Tο χαμηλό προφίλ της, η διακριτική της στάση σε παλιότερες βραβεύσεις της, δίνουν την εικόνα ενός ανθρώπου μονήρους, απόμακρου.
Η Αμερικανίδα ποιήτρια Λουίζ Γκλικ, όμως, είναι πλέον η 117η κάτοχος του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, καθώς η Σουηδική Ακαδημία την επέλεξε «για την απαραγνώριστη ποιητική φωνή της, που με τη λιτή της ομορφιά καθιστά την ατομική εμπειρία, οικουμενική». Η πρώτη αντίδραση, όταν ενημερώθηκε από τον γραμματέα της Ακαδημίας Ματς Μαλμ, ήταν ενδεικτική: «Ήταν μια έκπληξη για εκείνη», δήλωσε ο Μαλμ, «αλλά πάντως καλοδεχούμενη».
Γεννημένη το 1943 στη Νέα Υόρκη, πρωτότοκη κόρη μιας οικογένειας ουγγροεβραϊκής καταγωγής, η Γκλικ ενδιαφέρθηκε για την ποίηση από τα μαθητικά της χρόνια. Σύμφωνα με ένα περιστατικό που η ίδια παραθέτει στο δοκίμιο «The education of the poet», μια μέρα, μια οικογενειακή φίλη της ζήτησε να απαγγείλει ένα σχολικό της ποίημα, όταν όμως η Γκλικ το έκανε αντιστρέφοντας τους όρους της μετρικής, η φίλη τη διόρθωσε. «Ανασκεύασε αυτό που είχα εσκεμμένα παραβιάσει. Ήμουν εξοργισμένη», έγραφε η ποιήτρια.
Έχοντας υποφέρει στην εφηβεία της από νευρική ανορεξία και νιώθοντας κατά δήλωσή της ως «αντικαταστάτρια» μιας κόρης που η οικογένειά της είχε χάσει προτού εκείνη γεννηθεί, η Γκλικ προτίμησε την ψυχανάλυση από την ολοκλήρωση των σπουδών της, εμβάθυνε όμως στην ποίηση μέσα από μαθήματα στο κολέγιο Sarah Lawrence και στο Πανεπιστήμιο Columbia, με δασκάλους την ποιήτρια Λεονί Άνταμς και τον Στάνλεϊ Κούνιτζ.
Ωστόσο, όπως τόνισε χθες ο πρόεδρος της Σουηδικής Ακαδημίας, Άντερς Όλσον, η τέχνη της δεν απόκτησε αποκλειστικά αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, αλλά αντίθετα, την έφερε αντιμέτωπη με τις ψευδαισθήσεις του εαυτού και τον αγώνα για μια γλωσσική αυστηρότητα, συγκρίσιμη με της Έμιλι Ντίκινσον.
Ενδεικτικά, στη συλλογή του 1985 «The triumph of Achilles», το αυτοβιογραφικό στοιχείο συνομιλεί με τους κλασικούς μύθους, ενώ στο «The wild iris» του 1992 (βραβευμένο με Πούλιτζερ), η αλλοτινή απώθηση για κάθε τι υλικό, αντικαθίσταται από ένα ενδιαφέρον για τις οικογενειακές σχέσεις και τον φυσικό κόσμο κι όλα αυτά, με μια γλώσσα που πειραματίζεται σταθερά με τη δομή και τη σύνταξη, με όσα λέγονται και όσα μένουν άρρητα.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Ποιητική», μεταφρασμένα από την ποιήτρια Δήμητρα Κωτούλα, η οποία ανέλαβε μαζί με τον Χάρη Βλαβιανό τη μετάφραση της συλλογής της «Πιστή και ενάρετη νύχτα» του 2014 (Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ), που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Στερέωμα.
«Αυτό που μας ελκύει στην ποίηση της Γκλικ», δήλωσε στην εφημερίδα «Καθημερινή» η Δήμητρα Κωτούλα, «πέρα από το εύρος της θεματολογίας της –γράφει από εξομολογητικά ποιήματα μέχρι ποιήματα εμπνευσμένα από τον αρχαίο ελληνικό μύθο– είναι, όντως, η γλώσσα. Η Γκλικ γράφει σε μια γλώσσα αφοπλιστικά αληθινή, γνήσια και λιτή, μακριά από περίπλοκους και εν τέλει περιττούς ακροβατισμούς, χωρίς όμως να στερεί την ποίησή της από νεύρο και δημιουργική φαντασία. Είναι μια γλώσσα, όπως αποδεικνύεται, ανθεκτική στον χρόνο (και στη μετάφραση θα έλεγα) που της έχει δοθεί η χάρη να παρέχει ένα αίσθημα ασφάλειας στον αναγνώστη, την αίσθηση ότι μένει προστατευμένος απέναντι στη σκληρή, πολλές φορές αλήθεια που καλείται να εκφράσει το ποίημα».

Η Κόκκινη Παπαρούνα
Το τέλειο
δεν είναι να έχεις
μυαλό. Αισθήματα:
ω, τέτοια έχω∙ αυτά με
κυβερνούν. Έχω
έναν κύριο στον ουρανό
τον λένε ήλιο, κι ανοίγοντας
γιʼ αυτόν, του δείχνω
της καρδιάς μου τη φωτιά, φωτιά
σαν τη δική του παρουσία.
Τι άλλο θα μπορούσε
μια τέτοια δόξα να ʼναι
παρά μια καρδιά; Ω, αδελφοί και αδελφές μου,
πριν γίνετε άνθρωποι, παλιά,
υπήρξατε ποτέ σας, σαν εμένα; Αφήσατε ποτέ
τον εαυτό σας
νʼ ανοίξει έστω μια φορά
και ας μην άνοιγε ξανά ποτέ του;
Γιατί, για να ʼμαι ειλικρινής,
μιλάω τώρα
σαν κι εσάς. Μιλάω
γιατί είμαι κομμάτια.
Νόστος
Στην αυλή ήταν μια μηλιά-
αυτό θα ήταν πριν
σαράντα χρόνια- πίσω της,
μόνο αγρολίβαδα. Σωροί
από κρόκο στο υγρό γρασίδι.
Στάθηκα στο παράθυρο:
τέλη Απρίλη. Λουλούδια ανοιξιάτικα
μες στην αυλή του γείτονα.
Πόσες φορές, αλήθεια, άνθισε το δέντρο
στα γενέθλιά μου,
τη μέρα εκείνη ακριβώς, ούτε
πιο πριν, ούτε μετά; Το αμετάβλητο
αντίβαρο στην αλλαγή, την μετεξέλιξη.
Η εικόνα αντίβαρο
στο ανυποχώρητο της γης. Τι
ξέρω εγώ γιʼ αυτό εδώ το μέρος,
τον ρόλο που το δέντρο είχε για δεκαετίες
τον πήρε ένα μπονσάι, φωνές
που ανεβαίνουν απʼ τα γήπεδα του τέννις-
Λιβάδια. Άρωμʼ από ψηλό χορτάρι, φρεσκοκουρεμένο.
Τι περιμένεις από λυρική ποιήτρια.
Κοιτάζουμε τον κόσμο μια φορά, στα παιδικά μας χρόνια.
Τα άλλα όλα είνʼ ανάμνηση.
Η Θλίψη της Κίρκης
Με σύστησα, εν τέλει
Στη γυναίκα σου, σα μια
Θεά, στο ίδιο της το σπίτι, στην
Ιθάκη, σα μια φωνή
Χωρίς το σώμα: άφησʼ εκείνη
Το υφαντό, γύρισε το κεφάλι
Πρώτα δεξιά, ύστερʼ αριστερά
Αν και δεν είχʼ ελπίδα φυσικά
Να αποδώσει τη φωνή σε κάποια
Υπαρκτή πηγή: Εγώ αμφιβάλλω
Αν γυρίσει πια στον αργαλειό της
Με όσα ξέρει τώρα. Όταν
Την δεις ξανά, πες της πως
Έτσι αποχαιρετάει μια Θεά:
Αν στο μυαλό της είμαι δια παντός
Είμαι και στη ζωή σου δια παντός.



