30.4 C
Athens
Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Στα 86 της η Τόνι Μόρισον έλεγε: «Μέσα μου ξέρω πως είμαι 23 γι’ αυτό δεν γράφω την αυτοβιογραφία μου»

Η Τόνι Μόρισον γνώριζε πως σημασία δεν έχει η χρονολογία που αναγράφεται στην ταυτότητα αλλά η εσωτερική ηλικία του καθενός: «Μέσα μου ξέρω πως είμαι 23».

Την παραπάνω απάντηση έδωσε όταν τη ρώτησαν: «Μα, πώς τα καταφέρνετε;»

Όταν της έκαναν αυτή την ερώτηση η Μόρισον ήταν 86 και …πολυγραφότατη. Το τελευταίο της μυθιστόρημα «God Help the child» κυκλοφόρησε το 2015 και το 2016 έλαβε μία ακόμη διάκριση, την 35η, το βραβείο Pen/Saul Bellow για τη συμβολή της στην αμερικανική λογοτεχνία.

Το έργο που άλλοι θα χρειάζονταν αρκετές ζωές για να «χτίσουν», για την Τόνι Μόρισον έμοιαζε μια απλή διαδικασία.
Την τελευταία σελίδα στο μυθιστόρημα της ζωής της – στα 88 της – την έγραψε τη Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019, σύμφωνα με ανακοίνωση της οικογένειάς της. Ο εκδότης της (Knopf) επιβεβαίωσε ότι απεβίωσε, το βράδυ της Κυριακής 4 Αυγούστου 2019, ενώ νοσηλευόταν στο Montefiore Medical Center της Νέας Υόρκης ύστερα από μια σύντομη ασθένεια.
«Δεν γράφω την αυτοβιογραφία μου. Δεν με ενδιαφέρει», δήλωνε η Τόνι Μόρισον, έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη από θριάμβους, που τη βίωνε με τη ζωντάνια μίας 23χρονης που μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές της, αδιαφορώντας για την υστεροφημία της.

 

***

 

Η Μόρισον γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου το 1931 στο Λορέιν του Οχάιο και βαφτίστηκε Chloe Anthony Wofford. Ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειάς της. Οι γονείς της, Ράμα Γούφορντ και Τζωρτζ Γούφορντ, ήταν μετανάστες από τον αγροτικό Νότο (Αλαμπάμα).
Η συνοικία όπου μεγάλωσε ήταν πολυφυλετική: οι γείτονές της, εκτός από Αφροαμερικανοί, ήταν Πολωνοί, Ιταλοί και Εβραίοι. Ίσως το συγκεκριμένο περιβάλλον να βοήθησε τη Μόρισον να μην αισθανθεί κατώτερη ή διαφορετική παρόλο που ήταν η μόνη Αφροαμερικανή στην τάξη. «Ήμουν η μόνη μαύρη μαθήτρια και η μόνη που ήξερε να διαβάζει», έχει δηλώσει σε συνέντευξή της στους New York Times.
Έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον από νωρίς για τη λογοτεχνία και σπούδασε ανθρωπολογία στα πανεπιστήμια Howard και Cornell από το οποίο έλαβε το μεταπτυχιακό της με θέμα την αυτοκτονία στα έργα των Γουίλιαμ Φώκνερ και Βιρτζίνια Γουλφ. Ακολούθησε μια ακαδημαϊκή καριέρα στα Texas Southern University ως καθηγήτρια αγγλικών, στο Howard University ως καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας, στο Yale δίδαξε λογοτεχνία και από το 1989 στο Princeton University, όπου δίδαξε αφροαμερικανικές σπουδές και δημιουργική γραφή.

 

***

 

1993. Η απονομή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Τόνι Μόρισον.

 

 

 

Ήταν το 1993 όταν η Τόνι Μόρισον έγινε η πρώτη Αφρο-αμερικανή συγγραφέας που τιμήθηκε ποτέ με το Νομπέλ Λογοτεχνίας.
Δεν ήταν λίγοι αυτοί που υπαινίχθηκαν ότι η βράβευσή της έγινε στο πλαίσιο του «πολιτικά ορθού», το διεθνές κοινό της γνώριζε όμως πως η Μόρισον τιμήθηκε για την πένα της, αλλά και την κοφτερή λογοτεχνική της ματιά.
Η απήχηση του έργου της σε παγκόσμια κλίμακα αποδεικνύει ότι δεν ήταν ποτέ μαύρη λογοτεχνία: η πολιτική διάσταση της τέχνης της είναι πανταχού παρούσα, με την ίδια να αγωνίζεται σε κάθε της πόνημα να φανερώσει τις ζοφερές συνέπειες του ρατσισμού και του σεξισμού από την αρχή της δουλείας στις ΗΠΑ ως και τις μέρες μας.
Η μαύρη ταυτότητα είναι ωστόσο το αρχιμήδειο σημείο μιας από τις σημαντικότερες συγγραφείς της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, η οποία δεν ξεχνάει ποτέ την πλούσια αφρικανική κληρονομιά της…

