέατρα στην Αθήνα ήταν μόνο 11.
Εκεί, στα καμαρίνια του θεάτρου νέοι άνθρωποι συναντηθήκαμε, συζητήσαμε και φτιάξαμε το 1960 τη «Δωδέκατη Αυλαία». Ήταν ο Στέφανος Ληναίος, ο Κώστας Μουρσελάς, ο Βασίλης Ζιώγας και άλλοι. Ανεβάζαμε τότε μονόπρακτα Ελλήνων συγγραφέων για να βοηθήσουμε το ελληνικό θέατρο. Ένα από αυτά ήταν το «Άνθρωποι και άλογα» του Μουρσελά. Η «Δωδέκατη Αυλαία» ήταν μια κίνηση που αξιοποιούσε τις Δευτέρες που είχαν αργία τα θέατρα. Έτσι νέοι ηθοποιοί έπαιζαν πρωταγωνιστικούς ρόλους, νέοι συγγραφείς παρουσίαζαν τα έργα τους και νέοι σκηνοθέτες «έχτιζαν» τις επόμενες ημέρες του ελληνικού θεάτρου. Ξεπετάχτηκαν αρκετοί τότε σε κάθε τομέα. Ήταν μια πολύ ελπιδοφόρα κίνηση. Τότε είχα παίξει ένα έργο του Μάνθου Κρίσπη, τα «Καπέλα» που είχε αρέσει πάρα πολύ. Το είχε σκηνοθετήσει ο Λυκούργος Καλλέργης, στην πρώτη σκηνοθετική του απόπειρα. Μετά τον Μουσούρη έκανα «στάση» σε πάρα πολλούς θιάσους, σχεδόν σε όλους, με τον Κατράκη, με την Κατερίνα και 4-5 χρόνια στο Εθνικό Θέατρο.
Με τον Μάνο Κατράκη είχαμε μια πολύ ωραία συνεργασία, η οποία δυστυχώς διεκόπη διότι έπρεπε να πάω να υπηρετήσω την πατρίδα. Είχαμε παίξει τη «Βασίλισσα Αμαλία» του Γεωργίου Ρούσου, με τη Μαίρη Αρώνη και τον Κατράκη. Ήταν το πρώτο έργο που έπαιξα στην Αθήνα μετά τη «Δωδεκάτη νύχτα» στον Πειραιά. Στο θερινό «Θέατρο του Άλσους» το καλοκαίρι του 1958. Το «Άλσος» τότε ήταν στη φυσική του κατάσταση, απλώς είχανε μπει καθίσματα, μετά το πήρε ο Μπουρνέλης και το κατέστρεψε…

Στο «Εθνικό» δεν έμεινα πολύ γιατί είχα ζήτηση στο ελεύθερο θέατρο, το οποίο ήταν και καλύτερα οικονομικά και πιο ενδιαφέρον. Δεν ήταν αυτό το δημοσιοϋπαλληλίκι. Εκείνη την εποχή πηγαίνανε όλοι το πρωί στην καφετέρια του Εθνικού Θεάτρου και περιμένανε μήπως βγει καμιά διανομή να τους βάλουν να παίξουνε…
Στο «Εθνικό Θέατρο» έπαιξα με τον Μινωτή, τον «Καρδινάλιο της Ισπανίας», έπαιξα τον «Μισάνθρωπο» με τον Χρήστο Πάρλα στο «Σινεάκ» τότε και είχε μεγάλη επιτυχία σε σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη. Έπαιξα όμως και στη «Χαρτοπαίχτρα». Το τελευταίο έργο που έπαιξε η Μαίρη Αρώνη. Εγώ έπαιζα έναν από τους φίλους της που παίζανε χαρτιά. Μάλιστα ο ανιψιός της, ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, έχει βγάλει ένα βιβλίο και έχει μια ολοσέλιδη φωτογραφία τη Μαίρη κι εμένα. Ο Κωνσταντίνος είναι του αδερφού της παιδί. Η Μαίρη λεγόταν Αρβανιτάκη. Το Αρώνη το πήρε από τον άντρα της, τον Θόδωρο, ο οποίος πέθανε γρήγορα. Εκείνη όμως κράτησε το επώνυμο.
«Στάση» έκανα και στην Επίδαυρο στο πλευρό του Αλέξη Μινωτή. Στον «Φιλοκτήτη» το 1977.
***

«Διπλό παιχνίδι»
[Στον ΑΝΤ1, το 1996, έργο του Ρομπέρτ Τομά, με τους: Δάνη Κατρανίδη, Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Μελίνα Μποτέλη, Κώστα Κοντογιαννίδη, Μιχάλη Κοβανίδη, Σπύρο Σπαντίδα και Τρύφωνα Καρατζά].
