Τι σημαίνει η ανάληψη πολιτικής ευθύνης; Tι γράφει ο Συνταγματολόγος Δ. Τσάτσος

Τι σημαίνει ανάληψη πολιτικής ευθύνης σύμφωνα με το Σύνταγμα;
Ας δούμε τι προκύπτει ως νομική υποχρέωση από το άρθρο 85 του Συντάγματος που ορίζει ότι:
«Tα μέλη του Yπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Yφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Kυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Yπουργών. Σε καμία περίπτωση η έγγραφη ή προφορική εντολή του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν απαλλάσσει τους Yπουργούς και τους Yφυπουργούς από την ευθύνη τους».
Σύμφωνα με την ερμηνεία του κορυφαίου Συνταγματολόγου Δ.Τσάτσου, […ο καταλογισμός πολιτικής ευθύνης σε μέλος της Κυβέρνησης ή στην κυβέρνηση συλλογικά, είτε η ομολογία πολιτικής ευθύνης, συνεπάγεται την πτώση, την παραίτηση της κυβέρνησης, όπως ως νομική υποχρέωση προκύπτει από το άρθρο 85 του Συντάγματος…]  και ενεργοποιείται με το άρθρο 84, δηλαδή την κοινοβουλευτική διαδικασία παροχής ή μη ψήφου εμπιστοσύνης.

  • Για όσους δεν γνωρίζουν ο Δημήτρης Θ. Τσάτσος (1 Μαρτίου 1933 – 24 Απριλίου 2010) ήταν Έλληνας πανεπιστημιακός, από τους κορυφαίους συνταγματολόγους της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του Θεμιστοκλή Τσάτσου, δικηγόρου, βουλευτή και αδελφού του μετέπειτα Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τσάτσου, και της Αννίτας Αλευρά. Σπούδασε νομική και πολιτικές επιστήμες στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Χαϊδελβέργης, ενώ σε ηλικία μόλις 27 ετών ανακηρύχθηκε διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από το 1958 ως το 1964 υπήρξε επιμελητής στη Νομική Σχολή της Χαϊδελβέργης και την περίοδο 1964-1965 εργάστηκε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ (Max-Planck Institut). Το 1968 εκλέχτηκε υφηγητής στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Βόννης, στο οποίο και δίδασκε και υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών. Λόγω της Χούντας των Συνταγματαρχών δεν επετράπη ο διορισμός του. Το 1969 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αλλά πάλι δεν του επετράπη να διδάξει. Το 1970 εκλέχτηκε μόνιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, ενώ το 1973 φυλακίστηκε από τη δικτατορία. Το 1975 εξελέγη τακτικός καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ.

Με την πτώση της δικτατορίας έγινε υφυπουργός Εθνικής Παιδείας στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κάθαρση της παιδείας από τους συνεργάτες της δικτατορίας. Το 1975 ήταν εισηγητής της αντιπολίτευσης για το νέο σύνταγμα της Ελλάδας. Το 1974 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου.

Από τον Οκτώβριο του 1993 μέχρι τον Ιούνιο του 1994 διατέλεσε ειδικός σύμβουλος για θέματα Θεσμών στο Πολιτικό Γραφείο του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ για τα επόμενα δέκα χρόνια, από τον Ιούνιο του 1994 μέχρι τον Ιούνιο του 2004, χρημάτισε ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ.

Δίδαξε επίσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χάγης. Ήταν ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων (1988-1992). Το 1995 τιμήθηκε με το πολιτιστικό Βραβείο Ευρώπης. Τιμήθηκε επίσης με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα των πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης, Κρήτης και Πελοποννήσου. Μάλιστα, σύμφωνα με τον καθηγητή Αντώνη Μανιτάκη: «Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ειδικά η Νομική Σχολή είχε την τύχη να τον συγκαταλέξει στα μέλη της, αφού σε αυτήν ξεκίνησε την πανεπιστημιακή του καριέρα ως τακτικός καθηγητής της έδρας του Γενικού Δημοσίου Δικαίου 1974, πλάι στον Αριστόβουλο Μάνεση που κατείχε στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου. Η Νομική διένυε τότε την πιο ένδοξη περίοδο της ιστορίας της. Το Τμήμα Νομικής αναγνωρίζοντας τη σημαντική προσφορά του στην ελληνική και ευρωπαϊκή επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου τον ανακήρυξε το 2003 επίτιμο διδάκτορα».