 

***

 

Η Τόνι Μόρισον μεγαλώνοντας σε μεικτή γειτονιά, θα βιώσει από νωρίς τις φυλετικές διακρίσεις: είναι το μόνο έγχρωμο παιδί στην τάξη της και «το μόνο που μπορούσε να διαβάσει», όπως θα δηλώσει αργότερα σε συνέντευξή της. Αφοσιωμένη μαθήτρια, εντρυφεί στα λατινικά και έρχεται σε επαφή με τα κορυφαία μυθιστορήματα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας ήδη από νωρίς.

 

***

 

Το 1957 θα βρει τη Μόρισον στο Howard University, όπου επέστρεψε για να διδάξει αγγλική λογοτεχνία. Εκεί γνώρισε τον Χάρολντ Μόρισον, έναν αρχιτέκτονα με καταγωγή από την Τζαμάικα. Το ζευγάρι παντρεύεται την επόμενη χρονιά και υποδέχεται το πρώτο τους παιδί, τον γιο τους Χάρολντ, το 1961. Την ίδια εποχή η Μόρισον προσχωρεί στη λογοτεχνική λέσχη του πανεπιστημίου και αρχίζει να δουλεύει με την ομάδα των συγγραφέων το πρώτο της μυθιστόρημα, που ξεκίνησε ως διήγημα.
Η Μόρισον εγκαταλείπει την ακαδημαϊκή της θέση το 1963 για να ταξιδέψει με την οικογένειά της στην Ευρώπη. Μετά το καλοκαίρι επιστρέφει ωστόσο στην Αμερική μόνο με τον γιο της, καθώς ο σύζυγός της αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Τζαμάικα. Η ίδια, έγκυος στο δεύτερο παιδί της, επιστρέφει στο πατρικό της στο Οχάιο για να γεννήσει τον Slade (1964) και κατόπιν μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, όπου πιάνει δουλειά ως επιμελήτρια βιβλίων στον γνωστό εκδοτικό οίκο Random House…

 

***

 

Το πρώτο της μυθιστόρημα, τα «Γαλάζια Μάτια», εκδίδεται το 1970 για να πει την ιστορία μιας έγχρωμης κοπέλας που πιστεύει ότι όλες οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει στη ζωή της θα εξαφανίζονταν αν είχε γαλάζια μάτια. Το πόνημα συγκέντρωσε διθυραμβικές κριτικές, οι πωλήσεις ωστόσο δεν ήταν οι αναμενόμενες.
Η συγγραφέας συνεχίζει να εξερευνά τη μαύρη ταυτότητα και στο δεύτερο βιβλίο της, τη «Σούλα» (1973), δίνοντας σάρκα και οστά στη φιλία ανάμεσα σε δύο έγχρωμες γυναίκες. Το μυθιστόρημα κέρδισε υποψηφιότητα για το περίβλεπτο βραβείο American Book Award.
Το «Τραγούδι του Σολομόν», πάλι με «μαύρο» θέμα, ακολουθεί το 1977 και γίνεται το πρώτο βιβλίο Αφρο-αμερικανού συγγραφέα που περιλαμβάνεται στις καλύτερες επιλογές της χρονιάς από μια σειρά λογοτεχνικών θεσμών! Η ίδια κερδίζει τα πρώτα της βραβεία.
Ανερχόμενο πλέον συγγραφικό αστέρι, η Μόρισον διορίζεται στο Εθνικό Συμβούλιο για τις Τέχνες το 1980. Την επόμενη χρονιά εκδίδεται το βιβλίο «Tar Baby» (1981), που χαιρετίζεται με ανάμεικτες κριτικές από τον Τύπο. Και ήταν η επόμενη δουλειά της που θα αποδεικνυόταν ένα από τα μεγάλα της αριστουργήματα: η «Αγαπημένη» εκδίδεται το 1987 για να εξερευνήσει έννοιες όπως η αγάπη και το υπερφυσικό.
Για το μαγευτικό αυτό αφήγημα η ίδια θα τιμηθεί με αναρίθμητα λογοτεχνικά βραβεία, περιλαμβανομένου και του περίβλεπτου Βραβείου Πούλιτζερ το 1988 για λογοτεχνικό έργο! Δέκα χρόνια αργότερα, το 1998, το βιβλίο θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο με πρωταγωνίστρια την Όπρα Γουίνφρεϊ…

 

***

 

Ως αναγνώριση της προσφοράς της στον χώρο των γραμμάτων λαμβάνει το 1993 το Νόμπελ Λογοτεχνίας, σημειώνοντας ταυτόχρονα ρεκόρ: γίνεται η πρώτη Αφρο-αμερικανή συγγραφέας που τιμάται με το κορυφαίο βραβείο.
Το 1994 έρχεται το έκτο της μυθιστόρημα, που έχει τίτλο «Τζαζ», στο οποίο διερευνά τη συζυγική αγάπη και την προδοσία. Την ίδια χρονιά ιδρύει στο Πρίνστον ένα σεμινάριο για επίδοξους συγγραφείς (Princeton Atelier), με το πρόγραμμα να κρίνεται ιδιαίτερα επιτυχημένο.
Εκτός ακαδημαϊκού πλαισίου, η Μόρισον συνεχίζει να είναι λογοτεχνικά ενεργή, με την επόμενη «μαύρη» νουβέλα της, τον «Παράδεισο» (1994), να λαμβάνει ωστόσο αμφιλεγόμενες κριτικές, παρά το γεγονός ότι το παγκόσμιο κοινό το περίμενε πώς και πώς, καθώς η ίδια ήταν πλέον νομπελίστρια.

 

***

 

Το 1999 η Μόρισον κάνει το μεγάλο βήμα και στρέφεται στην παιδική λογοτεχνία: με τη βοήθεια του γιου της συγγράφει και εκδίδει τρία παραμύθια («The Big Box», «The Book of Mean People» και «The Ant or the Grasshopper?»). Παρά το γεγονός ότι είναι περίφημη για το λογοτεχνικό της έργο, η ίδια δοκιμάστηκε και σε άλλα είδη: στα μέσα της δεκαετίας του ’80 γράφει το θεατρικό «Dreaming Emmett», το 1994 περνά στη στιχουργική και συνεργάζεται με τον συνθέτη Andre Previn στα «Τέσσερα Τραγούδια» του, ενώ το 1997 γράφει στίχους για τον συνθέτη Richard Danielpour («Sweet Talk»).
Το 2003 σειρά έχει η «Αγάπη», το νέο της μυθιστόρημα, μια λογοτεχνική ακροβασία μεταξύ παρόντος και παρελθόντος που λαμβάνει διθυραμβικές κριτικές…

 

***

 

Το 2006 η Μόρισον ανακοίνωσε ότι παραιτείται από τη θέση της στο Πρίνστον, με τη βιβλιοκριτική των New York Times εκείνης της χρονιάς να ονομάζει την «Αγαπημένη» ως το καλύτερο αμερικανικό μυθιστόρημα των τελευταίων 25 ετών.
Το 2007 θα επεκτείνει κι άλλο τις πολυσχιδείς δραστηριότητές της, αυτή τη φορά γράφοντας το λιμπρέτο για την οπερέτα «Margaret Garner», η οποία έκανε το ντεμπούτο της στην Όπερα της Νέας Υόρκης την ίδια χρονιά.
Το 2008 κυκλοφορεί το ένατο μυθιστόρημά της, το «A Mercy», ενώ σχεδόν ταυτόχρονα θα δει το φως της ημέρας και ο τόμος με τα δοκιμιακά της άρθρα «What Moves at the Margin». Δυναμική και μαχητική σε όλη της τη ζωή, η Μόρισον θα καταφερθεί με σφοδρότητα κατά της αμερικανικής λογοκρισίας τον Οκτώβριο του 2009, όταν ένα από τα βιβλία της απαγορεύτηκε σε σχολείο του Μίσιγκαν, με την ίδια να επιμελείται ταυτόχρονα έναν τόμο με θεωρητικά κείμενα υπέρ της ελευθερίας του λόγου.

 

***

 

Το μυθιστόρημα, το «Σπίτι», κυκλοφόρησε το 2012, και αναφέρεται σε μια σημαντική στιγμή της αμερικανικής ιστορίας, αυτή που ακολούθησε τον Πόλεμο της Κορέας.
Τον καιρό που έγραφε το βιβλίο βίωσε ωστόσο και την απώλεια του γιου της Slade (Δεκέμβριος 2010), με τον οποίο είχε συνεργαστεί στη σειρά των παιδικών βιβλίων της.