* Μπορεί με αυτόν το τίτλο να θυμάμαι τον Δάνη Κατρανίδη που παίξαμε μαζί, δεν ξεχνάω όμως ότι ποτέ δεν έπαιξα στη ζωή μου διπλό παιχνίδι. Δεν σκέφτηκα ποτέ πως έχω πάρει λάθος δρόμο. Δεν «έκλεισα το μάτι» σε κάποιο άλλο επάγγελμα. Από την αρχή είπα «Θέατρο και τίποτα άλλο». Με τα στάνταρ που υπάρχουν στη ζωή μας, ίσως έχω αδικήσει τον άνθρωπο τον Τρύφωνα γιατί αφοσιώθηκα απόλυτα στο θέατρο, δεν είχα την αίσθηση να υπηρετήσω τον εαυτό μου και να γίνω σταρ, πρωταγωνιστής. Λατρεύω να υπηρετώ το θέατρο, την τέχνη του θεάτρου με όλες τις δυσκολίες ή τις ευκολίες που μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Όχι ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Δεν ήμουν άπιστος, τόσο που έχασα από την προσωπική μου ζωή πολλά πράγματα, γιατί όταν αφοσιώνεσαι χάνεις κάπου αλλά κερδίζεις εκεί που θέλεις.
***
«Μια παράξενη ιστορία»
[Στην ΥΕΝΕΔ, το 1973. Των Bruce Edward και George Mason. Έπαιξαν: Κατερίνα Βασιλάκου, Νικηφόρος Νανέρης, Αλέκα Μαβίλη, Λίλη Παπαγιάννη, Μαρούλα Ρώτα και Τρύφων Καρατζάς].
* Η ζωή μου είναι γεμάτη παράξενες ιστορίες. Αυτές που πάντα θυμάμαι με νοσταλγία είναι από την Επίδαυρο. Δεν ξεχνάω τους καβγάδες του Μινωτή με την Παξινού. Εκείνη όταν θύμωνε του έλεγε: «Κύριε Μινωτάκη, αφήστε μας ησύχους να παίξουμε, αφήστε μας να κάνουμε τη δουλειά μας».
Κατά κάποιο τρόπο εκείνη ήταν το αφεντικό, όμως ο ένας λάτρευε τον άλλον. Μια φορά όμως, βράδυ, σε μια πρόβα η Κατίνα έχασε τα λόγια της. Τότε ο Μινωτής φώναξε από εκεί που καθόταν: «Κυρία μου θα τα πείτε καμιά φορά ή δεν θα τα πείτε;». Και τότε εκείνη τι γυρνάει και του λέει; «Κύριε, μια μέλισσα μπήκε στον λαιμό μου». Κι εκείνος λύθηκε στα γέλια γιατί τέτοια ώρα είχε βρεθεί ξύπνια μέλισσα που διάλεξε το στόμα της Παξινού για να… κρυφτεί.
Μου έχουν λείψει εκείνα τα χρόνια. Τώρα δεν πηγαίνω πια διότι δεν παίζουν τα έργα, παίζουν τις παραξενιές τους χρησιμοποιώντας τα έργα του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου. Θες να κάνεις την ιδιοτροπία σου; Κάνε ό,τι θες. Μη μου λες όμως ότι είναι το έργο του Σοφοκλή ή του Ευριπίδη. Πες μου ότι είναι ένα έργο βασισμένο σε μια ιδέα του Σοφοκλή. Βασίζομαι λοιπόν σε μια ιδέα του Αισχύλου και κάνω αυτό που θέλω εγώ. Διαφορετικά δεν μπορείς να μου γεμίζεις την ορχήστρα με πλέξιγκλας, να έχεις την πρωταγωνίστρια με ταγέρ και ένα τσιγάρο στο στόμα. Αυτό τι ωφελεί; Δείχνεις ότι είναι διαχρονικό; Μα είναι από μόνο του διαχρονικό, δεν χρειάζεται να το τονίσεις.
Ασφαλώς δεν είμαι υπέρ του κλασικού ανεβάσματος. Είμαι ανοιχτός σε κάθε σκηνοθετική άποψη. Προ καιρού είδα στο «Από Μηχανής Θέατρο» μια παράσταση για τον “Αίαντα” (σ.σ. σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη) του Σοφοκλή σε κλειστό χώρο. Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη χωρίς νεοτερισμούς. Τα ρούχα ήταν χλαίνες κι αυτά, φαντάροι είναι, εντάξει, όλα αυτά, το εικαστικό μέρος βολεύεται, από εκεί και πέρα ο τρόπος της ερμηνείας και έκφρασης του λόγου ήταν σύγχρονος αλλά πολύ δουλεμένος και πολύ ωραία ώστε να βγει και να γίνει κατανοητό το κείμενο. Η ουσία του κειμένου, εκεί δηλαδή που είναι το θαύμα. Όμως το κείμενο πολλές φορές το εξαφανίζουν οι νεωτερισμοί.
Θυμάμαι πως η Ρούλα Πατεράκη σε κάποια συνέντευξή της έχει πει: «Βαριέμαι τα χορικά, κανονικά έπρεπε να λείπουν». Ίσως γι’ αυτό ο Αργύρης Πανταζάρας συγκέντρωσε τους αγγελιαφόρους από όλες τις τραγωδίες και συνέθεσε τη δική του «Μητρόπολη» για τη Μικρή Επίδαυρο. Όπως έμαθα ήταν πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση. Πάντα το κομμάτι του αγγελιαφόρου έχει στοιχεία τέτοια που αξίζει τον κόπο να φωτιστούν. Ο «Αγγελιαφόρος» είναι από τους πιο σημαντικούς ρόλους διότι περιγράφει και πρέπει να έχει αυτή την ενάργεια στην έκφρασή του που να το κάνει εικόνα σε εμένα που τον ακούω. Να θυμίσω εδώ πως ο καλύτερος «Αγγελιαφόρος» όλα τα χρόνια θεωρείτο και ήταν ο Στέλιος Βόκοβιτς. Πρώτα ήταν δάσκαλός μου και μετά φίλος μου. Στο «Εθνικό» παίξαμε μαζί το έργο του Καμπανέλη «Οδυσσέα γύρνα σπίτι».
***
«Δοκιμάστε ξανά»
[Τηλεοπτική μου εμφάνιση, το 1972, στο Θέατρο της Δευτέρας. Έργο του Τζον Πρίσλεϊ με τους συναδέλφους: Φοίβο Ταξιάρχη, Τασσώ Καββαδία, Έρση Μαλικένζου, Τόνια Καζιάνη, Νίκη Μακρή].
* Την προτροπή αυτή να «δοκιμάσει ξανά» θα την έλεγα σε κάποιον νέο ηθοποιό αν καταλάβαινα ότι πρέπει να ακολουθήσει κάποιον άλλο επαγγελματικό δρόμο. Εγώ είχα την ευτυχία να βιοποριστώ από την τέχνη. Δεν χρειάστηκε να κάνω κάτι άλλο. Αυτό σημαίνει πως είχα τα προσόντα και ήμουν χρήσιμος. Γιατί υπάρχουν και άλλοι που δεν είναι. Μάλιστα έχουν πάθος περίεργο χωρίς να ξέρουν τι θέλουν. Ένας γνωστός μου είπε: «Σε παρακαλώ να σου στείλω τον γιο μου που θέλει να γίνει ηθοποιός, να του πεις μερικά πράγματα». Ήρθε λοιπόν ένα παλικάρι περίπου 20 χρονών, κάτσαμε εκεί και τον ρώτησα αν βλέπει θέατρο. Αν έχει δει θέατρο. Μου απάντησε αρνητικά. Τον ρώτησα αν θέλει να γίνει ηθοποιός, αν ξέρει κάποιο θεατρικό έργο. Πάλι μου απάντησε αρνητικά. Τότε του είπα: «Θα σου δώσω εγώ δυο-τρία έργα να διαβάσεις και θα ξανάρθεις να μου πεις τις εντυπώσεις σου». Τα πήρε. Δεν νομίζω ότι τα διάβασε. Ξαναγύρισε και μου είπε: «Κοιτάξτε. Μη βασανίζεστε. Εγώ θέλω να γίνω… Σβαρτσενέγκερ. Να δέρνω και να «μπιπ» γυναίκες. Όχι να κάθομαι να διαβάζω».

Δυστυχώς υπάρχουν και αυτές οι περιπτώσεις. Ευτυχώς είναι πολύ λίγες.
Βεβαίως έχω πει σε άνθρωπο: «Έχεις ένα φοβερό προτέρημα αλλά όχι για το θέατρο. Πρέπει να αλλάξεις δρόμο». Πράγματι είχε το μυαλό. Έφυγε και διέπρεψε αλλού. Συνάντησα πολλούς ταλαντούχους όταν δίδασκα στη Σχολή Θεοδοσιάδη αλλά και όταν ήμουν Πρόεδρος της Επιτροπής εξετάσεων για το πτυχίο.
Καμαρώνω επειδή έδωσα το πτυχίο στη Λένα Παπαληγούρα. Λυπάμαι όμως επειδή ενώ έπρεπε δεν σταμάτησα κάποιους υποψήφιους αμέσως μετά την πρώτη «ατάκα». Μετά τα πρώτα 5 λεπτά καταλάβαινες τι γίνεται και λες: «Αχ, Θεέ μου, τώρα θα το πει όλο;».
Βέβαια είχα δικαίωμα, από τις διατάξεις του νόμου, να πω: «Εντάξει, ευχαριστούμε»… Δυστυχώς δεν το έκανα όμως αν και είχα άλλη άποψη. Όμως ο σχολάρχης για τρία χρόνια τους έπαιρνε 400 ευρώ κάθε μήνα, μετά τους έλεγε ότι «κάνεις για ηθοποιός», οπότε εγώ μπορεί να έλεγα το αντίθετο αλλά τελικά αποφάσιζε ο σχολάρχης… Την τελευταία ημέρα μπορούσα να του πω ότι δεν σου δίνω πτυχίο και έχεις δικαίωμα να ξαναδώσεις εξετάσεις τον Σεπτέμβριο; Δηλαδή τι θα γίνει; Σε τρεις μήνες θα αποκτήσει ταλέντο; Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να εισηγηθώ στην Επιτροπή να του βάλουμε ένα 5 ώστε να πάρει το πτυχίο, να φύγει και από εκεί και πέρα να βρει την τύχη του, κι ας τον απορρίψει το σανίδι.
Όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάποιοι που διέπρεψαν είχαν απορριφθεί στις εξετάσεις. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ντίνος Ηλιόπουλος.
Το λέω αυτό ως τρανταχτό παράδειγμα επειδή έχω τη βεβαιότητα, ότι το επάγγελμα του ηθοποιού είναι το πιο αξιοκρατικό που υπάρχει. Κανείς άξιος δεν έχει χαθεί, όλοι τον ψάχνουμε. Όλοι τον ονειρευόμαστε και μόλις τον δούμε, τον αναγνωρίζουμε από την πρώτη στιγμή. Όλοι και όλες – ανεξάρτητα από το επώνυμό τους – πρέπει να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους. Αν «δεν τα λένε», θα χαθούν… Υπάρχει ασφαλώς και η άλλη άποψη που λέει ότι αν κάνεις τις οποιεσδήποτε υποχωρήσεις στον οποιονδήποτε τότε θα μπορέσεις να σταθείς στον χώρο. Λένε μάλιστα ότι κάποτε μια νεαρή ηθοποιός είπε στην Άννα Συνοδινού: «Ε, πώς να γίνει; Εμείς οι νέοι πρέπει να κάνουμε κάποιες υποχωρήσεις αν θέλουμε να προχωρήσουμε»… Και η Συνοδινού της είπε: «Αν είσαι άξια, να τις κάνεις. Ταλέντο όμως ποιος θα σου δώσει;».
Σχετικό είναι και το ανέκδοτο με τη Σάρα Μπερνάρ, που με την πάροδο των χρόνων αποδόθηκε στην Κατίνα Παξινού: Νεαρά ηθοποιός λέει μα καμάρι στη διάσημη συνάδελφό της ότι δεν έχει καθόλου τρακ. Και η απάντηση που πήρε ήταν: «Παιδί μου, το τρακ πάει μαζί με το ταλέντο»…
Όμως εμείς κάθε φορά που έχουμε πρεμιέρα ονειρευόμαστε να ξεκινούσαμε από τη… δεύτερη παράσταση. Η πρεμιέρα είναι δύσκολη. Έχει την αγωνία της γέννας. Αν όλα είναι τέλεια, στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Μπορεί όμως να συμβεί ένα ατύχημα, να μην προσεχτεί κάποια λεπτομέρεια και όλα να πάνε μετά ανάποδα. Η πρεμιέρα έχει αυτές τις ανασφάλειες γι’ αυτό πάντα ονειρευόμουν να πηγαίνουμε στη… δεύτερη ημέρα κατευθείαν.
Απαραίτητο ασφαλώς να έχεις ανακαλύψει την αλήθεια του ρόλου σου. Αξίζει πάντως να πω ότι μέρα με τη μέρα, παράσταση με την παράσταση, όλη η ομάδα δένει πολύ πιο καλά, αποκτά άνεση και ρυθμό. Ο ένας με τον άλλον γνωρίζονται, συσχετίζονται, συγχρονίζουν ακόμη και την ανάσα τους. Η «χημεία» μεταξύ των ηθοποιών πάνω στη σκηνή παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, η κίνηση και η φωνή ακολουθούν. Ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι εσύ ο ίδιος μιλάς με χαμηλότερες νότες ή με πιο χαμηλές νότες, ή με πιο ψηλές νότες γιατί το απαιτεί ο ρόλος.
Ασφαλώς το πιο σημαντικό είναι η καλή συνεργασία. Πριν από ένα χρόνο μου έλεγε ένας… λίγο νεότερος συνάδελφος, ότι του πρότειναν να δουλέψει με έναν σκηνοθέτη περίπου 30χρονο. Δέχθηκε αμέσως επειδή, όπως μου είπε, συνεργαζόμενος με νέους ηθοποιούς θα είχε την ευκαιρία να βελτιώσει τα ερμηνευτικά του εργαλεία. Κοιτάξτε τι παράδειγμα δίνει αυτός ο συνάδελφος ο οποίος είναι χορτασμένος από επιτυχίες, διακρίσεις, μεγάλους ρόλους, μεγάλα θέατρα, χιλιάδες θεατές, βραβεία, ταινίες κλπ. κλπ. και όμως νοιάζεται στα 80 του να αποκτήσει νέες γνώσεις στο θέμα της ερμηνείας. Πιστεύω πως η στάση του πρέπει να είναι μάθημα ζωής και για όλους και κυρίως για τους νεότερους.
***
«Δικαίωση»
[Πάλι εγώ στην τηλεόραση, το 1977 και πάλι στο Θέατρο της Δευτέρας. Έργο του Νίκου Ζακόπουλου με τους: Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Γιώργο Νέζο, Χρήστο Δοξαρά, Ορφέα Ζάχο, Ειρήνη Κουμαριανού, Παναγιώτη Παναγόπουλος, Κική Πέρση].
* Ασφαλώς νιώθω δικαίωση για τις επιλογές μου. Δικαιωμένος με την έννοια ότι αυτό που μου άξιζε το εισέπραξα. Τόσο μου άξιζε, βεβαίως όταν είσαι 20 χρονών νομίζεις ότι σου ανήκουν όλα. Αλλά τώρα πια μετά το καταστάλαγμα των 60 χρόνων λέω τόσο μου άξιζε, τόσο έφτασα, για άλλους είναι αρκετό για άλλους δεν είναι, για μένα είναι αρκετό.
***

«Παράσημο»
[Το 1977, στην ΥΕΝΕΔ. Θεατρική παράσταση στο πλαίσιο της εκπομπής «Από την κωμωδία στο δράμα». Έργο του Άντον Τσέχοφ. Έπαιξαν οι ηθοποιοί: Ιάκωβος Ψαρράς, Μαρία Κωνσταντάρου, Λάμπρος Κοτσίρης, Τζόλυ Γαρμπή, Πίτσα Μπουρνόζου, Χρήστος Μάντζαρης, Τάσος Κωστής, Βασίλης Πολίτης και Τρύφων Καρατζάς].
* Θα μπορούσα να δώσω πολλά παράσημα σε συναδέλφους και συνεργάτες μου. Αυτή τη στιγμή όμως προτιμώ να βραβεύσω – με τον καλό μου λόγο – έναν ηθοποιό που τον θαύμασα στην παράσταση «Αίας», σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη. Αναφέρομαι στον Στυλιανό Χριστοδούλου ο οποίος δίδαξε τον βασικό ρόλο. Με τον Στυλιανού είμαστε μαζί και στο έργο «Δώδεκα ένορκοι».
Οι «Δώδεκα ένορκοι» φέτος, για πέμπτη χρονιά, θα συνεχίσουν την προσπάθειά τους να λύσουν το μυστήριο, από τις 11 Οκτβρίου 2018 μέχρι και τις 27 Ιανουαρίου 2019.
***
«Ό,τι πείτε υπουργέ μου»
[Θέατρο «Περοκέ», 1998. Του Ray Cooney. Σκηνοθεσία: Βασίλης Τσιβιλίκας. Έπαιζαν οι ηθοποιοί: Κώστας Βουτσάς, Βασίλης Τσιβιλίκας, Αθηνά Μαυρομάτη, Χριστίνα Παππά, Ισίδωρος Σταμούλης, Έλενα Τσαβαλιά, Πέτρος Ξεκούκης, Βασίλης Ζωνόρος, Αγγελική Δημητρακοπούλου και Τρύφων Καρατζάς].
* Αξίζει εδώ μια απλή ανάμνηση: Πριν από 20 χρόνια με τον Βασίλη Τσιβιλίκα. Ένα έργο που δεν είχε να κάνει με πολιτικά θέματα αλλά μόνο με ερωτικά. Τότε, ο Τσιβιλίκας ο αγαπημένος, ο σπουδαίος αυτός άνθρωπος, ο κύριος, με ρώτησε: «Θέλεις να παίξεις τον διευθυντή του ξενοδοχείου ή τον πεθαμένο που τον βαράει το παράθυρο και υποτίθεται ότι είναι νεκρός;». Εγώ του απάντησα ότι θέλω να κάνω τον… νεκρό. Έπρεπε λοιπόν να κάνω ειδική άσκηση στο σπίτι μου. Έπρεπε να μάθω ότι δεν πρέπει να κουνιέμαι καθόλου. Ούτε ανάσα… Ήταν μια φοβερή άσκηση. Κρεμιόμουνα …στο εσωτερικό της πόρτας μιας ντουλάπας η οποία ανοιγόκλεινε με «το πτώμα μου» μαζί. Το έργο σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία. Κάνω αναφορά στο έργο για δύο λόγους:
Ο πρώτος είναι επειδή γνώρισα έναν συνάδελφο, τον Βασίλη Τσιβιλίκα, ο οποίος δούλευε αμέτρητες ώρες, πολύ σκληρά, εξαντλητικά και διεκδικούσε το άριστο σε κάθε λεπτομέρεια της παράστασης.
Ο δεύτερο λόγος είναι επειδή τότε έπαιξα για πρώτη φορά στη σκηνή με τον Κώστα Βουτσά. Τον θαύμαζα τόσο πολύ που έπιανα τον εαυτό μου πάνω στη σκηνή να τον παρακολουθώ, να τον χαζεύω και να τον θαυμάζω ως θεατής. Πρώτη φορά μου συνέβη αυτό. Ο Βουτσάς είναι σπουδαίος ηθοποιός.
***

«Τσάι και συμπάθεια»
[Στην ΕΡΤ, το 1976. Συγγραφέας ο Robert Anderson. Έπαιζαν οι ηθοποιοί: Mαίρη Λαλοπούλου, Ντίνος Αυγουστίδης, Γιάννης Κανδήλας, Νικήτας Αστρινάκης, Σταύρος Μερμήγκης, Σοφία Μυρμηγκίδου, Αθηνόδωρος Προύσαλης, Θόδωρος Κατσαφάδος και Τρύφων Καρατζάς].
* Θα ήθελα πάρα πολύ να καλέσω για ένα τσάι πολλούς φίλους αγαπημένους, συναδέλφους και μη, όμως δυστυχώς η αφοσίωσή μου στη δουλειά – για την οποία σας μίλησα πριν – με έχει στερήσει από συναναστροφές και παρέες. Προτιμώ τον όποιο ελεύθερο χρόνο μου να ασχοληθώ με κάτι άλλο. Έχω τις μουσικές μου, έχω τα βιβλία μου, έχω και την τηλεόραση, που είναι σχεδόν πάντα κλειστή. Προτιμώ να ακούω μουσική. Ναι, τη μουσική την αγαπώ πάρα πολύ μιας και έχει απόλυτη σχέση με τη δουλειά μου. Το όργανό μας είναι ο λαιμός μας και οι φωνητικές μας χορδές. Τις προσέχουμε έτσι ώστε να μπορούμε να τις χρησιμοποιούμαι σε όλων των ειδών τις νότες και όλους τους τύπους που ορίζει μια παρτιτούρα. Και το αλέγκρο, και το βιβάτσε, και το αντάντε, και το πιάνο, και το πιανίσιμο, με όλους αυτούς τους όρους παίζεις τον λόγο, όπως εκείνοι παίζουν τις νότες. Προτιμώ να επιλέγω μόνο όσα μου αρέσουν. Είμαι λίγο κουρασμένος και δεν μπορώ τώρα να τα κάνω όλα. Τώρα την τηλεόραση δεν θα την ήθελα διότι είναι πάρα πολύ απαιτητική δουλειά και κυρίως δεν πληρώνεται. Δεν υπάρχει όφελος. Οπότε δεν με ενδιαφέρει. Βέβαια αν τύχει, δεν πρέπει ποτέ να λέμε ποτέ. Μπορεί να τύχει ένας ρόλος που να μου αρέσει πάρα πολύ και να με ερεθίσει να το κάνω.
***
«Άνθρωπος για όλες τις εποχές»
[Στο Θέατρο Κώστα Μουσούρη. Το 1963, του Robert Bolt, σε σκηνοθεσία Κώστα Μουσούρη. Έπαιζαν: Κώστας Μουσούρης, Σταύρος Ξενίδης, Ανδρέας Ντούζος, Γιάννης Βογιατζής, Βάσω Μεταξά, Αλεξάνδρα Λαδικού, Θάνος Κανέλλης, Μηνάς Χρηστίδης, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Χρήστος Κατσιγιάννης, Χαριτίνη Καρόλου, Βασίλης Μαυρομάτης και Τρύφων Καρατζάς].
* Έζησα όλες τις εποχές. Και καλές και άσχημες. Με νοιάζει και η πολιτική και ο πολιτισμός. Όμως αν και είμαι άνθρωπος όλων των εποχών, δεν είμαι πολιτικός, δεν ξέρω τι θα μπορούσα να προτείνω. Το κράτος μας γενικώς – όχι μόνο τώρα – αντιμετωπίζει τον πολιτισμό σαν κάτι σχεδόν περιττό. Ασφαλώς ο κόσμος πρέπει να έχει τι να φάει, να έχει πού θα κοιμηθεί, πού θα σπουδάσει και μετά, χωρίς βάσανα, να ασχοληθεί με τον πολιτισμό. Θα ήθελα η Πολιτεία να φτιάξει ένα όνειρό μου, μια σκηνή που να παίζονται οι αρχαίες τραγωδίες όπως είναι, για διδακτικούς πιο πολύ λόγους, αλλά και για τουριστικούς.

***
«Κάτι τρέχει» (See How They Run)
[Το 1988 στο Θέατρο «Μπρόντγουαιη», του Philip King, σε σκηνοθεσία: Γιώργου Θεοδοσιάδη. Έπαιζαν οι ηθοποιοί: Βέρα Κρούσκα, Δάνης Κατρανίδης, Αλίκη Αλεξανδράκη, Φωτεινή Γρέγου, Ντάνος Λυγίζος, Θόδωρος Μορίδης, Χάρης Νάζος, Κώστας Κοντογιάννης και Τρύφων Καρατζάς].
* Όπως είπα πιο πάνω έζησα και ζω σε όλες τις εποχές, καλές και κακές, εύκολες και δύσκολες. Τώρα πιστεύω ότι «κάτι τρέχει» όταν ακούω για 100% πληρότητα στα ξενοδοχεία. Οι ταβέρνες, τα εστιατόρια και τα καφέ γεμάτα. Θυμάμαι πως όταν ήμουνα νέος κατέβαινα από την Ξενοκράτους στο Ζάππειο, στο στούντιο της ραδιοφωνίας που κάναμε τις ηχογραφήσεις. Εκεί, στα σκαλάκια, κάτω στο Ζάππειο, έβλεπα να κάθονται και να πίνουν φραπέ, κι έλεγα «μα πού βρήκε το πενηντάρικο πρωί πρωί και πήγε για φραπέ; Εγώ τρέχω από το ξημέρωμα για 100 δραχμές και δεν μπορώ να σκεφτώ πως θα δώσω τα 50 για καφέ…».
Εν τω μεταξύ όπως διαπίστωσα – και γι’ αυτό δεν υπάρχει διάψευση – η πολιτικοποίηση του πολιτισμού είναι λίγο περίεργη, αν σκεφτείτε ότι η Γαλλία έχει 7% του προϋπολογισμού της για τον πολιτισμό και η Ελλάδα έχει μόνο το 0,51%. Ο πολιτισμός ο δικός μας θα μπορούσε να είναι και εξαγώγιμο προϊόν, όμως δεν βλέπω τέτοια διάθεση από την πλευρά του κράτους. Βέβαια, από ό,τι καταλαβαίνω, όπως λείπουν από εμένα λείπουν και από το κράτος λεφτά. Δουλεύω 60 χρόνια, πληρώνω ΙΚΑ κι εγώ και οι εργοδότες μου. Μιλάμε για εκατομμύρια λεφτά και έρχεσαι σήμερα και μου κόβεις 40% από τη σύνταξη. Βρισκόμαστε σε φάση εξαθλίωσης. Δεν ζούμε καλά. Την όποια ποιότητα ζωής ονειρευόμουν για τα γεράματά μου, τώρα μου την έχουν στερήσει. Και το κυριότερο είναι ότι έχουν στερήσει το χαμόγελο από τον κόσμο αυτές οι πολιτικές των τελευταίων χρόνων».
***
«Αμαντέους»
[Στο Θέατρο «Αθηνά», το 1984, του Peter Shaffer, σε σκηνοθεσία του Ρότζερ Γουίλλιαμς. Έπαιζαν οι ηθοποιοί: Γιάννης Φέρτης, Μιμή Ντενίση, Δάνης Κατρανίδης, Μάκης Ρευματάς, , Νίκος Γαροφάλλου, Δημήτρης Τσούτσης, Μανώλης Πουλιάσης, Σπύρος Λασκαρίδης, Έλλη Κωνσταντίνου, Αθηνά Παππά, Δημήτρης Ιωάννου, Βασίλης Πολίτης, Σίμος Χριστοδούλου, Σωτήρης Κάτσενος, Βασίλης Ζώτης, Γιώργος Λέφας και Τρύφων Καρατζάς].
* Καλό όμως είναι να κλείσω με κάτι τρυφερό: Στο σπίτι που μένω δεν έχω κάποιο ζώο συντροφιάς. Αισθάνομαι πολύ υπεύθυνος για να έχω ζώο.

Πρέπει να έχω πολύ ελεύθερο χρόνο για να ασχοληθώ μαζί του. Όταν ήμασταν παιδιά είχαμε έναν γατούλη που τον φωνάζαμε «Αμαντέους». Παίζαμε μαζί του και τον είχαμε αγκαλιά. Μεγαλώνοντας διαπίστωσα ότι ήταν πάρα πολύ δύσκολο – με το πρόγραμμα που είχα – να φροντίζω γάτα ή σκυλάκι. Τα ζώα τα αγαπώ, τα καμαρώνω και ταΐζω κάποια από αυτά στη γειτονιά. Ξέρουν πού αφήνω τον μεζέ τους και έρχονται. Όποτε και το ενδιαφέρον το έχω και εισπράττω το χάδι τους και το τρυφερό τους βλέμμα»…
***
– Κύριε Καρατζά, σας ευχαριστούμε πολύ για τη συζήτηση – εξομολόγηση.
* Κι εγώ σας ευχαριστώ για το ταξίδι στο χρόνο…
***
Ο ΤΡΥΦΩΝ ΚΑΡΑΤΖΑΣ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ ΣΤΟΥΣ 12 ΕΝΟΡΚΟΥΣ
Από τις 11 Οκτωβρίου 2018, μέχρι και τις 27 Ιανουαρίου 2019
***
Στη Νέα Υόρκη του 1957, ένα αλλοδαπό αγόρι 16 χρόνων κατηγορείται για φόνο. Η τύχη του είναι στα χέρια 12 ενόρκων οι οποίοι θα αποφασίσουν αν είναι ένοχο. Σ’ αυτή την περίπτωση η θανατική ποινή είναι υποχρεωτική. Οι 12 άντρες, κλειδωμένοι σ’ ένα δωμάτιο, άλλοτε ταυτίζονται κι άλλοτε συγκρούονται. Πρέπει να αποφασίσουν ομόφωνα για τη ζωή ενός ανθρώπου, αντιμετωπίζοντας, ο καθένας από αυτούς, τη συνείδησή του αλλά και τις συνειδήσεις των υπολοίπων. Οι 12 ένορκοι αντικατοπτρίζουν τις προκαταλήψεις της κοινωνίας μέσα από 12 πεντακάθαρα ψυχογραφήματα που ξετυλίγονται βίαια μπροστά στα μάτια του θεατή.
*
Κείμενο: Reginald Rose
Μετάφραση/Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνα Νικολαΐδη
Δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνα Νικολαΐδη & Νότης Παρασκευόπουλος
Σκηνικά: David Negrin
Κοστούμια: Κική Μήλιου
Πρωτότυπη μουσική: Γιώργος Περού
Κίνηση: Χριστίνα Φωτεινάκη
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαγδαληνή Παλιούρα & Κατερίνα Κωνσταντέλλου
Βοηθός ενδυματολόγου: Δανάη Ανεζάκη
Φωτογραφίες: Βαγγέλης Ρασσιάς
Γραφιστική επιμέλεια: Γιάννης Στιβανάκης
Promo video: Κώστας Γεραμπίνης
Επικοινωνία: Άντζυ Νομικού
Παραγωγή: A PRIORI www.a-priori.
*
Οι 12 ένορκοι (αλφαβητικά):
Νίκος Βατικιώτης, Τάσος Γιαννόπουλος, Σωτήρης Δούβρης, Μάνος Ζαχαράκος, Αλέξανδρος Καλπακίδης, Τρύφων Καρατζάς (*), Θανάσης Κουρλαμπάς, Περικλής Λιανός, Κωνσταντίνος Μουταφτσής, Κωνσταντίνος Μπάζας, Τάσος Παπαδόπουλος, Ορέστης Τρίκας
(*) Σε διπλή διανομή με τον Παντελή Παπαδόπουλο
Στον ρόλο του φύλακα o Αλέξης Σταυριανός
Τη φωνή της χαρίζει η Νένα Μεντή
***
Θέατρο Αλκμήνη
Διεύθυνση: Αλκμήνης 8-12
Αθήνα 118 54
Τηλέφωνο: 210-342.86.50
***
ΕΔΩ ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ VIVA.GR



