19.5 C
Athens
Κυριακή 19 Μαΐου 2024

Τρία ποιήματα της Σίλβια Πλαθ

•Μετάφραση: Μαρουσώ Αθανασίου

Η Σίλ­βια Πλαθ γεν­νή­θη­κε στη Βο­στό­νη στις 27 Οκτω­βρί­ου 1932, πρώ­το παι­δί του Εμίλ Ότο Πλαθ και της Ορέ­λια Σό­μπερ Πλαθ. Χά­νει τον πα­τέ­ρα της τον Νο­έμ­βριο του 1940, όταν η ίδια εί­ναι 8 ετών και την ανα­τρο­φή της ανα­λαμ­βά­νει η μη­τέ­ρα της. Σπου­δά­ζει αμε­ρι­κα­νι­κή λο­γο­τε­χνία, γί­νε­ται συ­ντά­κτρια σε πε­ριο­δι­κά, δη­μο­σιεύ­ει ποι­ή­μα­τα και δι­η­γή­μα­τα και βρα­βεύ­ε­ται γι’ αυ­τά και το 1950 κερ­δί­ζει υπο­τρο­φία για το Κο­λέ­γιο Σμιθ. Στις 24 Αυ­γού­στου 1953 κά­νει την πρώ­τη της από­πει­ρα αυ­το­κτο­νί­ας με υπνω­τι­κά χά­πια. Νο­ση­λεύ­ε­ται σε ψυ­χια­τρείο και υπό­κει­ται σε θε­ρα­πεί­ες με ηλε­κτρο­σόκ. Το 1955 απο­φοι­τά από το Κο­λέ­γιο Σμιθ και κερ­δί­ζει υπο­τρο­φία Φουλ­μπράιτ για το Πα­νε­πι­στή­μιο του Κέ­μπριτζ. Γνω­ρί­ζει τον Τεντ Χιουζ σε ένα πάρ­τι στο Κέ­μπριτζ το 1956, τον οποίο πα­ντρεύ­ε­ται μέ­σα σε λί­γους μή­νες. Παίρ­νει το δί­πλω­μά της και δι­δά­σκει στο Κο­λέ­γιο Σμιθ για έναν χρό­νο. Τό­τε αρ­χί­ζουν οι προ­στρι­βές με τον Χιουζ, λό­γω των συ­να­να­στρο­φών του με άλ­λες γυ­ναί­κες, και η ίδια απο­φα­σί­ζει να ξε­κι­νή­σει ψυ­χο­θε­ρα­πεία. Το 1959 γεν­νιέ­ται το πρώ­το τους παι­δί και εκ­δί­δε­ται η πρώ­τη της συλ­λο­γή ποι­η­μά­των Ο Κο­λοσ­σός (The Colossus). Μέ­νει έγκυος για δεύ­τε­ρη φο­ρά και απο­βάλ­λει.
1962. Τον Ια­νουά­ριο γεν­νιέ­ται το δεύ­τε­ρο παι­δί της. Γρά­φει ποί­η­ση εντα­τι­κά. Τον Ιού­νιο ρί­χνει το αυ­το­κί­νη­τό της έξω από τον δρό­μο, γε­γο­νός που η ίδια πε­ρι­γρά­φει ως από­πει­ρα αυ­το­κτο­νί­ας. Τον Ιού­λιο μα­θαί­νει για τη σχέ­ση του Χιουζ με την Άσια Ου­έ­βιλ και τον Σε­πτέμ­βριο χω­ρί­ζουν. Τον Οκτώ­βριο γρά­φει τα τε­λευ­ταία 26 ποι­ή­μα­τα και μέ­χρι τον Δε­κέμ­βριο, που με­τα­κο­μί­ζει στο Λον­δί­νο με τα παι­διά της, έχει ετοι­μά­σει τη συλ­λο­γή ποι­η­μά­των Άριελ (Ariel).
1963. Τον Ια­νουά­ριο εκ­δί­δει με το ψευ­δώ­νυ­μο Βι­κτό­ρια Λού­κας το μυ­θι­στό­ρη­μα Ο γυά­λι­νος κώ­δων (The Bell Jar) και στις 11 Φε­βρουα­ρί­ου η Σίλ­βια Πλαθ αφή­νει ένα πο­τή­ρι γά­λα και ένα κομ­μά­τι ψω­μί δί­πλα στα παι­διά της, ασφα­λί­ζει την πόρ­τα της κου­ζί­νας για να μην έχει διαρ­ρο­ές και αυ­το­κτο­νεί με γκά­ζι.

Σχέδιο της Σίλβια Πλαθ

Το 1965 ξε­κι­νά μια δεύ­τε­ρη ζωή για τη Σίλ­βια Πλαθ σε επι­μέ­λεια Τεντ Χιουζ. Ως νό­μι­μος κλη­ρο­νό­μος της, εκ­δί­δει το Άριελ λο­γο­κρι­μέ­νο. Αρ­γό­τε­ρα, εκ­δί­δο­νται τα ημε­ρο­λό­γιά της, η αλ­λη­λο­γρα­φία της, πλεί­στες δια­φο­ρε­τι­κές συν­θέ­σεις συλ­λο­γών —με τη Συλ­λο­γή ποι­η­μά­των (Collected Poems) να κερ­δί­ζει το βρα­βείο Πού­λι­τζερ—, βιο­γρα­φί­ες, δι­η­γή­μα­τα και πε­ζά που εί­χε στο συρ­τά­ρι της και ό,τι μπο­ρεί να που­λη­θεί που­λιέ­ται, από την ελά­χι­στη πλη­ρο­φο­ρία για τη ζωή της και ένα δι­ή­γη­μα που έγρα­ψε σε ηλι­κία 15 ετών, μέ­χρι τις βέ­ρες του γά­μου της που βγαί­νουν σε πλει­στη­ρια­σμό. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό αυ­τής της κλει­δα­ρο­τρυ­πι­κής και κα­νι­βα­λι­στι­κής συ­μπε­ρι­φο­ράς ανα­γνω­στών, εκ­δο­τι­κών και συγ­γε­νών της, εί­ναι ότι μέ­χρι σή­με­ρα μπο­ρεί κα­νείς πο­λύ εύ­κο­λα να βρει την ει­κό­να της Πλαθ νε­κρής με το κε­φά­λι μέ­σα στον φούρ­νο.
Η Πλαθ επη­ρε­α­σμέ­νη πο­λύ από τον Ρό­μπερτ Λό­ου­ελ, γρά­φει εξο­μο­λο­γη­τι­κή ποί­η­ση. Τι ση­μαί­νει όμως αυ­τό; Ο Χιουζ θα υπο­στη­ρί­ξει ότι της ήταν αδύ­να­το να ξε­φύ­γει από τις προ­σω­πι­κές της εμπει­ρί­ες και πως ήταν δέ­σμια της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Με αυ­τή του την ερ­μη­νεία όμως, γι­νό­μα­στε εμείς δέ­σμιοι της βιο­γρα­φί­ας της, η οποία απο­τε­λεί απλώς έναυ­σμα για την Πλαθ και όχι τε­λι­κό προ­ο­ρι­σμό. Εί­ναι σπου­δαίο να κό­βεις το δά­χτυ­λό σου κό­βο­ντας κρεμ­μύ­δια κι από αυ­τό να ξε­χύ­νο­νται ερυ­θρο­χί­τω­νες στρα­τιώ­τες (βλ. Cut, Ariel).
Ο Λό­ου­ελ εί­χε πει για το Άριελ πως αυ­τά τα ποι­ή­μα­τα παί­ζουν ρώ­σι­κη ρου­λέ­τα και συμ­φω­νού­με απο­λύ­τως. Τα 41 ποι­ή­μα­τα του βι­βλί­ου έχουν δύο κοι­νά ση­μεία, εί­ναι όλα ποι­ή­μα­τα για το αυ­τί, ποι­ή­μα­τα θε­α­τρι­κοί μο­νό­λο­γοι, και γρά­φο­νται όλα στις τέσ­σε­ρις το πρωί. Το Άριελ αφορ­μά­ται από τους γο­νείς της, τα παι­διά της, τον έρω­τα, τον εαυ­τό της, τον κό­σμο που ερ­μη­νεύ­ει και τον με­του­σιώ­νει σε ποί­η­ση. Φαί­νε­ται συ­χνά στη συλ­λο­γή η ρο­πή προς το νε­κρό και ο δι­πλός —φαι­νο­με­νι­κά— ρό­λος του θα­νά­του: ως απου­σία να τραυ­μα­τί­ζει και ως πα­ρου­σία να ανα­κου­φί­ζει από την οδύ­νη. Η συ­νύ­παρ­ξη της άκαμ­πτης ζω­ής και του νε­κρού που σα­λεύ­ει ακό­μη.

Το ποί­η­μα Η Σε­λή­νη και ο Ίτα­μος (The moon and the yew tree) εί­ναι το 29ο ποί­η­μα του Άριελ και γρά­φτη­κε ως άσκη­ση που της δό­θη­κε από τον Χιουζ στις 29 Οκτω­βρί­ου 1961. Το φως της σε­λή­νης που πέ­φτει σε έναν με­γά­λο ίτα­μο στην αυ­λή μιας εκ­κλη­σί­ας. Η Πλαθ ρί­χνει το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο, σαν μια άλ­λη Αλί­κη στη χώ­ρα των θαυ­μά­των, στην αυ­λή της εκ­κλη­σί­ας. Το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο μο­νο­λο­γεί. Με­τα­μορ­φώ­νει τον δη­λη­τη­ριώ­δη ίτα­μο σε σιω­πη­λό και σκο­τει­νό πα­τέ­ρα, την ολό­κλη­ρη Σε­λή­νη σε ψυ­χρή και απρό­σι­τη μη­τέ­ρα. Δη­λώ­νει απελ­πι­στι­κά πως ψά­χνει διέ­ξο­δο στην τρυ­φε­ρό­τη­τα. Βρί­σκει μό­νο σιω­πή και σκο­τει­νιά. Όταν γρά­φε­ται το ποί­η­μα, η Πλαθ ζει με τον Χιουζ και την κό­ρη της Φρί­ντα στο Ντε­βόν. Απ’ το πα­ρά­θυ­ρό της κοι­τά­ζει έναν ίτα­μο.

Το ποί­η­μα Η άλ­λη (The other) εί­ναι το 19ο ποί­η­μα του Άριελ. Ο Χιουζ το εντάσ­σει αρ­γό­τε­ρα στη σύν­θε­ση Συλ­λο­γή ποι­η­μά­των που κερ­δί­ζει το βρα­βείο Πού­λι­τζερ το 1982. Γρά­φτη­κε στις 2 Ιου­λί­ου 1962, μό­λις η Πλαθ μα­θαί­νει για τη σχέ­ση του Χιουζ με την Ου­έ­βιλ. Ένας βί­αιος μο­νό­λο­γος προς μια αντί­ζη­λο με την επι­θε­τι­κό­τη­τα εν τέ­λει να στρέ­φε­ται και προς το ίδιο το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο. Το 1990 ο Χιουζ θα δη­μο­σιεύ­σει το δι­κό του ποί­η­μα Η άλ­λη (The other) συ­νο­μι­λώ­ντας μα­ζί της. Το 1969 η Άσια Ου­έ­βιλ αυ­το­κτο­νεί με τον ίδιο τρό­πο με την Πλαθ, αφού πρώ­τα σκο­τώ­σει την 4χρο­νη Σού­ρα, την κό­ρη που απέ­κτη­σε με τον Χιουζ.

Το ποί­η­μα Λε­σβί­ες (Lesbos) εί­ναι το 18ο ποί­η­μα του Άριελ. Εί­ναι ένα από τα τε­λευ­ταία 26 ποι­ή­μα­τα που γρά­φτη­καν τον Οκτώ­βριο του 1962, λί­γους μό­λις μή­νες πριν από τον θά­να­το της Πλαθ. Ένας δρα­μα­τι­κός μο­νό­λο­γος άμε­ση επί­θε­ση στην οι­κο­γε­νεια­κή ζωή και τους ρό­λους μέ­σα σε αυ­τή. Αφορ­μά­ται από μία πραγ­μα­τι­κή επί­σκε­ψη που εί­χε κά­νει η Πλαθ σε ένα φι­λι­κό σπί­τι, με­τά τον χω­ρι­σμό της με τον Χιουζ, όμως ο τρό­πος που μία κα­κή επί­σκε­ψη γί­νε­ται ποί­η­ση εί­ναι ανα­πά­ντε­χος και αρι­στο­τε­χνι­κός.

Τρία ποιήματα

Η σε­λή­νη και ο ίτα­μος (29/10/1961)

Αυ­τό εί­ναι το φως του μυα­λού, ψυ­χρό και αστρι­κό
Τα δέ­ντρα του μυα­λού εί­ναι μαύ­ρα. Το φως εί­ναι μπλε.
Τα χόρ­τα αφή­νουν τον πό­νο τους στα πό­δια μου σαν να ‘μουν Θε­ός,
Χαϊ­δεύ­ουν τους αστρα­γά­λους μου και ψέλ­νουν την τα­πει­νό­τη­τά τους.
Βρω­με­ρή πνευ­μα­τι­κή ομί­χλη ζει σ’ αυ­τό το μέ­ρος
Που το χω­ρί­ζει απ’ το σπί­τι μου μια σει­ρά από τα­φό­πλα­κες.
Δεν βρί­σκω που­θε­νά να πάω.

Η σε­λή­νη δεν εί­ναι πόρ­τα. Εί­ναι ένα πρό­σω­πο από μό­νο του,
Λευ­κό σαν γρο­θιά και φο­βε­ρά θυ­μω­μέ­νο.
Σέρ­νει τη θά­λασ­σα πί­σω της σαν σκο­τει­νό έγκλη­μα, εί­ναι αθό­ρυ­βη
Με το ορ­θά­νοι­χτο στό­μα της από­λυ­της απελ­πι­σί­ας. Εδώ ζω.
Την Κυ­ρια­κή οι κα­μπά­νες ξαφ­νιά­ζουν τον ου­ρα­νό δυο φο­ρές
Οχτώ τε­ρά­στιες γλώσ­σες επι­βε­βαιώ­νουν την Ανά­στα­ση.
Στο τέ­λος, ανα­φω­νούν με επι­ση­μό­τη­τα τα ονό­μα­τά τους.

Ο ίτα­μος δεί­χνει προς τα πά­νω. Έχει σχή­μα γοτ­θι­κό.
Τον δια­τρέ­χει το βλέμ­μα και βρί­σκει τη σε­λή­νη.
Η σε­λή­νη εί­ναι η μη­τέ­ρα μου. Δεν εί­ναι γλυ­κιά σαν την Πα­να­γιά.
Απ’ τον μπλε χι­τώ­να της βγαί­νουν μι­κρές νυ­χτε­ρί­δες και κου­κου­βά­γιες.
Πό­σο θα ‘θε­λα να πι­στέ­ψω στην τρυ­φε­ρό­τη­τα—
Το πρό­σω­πο του αγάλ­μα­τος, απα­λό απ’ το φως των κε­ριών,
Γέρ­νει μό­νο σε μέ­να τα ζε­στά του μά­τια.

Έχω εκ­πέ­σει. Τα σύν­νε­φα αν­θί­ζουν
Μπλε και από­κο­σμα πά­νω απ’ τα πρό­σω­πα των αστε­ριών.
Στην εκ­κλη­σία, οι άγιοι θα εί­ναι όλοι θλιμ­μέ­νοι
Θα αιω­ρού­νται με τα ευαί­σθη­τα πό­δια τους πά­νω απ’ κρύα στα­σί­δια,
Τα χέ­ρια και τα πρό­σω­πά τους αυ­στη­ρά, γε­μά­τα αγιό­τη­τα.
Η σε­λή­νη δεν κα­τα­λα­βαί­νει απ’ αυ­τά. Εί­ναι τυ­φλή και αγριε­μέ­νη.
Και το άγ­γελ­μα του ίτα­μου εί­ναι σκο­τει­νιά, σκο­τει­νιά και σιω­πή.

Η άλ­λη (2/7/1962)

Έρ­χε­σαι αρ­γά, σκου­πί­ζο­ντας τα χεί­λη σου.
Τι άφη­σα ανέγ­γι­χτο στο κα­τώ­φλι 

Λευ­κή Νί­κη,
Πε­τάς στους τοί­χους μου ανά­με­σα;

Χα­μο­γε­λώ­ντας η μπλε αστρα­πή
Αξιώ­νει, σαν τσι­γκέ­λι, το βά­ρος των με­λών του.

Η αστυ­νο­μία σε λα­τρεύ­ει, ομο­λο­γείς τα πά­ντα.
Λα­μπε­ρά μαλ­λιά, μαύ­ρο βερ­νί­κι, η γνω­στή επι­τή­δευ­ση,

Εί­ναι η ζωή μου τό­σο εν­δια­φέ­ρου­σα;
Γι’ αυ­τό γούρ­λω­σες τα μά­τια σου;

Γι’ αυ­τό τα μό­ρια του αέ­ρα χά­νο­νται;
Δεν εί­ναι μό­ρια αέ­ρα, αι­μο­σφαί­ρια εί­ναι.

Άνοι­ξε την τσά­ντα σου. Τι μυ­ρω­διά εί­ναι αυ­τή;
Εί­ναι το πλε­κτό σου,

Μό­νο του πλέ­κε­ται με ζή­λο,
Εί­ναι οι γλοιώ­δεις κα­ρα­μέ­λες σου.

Έχω το κε­φά­λι σου στον τοί­χο μου.
Ομ­φά­λιοι λώ­ροι, πορ­φυ­ροί και λα­μπε­ροί,

Στρι­γκλί­ζουν από την κοι­λιά μου σαν βέ­λη, αυ­τά κα­βα­λάω.
Ω λάμ­ψη της σε­λή­νης, Ω άρ­ρω­στη εσύ,

Κλεμ­μέ­να άλο­γα, πορ­νεί­ες
Κυ­κλώ­νουν μια μαρ­μά­ρι­νη μή­τρα.

Πού πας
Και ρου­φάς την ανά­σα σαν από­στα­ση;

Θειώ­δεις μοι­χεί­ες θρη­νούν σ’ ένα όνει­ρο.
Πα­γω­μέ­νο γυα­λί, πώς ει­σβά­λεις

Ανά­με­σα σε εμέ­να κι εμέ­να.
Γρα­τζου­νάω σαν γά­τα.

Το αί­μα που τρέ­χει εί­ναι φρού­το σκο­τει­νό—
Μια εντύ­πω­ση, ένα κο­σμη­τι­κό.

Χα­μο­γε­λάς.
Όχι, δεν εί­ναι μοι­ραίο.

Με τον Τεντ Χιούζ
Με τον Τεντ Χιούζ

Λε­σβί­ες (18/10/1962)

Λύσ­σα μες στην κου­ζί­να!
Οι πα­τά­τες συ­ρί­ζουν.
Τό­σο χο­λι­γου­ντια­νή, χω­ρίς πα­ρά­θυ­ρα,
Η λά­μπα φθο­ρι­σμού ανα­βο­σβή­νει σαν φρι­χτή ημι­κρα­νία,
Σε­μνό­τυ­φες χάρ­τι­νες κουρ­τί­νες για πόρ­τες–
Αυ­λαί­ες, μπου­κλί­τσες χή­ρας.
Κι εγώ, αγα­πού­λα, εί­μαι πα­θο­λο­γι­κή ψεύ­τρα,
Και το παι­δί μου– κοί­τα τη, με τα μού­τρα στο πά­τω­μα,
Μια μι­κρή ανα­στα­τω­μέ­νη μα­ριο­νέ­τα που κλω­τσά­ει μπας κι εξα­φα­νι­στεί–
Μα εί­ναι μια σχι­ζο­φρε­νής,
Το πρό­σω­πό της κόκ­κι­νο και άσπρο, ένας πα­νι­κός,
Έχω­σες τα γα­τά­κια της σ’ ένα τσι­με­ντέ­νιο πη­γά­δι
Έξω απ’ το πα­ρά­θυ­ρό σου
Κι εκεί μέ­σα χέ­ζουν, ξερ­νά­νε και κλαί­νε και δεν μπο­ρεί να τ’ ακού­ει.
Λες δεν την αντέ­χεις,
Εί­ναι κο­ρί­τσι το μπά­σταρ­δο.
Εσύ έχεις κά­ψει τις λά­μπες σου σαν πα­λιό ρα­διό­φω­νο
Κα­θα­ρό από φω­νές και ιστο­ρία, το και­νού­ριο
Εί­ναι γε­μά­το πα­ρά­σι­τα.
Λες θα ‘πρε­πε να πνί­ξω τα γα­τά­κια. Τη βρώ­μα τους!
Λες θα ‘πρε­πε να πνί­ξω το κο­ρί­τσι μου.
Θα κό­ψει τον λαι­μό της στα δέ­κα, αν εί­ναι τρε­λή στα δύο.
Το μω­ρό χα­μο­γε­λά­ει, πα­χου­λό σα­λι­γκά­ρι,
Στους γυα­λι­στε­ρούς ρόμ­βους του πορ­το­κα­λί μου­σα­μά.
Θα μπο­ρού­σες να τον φας. Αγό­ρι εί­ναι.
Λες ο άντρας σου δεν σου φέ­ρε­ται κα­λά,
Η Εβραία του μα­μά φυ­λά­ει το γλυ­κό του φύ­λο σαν θη­σαυ­ρό.
Εσύ έχεις ένα μω­ρό, εγώ έχω δυο.
Θα ‘πρε­πε να κά­θο­μαι σ’ ένα βρά­χο έξω απ’ την Κορ­νουά­λη να χτε­νί­ζω τα μαλ­λιά μου.
Θα ‘πρε­πε να φο­ράω τι­γρέ εσώ­ρου­χα, θα ‘πρε­πε να έχω ερα­στή.
Θα ‘πρε­πε να συ­να­ντη­θού­με σε μια άλ­λη ζωή, θα ‘πρε­πε να συ­να­ντη­θού­με στον άνε­μο,
Εγώ κι εσύ.

Στο με­τα­ξύ βρω­μά­ει λί­πος και σκα­τό μω­ρού.
Εί­μαι ναρ­κω­μέ­νη και βα­ριά απ’ το τε­λευ­ταίο μου ηρε­μι­στι­κό.
Η κά­πνα απ’ το μα­γεί­ρε­μα, η κά­πνα της κό­λα­σης
Κά­νει τα κε­φά­λια μας να αιω­ρού­νται, δυο φαρ­μα­κε­ρά αντί­θε­τα άκρα,
Τα κό­κα­λά μας, τα μαλ­λιά μας.
Σε φω­νά­ζω Ορ­φα­νή, ορ­φα­νή. Εί­σαι άρ­ρω­στη.
Ο ήλιος σε γε­μί­ζει με έλ­κη, ο άνε­μος με φυ­μα­τί­ω­ση.
Κά­πο­τε ήσου­να όμορ­φη.
Στη Νέα Υόρ­κη, στο Χό­λι­γουντ, οι άντρες έλε­γαν: «Τέ­λος;
Άτσα το μω­ρό, πο­λύ ζό­ρι­κο.»
Έπαι­ζες, έπαι­ζες, έπαι­ζες για την έξα­ψη.
Ο ανί­κα­νος σύ­ζυ­γος πε­τά­γε­ται έξω για κα­φέ.
Προ­σπα­θώ να τον κρα­τή­σω μέ­σα,
Ένα γέ­ρι­κο κο­ντά­ρι για τον κε­ραυ­νό,
Όξι­να λου­τρά, ξε­χύ­νο­νται ου­ρα­νο­κα­τέ­βα­τα από μέ­σα σου.
Το σπρώ­χνει στην πλα­στι­κή λι­θό­στρω­τη κα­τη­φό­ρα,
Τραμ χτυ­πη­μέ­νο. Οι σπιν­θή­ρες εί­ναι μπλε.
Οι μπλε σπιν­θή­ρες ξε­χύ­νο­νται,
Σκά­νε σαν χα­λα­ζί­ες σε εκα­τομ­μύ­ρια κομ­μα­τά­κια.

Ω στο­λί­δι μου! Ω πο­λύ­τι­μή μου!
Εκεί­νη τη νύ­χτα η σε­λή­νη
Έσυ­ρε τον αι­μά­τι­νο σά­κο της, άρ­ρω­στο
Ζώο
Πά­νω απ’ τα φώ­τα του λι­μα­νιού
Κι ύστε­ρα με­γά­λω­σε κα­νο­νι­κά,
Σκλη­ρή κι από­μα­κρη κι ολό­λευ­κη.
Η λάμ­ψη της άμ­μου πά­γω­νε το αί­μα μου.
Τη μα­ζεύ­α­με στις χού­φτες μας, τη λα­τρεύ­α­με,
Τη δου­λεύ­α­με σαν ζυ­μά­ρι, σαν κορ­μί μι­γά­δας,
Τη με­τα­ξω­τή άμ­μο.
Ένας σκύ­λος πέ­ρα­σε και πή­ρε τον σκυ­λί­σιο σου σύ­ζυ­γο. Κι έφυ­γε.

Τώ­ρα εί­μαι σιω­πη­λή, μί­σος
Ως τον λαι­μό,
Πα­χύ, πα­χύ.
Δε βγά­ζω τσι­μου­διά.
Μα­ζεύω τις ωμές πα­τά­τες σαν ρού­χα κα­λά,
Μα­ζεύω τα μω­ρά,
Μα­ζεύω τα άρ­ρω­στα γα­τιά.
Ω βά­ζο με οξύ,
Με έρω­τα έχεις γε­μί­σει. Ξέ­ρεις ποιον μι­σείς.
Αυ­τόν που κρε­μά­ει την μπά­λα του και την αλυ­σί­δα στην αυ­λό­πορ­τα
Που ανοί­γει στη θά­λασ­σα
Και την οδη­γεί μέ­σα, λευ­κή και μαύ­ρη,
Και ύστε­ρα την ξερ­νά­ει πί­σω.
Κά­θε μέ­ρα τον γε­μί­ζεις ψυ­χή, σαν κα­νά­τα.
Εί­σαι τό­σο εξα­ντλη­μέ­νη.
Η φω­νή σου σκου­λα­ρί­κι μου,
Φτε­ρο­κο­πά­ει και ρου­φά­ει, αι­μο­βό­ρα νυ­χτε­ρί­δα.
Αυ­τά. Αυ­τά.
Κρυ­φο­κοι­τά­ζεις πί­σω απ’ την πόρ­τα,
Θλι­βε­ρή στρί­γκλα. «Όλες οι γυ­ναί­κες εί­ναι που­τά­νες.
Δεν βγά­ζω άκρη.»

Βλέ­πω τη χα­ρι­τω­μέ­νη σου δια­κό­σμη­ση
Να σε σφίγ­γει σαν γρο­θιά μω­ρού
Ή σαν ανε­μώ­νη, εκεί­νη την αγα­πη­μέ­νη
Τη θα­λασ­σι­νή, εκεί­νη την κλε­πτο­μα­νή.
Εί­μαι ακό­μη ωμή.
Λέω πως μπο­ρεί να ξα­νάρ­θω.
Γι’ αυ­τό εί­ναι τα ψέ­μα­τα.

Ού­τε στον Ζεν πα­ρά­δει­σό σου δεν πρό­κει­ται να συ­να­ντη­θού­με.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -