28.3 C
Athens
Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022
 

Το Σίγρι υποδέχεται ξανά τον Αλμπέρ Καμύ

 

«Αλμπέρ Καμύ, ο άνθρωπος της Μεσογείου» είναι ο τίτλος της διάλεξης του διακεκριμένου συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη για τον κορυφαίο φιλόσοφο και συγγραφέα του 20ου αιώνα (Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1957), ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με την Ελλάδα και ύμνησε, όσο κανείς, μια μικρή πατρίδα στο Αιγαίο, το Σίγρι της Λέσβου (1959).

Η καλοκαιρινή εκδήλωση στο Σίγρι θα πραγματοποιηθεί στις 27 Ιουλίου 2019, ώρα 20:30, στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου.

 

Τραγούδια της Μεσογείου θα ερμηνεύσει η Δέσποινα Κριμπά. Στην κιθάρα ο συνθέτης Γιώργος Αθανασακόπουλος (Vibrato).

Ρύθμιση ήχου και φωτισμών: Βασίλης Πρινιωτάκης. Προβολή φωτογραφικού υλικού: Αλέξανδρος Μπουμπουρίδης.

Καλλιτεχνική επιμέλεια και οργάνωση παραγωγής: «Πλοηγός πολιτιστική εταιρεία»

Την εκδήλωση παρουσιάζει η μουσειολόγος, ιστορικός τέχνης Σοφία Πελοποννησίου – Βασιλάκου. Είναι μέλος του ΔΣ του Ιδρύματος Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού από το 2001. Έχει ασχοληθεί με το σχεδιασμό και τη λειτουργία της Οικίας Κατακουζηνού από το 2008 και είναι επιμελήτρια της Οικίας και υπεύθυνη του Αρχείου της.

 

***

“Ξέρω το γιατρικό, θ’ αγναντεύω για πολλή ώρα τη θάλασσα. Είναι ο τόπος των Θεών. Εκεί θα πάω να ζήσω, Άγγελε, στο νησί σου. Όμως στα δυτικά, στο γυμνό βράχο του γραφικού ψαράδικου χωριού. Ποιος ξέρει ίσως για πάντα…”.

Η πρώτη φορά που ήρθε ο Αλμπέρ Καμύ στη χώρα μας ήταν τον Αύγουστο του 1939, ήταν 27 χρονών και σχεδίαζε να ταξιδέψει με μηχανότρατα παρέα με την τότε ερωμένη του Κριστιάν Γκαλιντό. Στην Ελλάδα όμως ήρθε και ξαναήρθε. Κατά τον βιογράφο του, Ολιβιέ Τοντ, ύστερα από πρόσκληση του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας το 1955 και όταν ήταν πια 42 χρονών, ως κεντρικό πρόσωπο μιας ανταλλαγής απόψεων γύρω από «Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού», για να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Ευάγγελο Παπανούτσο, Φαίδωνα Βεγλερή, Γιώργο Θεοτοκά και Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα σε μία εκδήλωση στην οποία προήδρευε ο διανοούμενος ψυχίατρος Άγγελος Κατακουζηνός. Από το βιβλίο της συζύγου του, Λητώς Κατακουζηνού, «Συντροφιά με τον Albert Camus», μας έχει γίνει γνωστό το γεγονός. Από τη συζήτησή του εκείνη τη χρονιά έχουν αρκετά πράγματα διασωθεί, κι αυτό χάρη στο μαγνητόφωνο του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Η “παρέα του Παρισιού”

Ο Άγγελος Κατακουζηνός, που ανήκε κι αυτός στην «παρέα του Παρισιού», τον φιλοξένησε στο περίφημο σπίτι των Κατακουζηνών στη λεωφόρο Αμαλίας 4. Σ’ ένα σπίτι – μουσείο, με τα ίχνη μεγάλων ζωγράφων και σπουδαίων εποχών. Η Λητώ Κατακουζηνού είναι εκείνη που έχει μεταφέρει στις επόμενες γενιές την αγάπη του Καμύ για την Ελλάδα, ατμοσφαιρικά και με κάθε λεπτομέρεια, πολύ προτού φύγει, στο βιβλίο της “Συντροφιά με τον Albert Camus”, που κυκλοφόρησε το 1979 από τον εκδοτικό οίκο Ερμείας.

Στις σελίδες του βιβλίου, εξιστορείται και το τελευταίο ταξίδι του στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1959, δύο χρόνια αφού είχε πάρει το Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας και έναν χρόνο προτού βιώσει μαζί με τον Γκαλιμάρ σε αυτοκινητικό δυστύχημα «τον πιο παράλογο θάνατο».

Στην επίσκεψή του ήταν μαζί του ο Μισέλ Γκαλιμάρ και ο ζωγράφος Μάριο Πράσινος. Τον Καμύ τον είχαν συνεπάρει τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά τόσο που να δηλώσει στη Λέσβο στον Άγγελο Κατακουζηνό ότι θέλει να ζήσει εκεί, ίσως και για πάντα.
Τις λεπτομέρειες τις περιγράφει γλαφυρά στο βιβλίο της η Λητώ Κατακουζηνού:
«Στο Σίγρι, το μικρό ψαράδικο χωριό στα δυτικά, στην άκρη της Λέσβου, θα πήγαινε την ερχόμενη άνοιξη. Εκεί θα τελείωνε ένα έργο του για το θέατρο. Το θέατρο, η μεγάλη αδυναμία του. Ερχόταν, μας είπε, από το νησί. Είχε πάει με το πλεούμενο του φίλου του του Γκαλιμάρ, μαζί του θαρρώ κι ο ζωγράφος Πράσινος. Στη Μυτιλήνη, σε κάποια αδιαθεσία του κι ένα μικροατύχημα του φίλου του, οι κάτοικοι, δίχως να ξέρουν ποιοι ήτανε, τους περιποιήθηκαν τόσο πολύ, τους πρόσφεραν τόση ανθρώπινη ζεστασιά, που άγγιξαν βαθιά την ευαίσθητη καρδιά του.
“Αργότερα, όταν αράξαμε στο Σίγρι, μαγεύτηκα από τη γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και τον μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στον βυθό. Εδώ θέλω να ‘ρθω να ζήσω και να εργαστώ -είπα σε κάποια στιγμή-, να, εκεί, πάνω στη θάλασσα, σ’ αυτό το απόμερο σπιτάκι”.
“Τι λέει ο ξένος;” πετάχτηκε κάποιος από τους ανθρώπους που μας περιτριγύριζαν περίεργοι. Κι όταν ο φίλος μου του εξήγησε “πάρ’ το, σ’ το δίνω, είναι δικό σου. Έλα να κάτσεις όσο θες”, μου το πρόσφερε καλόκαρδα ο νοικοκύρης του. “Καταλαβαίνετε”, μας έλεγε με έξαψη ο Καμύ, “είναι ο τόπος των θεών, ό,τι ζητήσεις, σ’ το δίνουν. Είναι πολύ ωραίο το νησί σου, Άγγελε, ωραίο και αρρενωπό”, συνέχισε ο Καμύ.
“Ωστόσο οι ελαιώνες, καταπράσινοι λόφοι, καμπύλες τρυφερές, ασημοντυμένες οδαλίσκες να λικνίζονται στον αιγαιοπελαγίτικο αγέρα, παντρεύονται αρμονικά με τα ψηλά αρρενωπά βουνά, που τις καμαρώνουν ξαπλωμένες νωχελικά στα πόδια του. Βουνά που αγναντεύουν πέρα κατά την Ανατολή, κληρονόμοι περήφανοι της ιωνικής φιλοσοφίας”.

“Αλλά πέρα από τη μεγάλη ιστορία του νησιού, μ’ εντυπωσιάζουν και οι άνθρωποι που το κατοικούνε. Εκεί που θαρρείς πως είναι στεγνοί σαν τις αστυβιές και τις βαλανιδιές τους, ανακαλύπτεις μέσα τους ψυχικούς χυμούς, πολύτιμους, κρυμμένους θησαυρούς σαν τ’ ασήμια απ’ τις ελιές τους”.

“Θα στέκω στην άκρη του γιαλού, ν’ αγναντεύω τη θάλασσα, τα κύματα του Αιγαίου να μου φέρνουν μηνύματα μακρινά, μηνύματα από την Τιπασά, αρώματα της πατρίδας μου”.

Τον Ιανουάριο του 1960 ο Καμύ θα πεθάνει ακαριαία σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το αυτοκίνητο οδηγούσε ο εκδότης και φίλος του Μισέλ Γκαλιμάρ, με το πλεούμενο του οποίου είχε έρθει το 1959 στο Σίγρι.

***

«Είναι πολύ ωραίο το νησί σου, Άγγελε, ωραίο και αρρενωπό. Οι ελαιώνες, οι καταπράσινοι λόφοι, καμπύλες τρυφερές σαν ασημοντυμένες οδαλίσκες λικνίζονται στον αιγαιοπελαγίτικο αγέρα και παντρεύονται αρμονικά με τα ψηλά βουνά που τις καμαρώνουν ξαπλωμένες νωχελικά στα πόδια τους. Βουνά που αγναντεύουν πέρα την Ανατολή, κληρονόμοι περήφανοι της ιωνικής φιλοσοφίας. (…) Από τότε, η Ελλάδα πλανιέται κάπου μέσα μου, στα όρια της μνήμης μου, ακατάπαυστα. (…) Καταλαβαίνετε; Είναι ο τόπος των θεών και ό,τι ζητήσεις σου το δίνουν».

***

«Υπάρχουν στιγμές στην ζωή μας που βαραίνουν πολύ και αφήνουν επάνω μας τα σημάδια, που στη συνέχεια τροφοδοτούν την μνήμη και δίνουν περιεχόμενο στην ύπαρξή μας. Έτσι αυτές οι μέρες που ζήσαμε μαζί με τον Camus, όταν πρωτοήλθε στην Αθήνα, μας χάρισαν ώρες φωτεινές κι αξέχαστες. Όπως εκείνες του Γαλλικού Ινστιτούτου, στην διαλογική συζήτηση που είχα οργανώσει σαν πρόεδρος της Ελληνογαλλικής Πνευματικής Ένωσης, με κεντρικό πρόσωπο τον Camus, και θέμα το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού», λέει ο Άγγελος Κατακουζηνός γι’ αυτή τη, γεμάτη λάμψη, εκπληκτική βραδιά, πρωτόγνωρη στο αθηναϊκό κοινό, όπου η ελληνική διανόηση αντιπροσωπεύτηκε από τα πιο τρανταχτά ονόματα της εποχής.

…Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ευάγγελος Παπανούτσος, Γιώργος Θεοτοκάς, Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Φαίδων Βεγλερής, Ανδρέας Εμπειρίκος, στάθηκαν δίπλα στον κορυφαίο συγγραφέα και φιλόσοφο, σε ένα ευτυχισμένο, αρμονικό συναπάντημα της γαλλικής με την ελληνική σκέψη. Στην πνευματική αυτή ευωχία, που είχα το δύσκολο έργο να διευθύνω, ακούστηκε ο Camus και γύρω μας φτερούγισε το άνθος της πολιτιστικής Ευρώπης: η πορεία του πολιτισμού, αλλά και η βεβαιότητα πως ο πολιτισμός αυτός με τη σκυτάλη της ελληνικής κληρονομιάς στο χέρι θα συνέχιζε τον δρόμο του με βήμα σταθερό. Το αστραφτερό μυαλό του Camus και ο λόγος του, σπίθα δεξιοτεχνίας και πάθους, κράτησαν πάνω από δύο ώρες σε πνευματική διέγερση ένα πλήθος ακροατών, μέσα και έξω από το Ινστιτούτο».

***

Ο Αλμπέρ Καμύ υπήρξε και παραμένει ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους συγγραφείς και διανοητές με διεθνή ακτινοβολία και ευδιάκριτο αποτύπωμα στην λογοτεχνία, το θέατρο και τη φιλοσοφία. Είναι περισσότερο γνωστός για το έργο του «Ο Ξένος», που αποτελεί τη μυθιστορηματική ανάπτυξη της φιλοσοφίας του παραλόγου, της οποίας υπήρξε ένας από τους εισηγητές. Το 1957, τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και τρία χρόνια αργότερα έφυγε από τη ζωή σε τροχαίο δυστύχημα σε ηλικία 47 ετών στην ακμή της δημιουργικότητάς του.

Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε στο Μοντοβί της Γαλλικής Αλγερίας στις 7 Νοεμβρίου 1913. «Μεγάλωσα, όπως όλοι οι άνθρωποι της ηλικίας μου, μέσα στις τυμπανοκρουσίες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και η Ιστορία μας από τότε δεν έπαψε να είναι: φόνος, αδικία, βία».

Ο πατέρας του, ένας φτωχός βιοπαλαιστής που είχε έλθει στην Αλγερία για να κάνει την τύχη του, σκοτώθηκε στον πόλεμο. Η ισπανικής καταγωγής μητέρα του δούλευε ως παραδουλεύτρα για να μεγαλώσει αυτόν και τον μεγαλύτερο αδελφό του. Η οικογένειά του, μετά τον θάνατό του πατέρα του, εγκαταστάθηκε στο Αλγέρι και έζησε σε ένα μικρό δυάρι με τη γιαγιά από την πλευρά της μητέρας του και έναν παράλυτο θείο του.

Παράλληλα με τις σπουδές του ο Καμύ ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και ιδιαίτερα με το ποδόσφαιρο, αλλά μια κρίση φυματίωσης το 1930, έβαλε τέλος στα αθλητικά του όνειρα. Χρόνια αργότερα ενθυμούμενος αυτά που του προσέφερε το ποδόσφαιρο είπε τη γνωστή ρήση: « Στο ποδόσφαιρο χρωστάω όσα ξέρω για ηθική και καθήκον».

Η επιδείνωση της υγείας του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το ανθυγιεινό διαμέρισμα στο οποίο έμεινε για 15 χρόνια και να ζήσει μόνος του κάνοντας διάφορες δουλειές για να επιβιώσει. Την ίδια χρονιά γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Αλγερίου, από την οποία αποφοίτησε το 1936 με μια εργασία για τη σχέση της ελληνικής και χριστιανικής σκέψης στα κείμενα του Πλωτίνου και του Αυγουστίνου.

Στην πρωτεύουσα της Αλγερίας σφυρηλάτησε την προσωπικότητά του και πραγματοποίησε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα. Εκεί ένιωσε τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και σε ηλικία 21 ετών παντρεύτηκε την πρώτη γυναίκα του, τη Σιμόν Ιέ, από την οποία γρήγορα χώρισε, επειδή ο ένας απατούσε τον άλλον. Εκεί πολιτικοποιήθηκε μέσα από τις τάξεις του Κ.Κ. Γαλλίας, αλλά γρήγορα και εδώ διαχώρισε τη θέση του και διαγράφηκε ως τροτσκιστής. Στο Αλγέρι άρχισε να δημοσιογραφεί ως πολιτικός συντάκτης και λογοτεχνικός κριτικός και εκεί έγραψε τα πρώτα του έργα.

Ζώντας στη Γαλλία, συμμετείχε στην αντίσταση κατά της Γερμανικής Κατοχής και κατά τη διάρκειά της, εξέδωσε το πρώτο σπουδαίο έργο του, το μυθιστόρημα «Ο Ξένος» (1942). Πρόκειται για μια έξοχη σπουδή στην αλλοτρίωση του ανθρώπου του 20ου αιώνα, μέσα από το πορτρέτο ενός «ξένου» καταδικασμένου σε θάνατο όχι τόσο επειδή πυροβόλησε έναν Άραβα, αλλά επειδή αρνείται να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της κοινωνίας. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε το φιλοσοφικό του δοκίμιο «Ο Μύθος του Σίσυφου», που αναλύει μία αντίληψη του παραλόγου. Το ίδιο χρονικό διάστημα παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τη μαθηματικό Φρανσίν Φορ, η οποία του χάρισε δύο κόρες. Όπως και με την Ιέ, δεν υπήρξε το πρότυπο του πιστού συζύγου.

Ο Καμύ εξέδωσε και άλλα σημαντικά έργα, όπως τα μυθιστορήματα «Η πανούκλα» (1943) και η «Πτώση» (1956), το θεατρικό «Καλιγούλας» (1944) και το δοκίμιο «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (1951), που προκάλεσε σκληρές διαμάχες μεταξύ των μαρξιστών της εποχής του. Τον Απρίλιο του 1955 βρέθηκε στην Αθήνα και συμμετείχε σε εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο για «Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού», που δεν είναι άλλο από μια Ευρώπη με ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά, όπως υποστήριξε.

Το 1957, βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας σε ηλικία μόλις 44 ετών και έγινε έτσι ο νεότερος συγγραφέας που είχε τιμηθεί μέχρι τότε με το επίζηλο βραβείο. Τρία χρόνια αργότερα, στις 4 Ιανουαρίου 1960, το νήμα της ζωής του κόπηκε απότομα, όταν έπεσε θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος. Αργότερα θα γίνει γνωστό ότι ο Καμύ έλεγε συχνά στους φίλους του «πως δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από τον θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα».

 

Στο κέντρο της φωτογραφίας, η Λητώ Κατακουζηνού και ο Αλμπέρ Καμύ

 

Το Σίγρι

Το Σίγρι είναι χωριό της Λέσβου που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νησιού, 94 χιλιόμετρα από τη Μυτιλήνη. Σήμερα αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του νέου Δήμου Λέσβου ενώ παλαιότερα ανήκε στον Δήμο Ερεσσού – Αντίσσης. Ο πληθυσμός του είναι 333 κάτοικοι (απογραφή 2011). Στο Σίγρι βρίσκεται το απολιθωμένο δάσος, το οποίο ανήκει στο Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO.

Η παρουσία των νησίδων Νησιώπη και Σεδούσα μπροστά από το χωριό δημιουργεί ένα φυσικό λιμάνι.

Η ονομασία Σίγρι πιθανότατα προέρχεται από το Βενετικό Siguro, το οποίο σημαίνει ασφαλές, δηλαδή ασφαλές λιμάνι. Οι Ρωμαίοι το θεωρούσαν ασφαλές από τις συνεχόμενες επιδρομές των πειρατών. Στις μέρες μας επικράτησε το Σιγούριον και κατόπιν η επίσημη ονομασία, η οποία είναι Σίγριον.

Ιστορία

Η πρώτη γραπτή αναφορά του χωριού γίνεται από τον Στράβωνα, δεν είναι όμως εξακριβωμένο πότε δημιουργήθηκε οικισμός στην περιοχή.

Μετά τον 14ο αιώνα εντοπίζεται οργανωμένη κοινότητα, η οποία όμως κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω των πολλών επιθέσεων από πειρατές ερημώθηκε αρκετές φορές. Το 1667 το Σίγρι λεηλατήθηκε από τον πειρατή Georgio Maria Vitali. Το 1757 ο Σουλεϊμάν Πασάς κατασκεύασε κάστρο, το οποίο διατηρείται μέχρι και σήμερα. Πιθανολογείται ότι στο ίδιο σημείο υπήρχε οχυρωματικό έργο των Γατελούζων. Την ίδια εποχή λειτουργούσε υδραγωγείο, Τζαμί, σχολείο, χαμάμ καθώς και αγωγός που μετέφερε το νερό από παρακείμενη πηγή. Το 1789 το κάστρο διέθετε φρουρά εκατό ανδρών που είχαν στη διάθεσή τους διακόσια κανόνια. Το 1823 οι Ψαριανοί επιχείρησαν επιδρομή κατά του χωριού, μετά όμως την αποχώρησή τους οι Οθωμανοί προχώρησαν σε διώξεις του χριστιανικού πληθυσμού. Κατά το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας το Σίγρι κατοικείτο από Τούρκους, ενώ Έλληνες εγκαταστάθηκαν μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα.

Με την απελευθέρωση το 1912 παύει το κάστρο να υφίσταται ως τουρκικό στρατόπεδο και περνάει στα χέρια των συμμάχων, που και το χρησιμοποιούν ως βάση ανεφοδιασμού κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αργότερα με την ανταλλαγή πληθυσμών οι Τούρκοι κάτοικοι εγκαταλείπουν το Σίγρι και εγκαθίστανται σε αυτό ‘Ελληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Κυρίως εγκαταστάθηκαν κάτοικοι από το χωριό Χουχλιά (σήμερα Tuzla) το νησί Πασαλιμάνι στη θάλασσα του Μαρμαρά, την Τένεδο και τη Φώκαια και λιγότερο από την περιοχή της Σμύρνης, την Πάνορμο και την Αρτάκη και την Κωνσταντινούπολη ή άλλες περιοχές.

Οι πρόσφυγες κάτοικοι έχουν παράδοση στη ναυτιλία και την αλιεία και τα εμπορικά πλοία των Σιγριανών οργώνουν το Αιγαίο μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε καταρρέουν οι μικρές αυτές επιχειρήσεις. Την περίοδο 1950 – 1960 αρκετοί κάτοικοι μεταναστεύουν στην περιοχή των Αθηνών, αλλά και σε Αυστραλία, ΗΠΑ και Καναδά.

Τον Ιούνιο του 1959 επισκέφθηκε το Σίγρι με το σκάφος του εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρ ο τιμημένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Αλμπέρ Καμύ. Ο Καμύ, γοητευμένος από το τοπίο και συγκλονισμένος από τους ανθρώπους, δήλωσε: «Αργότερα, όταν αράξαμε στο Σίγρι, μαγεύτηκα από τη γραφική λιτότητα του τοπίου, τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και το μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στο βυθό. Εδώ θέλω να ‘ρθω να ζήσω και να εργαστώ. Είναι ο τόπος των θεών!».

Απολιθωμένο Δάσος

Το Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου αποτελεί ένα από τα ωραιότερα και σπανιότερα σε παγκόσμια κλίμακα μνημεία της γεωλογικής κληρονομιάς. Δημιουργήθηκε πριν από περίπου 20 εκατομμύρια χρόνια, όταν ηφαιστειακά υλικά κάλυψαν και απολίθωσαν το δάσος που κάλυπτε τότε την περιοχή. Η Ελληνική Πολιτεία αναγνωρίζοντας τη μεγάλη περιβαλλοντική, γεωλογική και παλαιοντολογική αξία του Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου, το ανακήρυξε «Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης» (ΠΔ 443/1985).

Οι πρώτες αναφορές για το Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα. Από τότε το Απολιθωμένο Δάσος κίνησε το ενδιαφέρον πολλών περιηγητών και μελετητών. Οι επιστήμονες που μελέτησαν το Απολιθωμένο Δάσος αναφέρονται με θαυμασμό στη μοναδικότητά του και στη μεγάλη επιστημονική του αξία που διατηρήθηκε σε άριστη κατάσταση ως τις μέρες μας.

 

 

Το Μουσείο

Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου ιδρύθηκε το 1994 με σκοπό την μελέτη, προστασία, συντήρηση και ανάδειξη του Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου, που αποτελεί ένα διατηρητέο φυσικό μνημείο με παγκόσμια αναγνώριση.

Η έδρα του Μουσείου βρίσκεται στον οικισμό Σίγρι της Δυτικής Λέσβου, στο κέντρο της προστατευόμενης περιοχής του Απολιθωμένου δάσους και στεγάζεται σε ένα σύγχρονο κτίριο 1600 m2. Το Μουσείο λειτουργεί ως Ν.Π.Ι.Δ. εποπτευόμενο από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, και αποτελεί το πρώτο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας που ίδρυσε η Ελληνική Πολιτεία.

Το Μουσείο βραβεύθηκε με το Eurosite management award 2001, για την ανάδειξη και διαχείριση του Απολιθωμένου Δάσους. Είναι ιδρυτικό μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Γεωπάρκων. Το 2004 εντάχθηκε στο Παγκόσμιο Δίκτυο Γεωπάρκων της UNESCO.

  • Διαβάστε επίσης:

Το ελληνικό καλοκαίρι του Καμί

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
695ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art