 

***

 

Έξω από τον λογοτεχνικό κόσμο, οργάνωσε μια σύγχρονη διασκευή του σεξπιρικού «Οθέλου», που ανέβηκε στο Λονδίνο το καλοκαίρι του 2012.

 

***

 

Εκτός από το Νόμπελ Λογοτεχνίας, η Μόρισον βραβεύτηκε με το Πούλιτζερ και το Βραβείο Αμερικανικού Βιβλίου ενώ έχει τιμηθεί με το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας των ΗΠΑ και με τον τίτλο του Ιππότη του Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών της Γαλλίας.
Ο κατάλογος με τα επιτεύγματα της Τόνι Μόρισον είναι ατελείωτος. Στα 88 χρόνια της μέτρησε περισσότερες από 35 διακρίσεις. Το μοναδικό της συγγραφικό στυλ χαρακτηρίζεται από κοινωνικά ευαίσθητη θεματολογία, εξαίσιες περιγραφές και δυνατούς Αφροαμερικανούς ήρωες, κυρίως γυναίκες.

 

***

 

Η ίδια η Μόρισον, αναφερόμενη στο «Γαλάζια Μάτια», έχει δηλώσει ότι απλώς ήταν το βιβλίο που ήθελε να διαβάσει και δεν υπήρχε. Για να μπορέσει να ανταποκριθεί στους ρόλους της μόνης, εργαζόμενης μητέρας και συγγραφέως, ξυπνούσε καθημερινά στις 4 τα ξημερώματα για να γράψει. Για την ιστορία, το «Γαλάζια Μάτια» έγινε best seller –με τη συμβολή του Oprah Book Club– μόλις το 2000: 30 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, το βιβλίο πούλησε εκατό χιλιάδες αντίτυπα…

 

***

 

 

Το 1973 κυκλοφορεί το δεύτερο μυθιστόρημα της Μόρισον Sula που προτάθηκε για το Βραβείο Αμερικανικού Βιβλίου (American Book Award). Ωστόσο, την πιο θερμή υποδοχή την επιφύλαξαν αναγνωστικό κοινό και κριτική το 1977 στο αριστουργηματικό μυθιστόρημα «Το τραγούδι του Σόλομον» (Song of Solomon, κυκλοφορεί σε νέα μετάφραση της Κατερίνας Σχινά το 2018 από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος).
Ωστόσο, μία ακόμη μεγαλύτερη διάκριση περίμενε την Τόνι Μόρισον, όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Αγαπημένη» (Beloved) για το οποίο απέσπασε το 1988 το βραβείο Πούλιτζερ (Pulitzer Award), στην κατηγορία της μυθοπλασίας.
Αξίζει να σημειωθεί πως όταν το εν λόγω βιβλίο δεν κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, 48 συγγραφείς υπέγραψαν επιστολή διαμαρτυρίας ενώ δέκα χρόνια μετά, η κυρίαρχος των media Όπρα Γουίνφρι έκανε την παραγωγή και πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική μεταφορά του Beloved.

 

***

 

Η ύψιστη διάκριση θα έρθει το 1993, μετά την έκδοση του μυθιστορήματός της Jazz (κυκλοφορεί σε νέα μετάφραση της Κατερίνας Σχινά από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος), οπότε της απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται η πρώτη Αφροαμερικανίδα που κερδίζει τον τίτλο.

 

***

 

Την ίδια χρονιά οργανώνει στο πανεπιστήμιο Princeton, στο οποίο διδάσκει από το 1989, ένα εργαστήρι δημιουργικής γραφής γνωστό ως Princeton Atelier. Η μόνιμη συμβουλή που έδινε στους σπουδαστές της ήταν «Μη γράφετε για τη δική σας –μικρή– ζωή», θέλοντας να τους προειδοποιήσει για την παγίδα της αυτοαναφοράς.
Το 1986 η «ανήσυχη» Τόνι Μόρισον αποφασίζει να γράψει το πρώτο θεατρικό της έργο με τίτλο Dreaming Emmett και το 1994 τους στίχους για το τραγούδι Four Songs και το 1997 για το τραγούδι Sweet Talk. Το 1999 ασχολείται με την παιδική λογοτεχνία και γράφει μαζί με τον γιο της Σλέιντ επτά παιδικά βιβλία. Το 2006 γράφει το λιμπρέτο της όπερας Margaret Garner, μέσα από το οποίο ξετυλίγεται μια τραγική ιστορία δουλείας. Το έργο κάνει πρεμιέρα στην Όπερα της Νέας Υόρκης το 2007.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -