Τάσος Λειβαδίτης, Επίλογος

 

Ήταν ένας νέος ωχρός. Καθόταν στο πεζοδρόμιο.
Χειμώνας, κρύωνε.
Τι περιμένεις; του λέω.
Τον άλλον αιώνα, μου λέει.

“Που να πάω”

Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά… αλλά ποιος σήμερα ν’ αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

“Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν”

Αλλά μια μέρα δεν άντεξα.
Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.
Όχι, μου λένε.
Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.

“Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι”

Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά…
Τι έχετε, μου λένε.
Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,
μ’ αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.

“Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν’ ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη.”

Κύριε, μάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ
“μια μικρή ανεμώνη.” έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.
Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ’ όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους.
Ήτανε πάντοτε αλλού.

Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

“Sos, Sos, Sos, Sos
Φυσάει απόψε φυσάει,
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω από τις γέφυρες φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Φυσάει απόψε φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Δώσ’ μου το χέρι σου φυσάει,
δώσ’ μου το χέρι σου

Ο Τάσος Λειβαδίτης συγκαταλέγεται στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ερωτικός, επικός και βαθιά επαναστατικός. Γεννημένος το 1922, έζησε και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο. Αριστερός, κυνηγημένος και πάντα υπερασπιστής της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Στην ποίησή του πρωταγωνιστούν οι έρωτες. Ποιο έρωτες; Μα αυτοί που δεν είχαν ποτέ ελπίδα. Οι ανέφικτοι, οι οδυνηροί. Ίσως, γιατί μόνο μέσα από αυτό που δεν ολοκληρώνεται μπορούμε να συνεχίσουμε να αναζητούμε. Ίσως, γιατί απλά, κάποιοι έρωτες δεν υπήρξαν για να τα καταφέρουν.

Ο λόγος του είναι πολιτικός, καταγγελτικός. Σημασία έχει ο άνθρωπος. Αγκαλιάζει την ήττα του και τον συγχωρεί. Συχνά περνάει από το τρίτο πρόσωπο της αφήγησης στο πρώτο, ταυτιζόμενος έτσι με τον αναγνώστη. Επιδιώκει τον εξαγνισμό των περιθωριοποιημένων της κοινωνίας. Ζητιάνοι, πόρνες, μέθυσοι, έκπτωτοι, όλοι είναι φίλοι του και όλοι έχουν θέση στην ποίησή του. Το έργο του χαρακτηρίζεται από έντονους συμβολισμούς. Υπάρχει η επανάληψη θρησκευτικών, χρονικών συμβολισμών “κα εγένετο εσπέρας κα εγένετο πρωίας, ημέρα πρώτη”. Κάτι που αυτόματα μας παραπέμπει στη Γένεση. Καθώς και “εξημέρωσε και βράδιασε, ημέρες σαράντα και επτά και τρία”. Αριθμοί ιεροί για την ορθοδοξία. Συνήθως, χρησιμοποιεί αυτούς τους συμβολισμούς  όταν διηγείται τις ημέρες της εξορίας και των βασανισμών του. Έντονα υπερρεαλιστής, ειδικά, όταν μιλάει για τον εγκλεισμό του στη φυλακή και τους συντρόφους του. Τονίζει την αλληγορική σημασία των λέξεων και παρομοιάζει τον αγώνα ενός μικρού ζωυφίου να καταφέρει να αναρριχηθεί στον τοίχο του κελιού για να φτάσει το παράθυρο να δει τον ουρανό. Και όσο γλιστράει και πέφτει κάτω τόσο έχει χρέος να ξαναπροσπαθήσει. Όπως, ο λαός, που δεν πρέπει να σταματήσει τον καλό αγώνα.

Μετά το 1945 και τη Συμφωνία της Βάρκιζας, ελευθερώνεται. Όχι, όμως για πολύ. Αρνείται να υπογράψει δήλωση μετανοίας, ξανά συλλαμβάνεται και οδηγείται στον Άι Στράτη. Γράφει το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Το περιεχόμενο θεωρείται ανατρεπτικό και το 1955 δικάζεται για υποκίνηση επανάστασης και υπονόμευση της δημοκρατίας. Στο δικαστήριο θα βρεθούν στο πλευρό του πολλές προσωπικότητες των τεχνών και των γραμμάτων. Όταν τον καλούν στο βήμα βγάζει έναν πύρινο λόγο και ο μόνος τρόπος να τον κάνουν να σωπάσει είναι να τον αθωώσουν. Μα, δεν σώπασε. Μέχρι και το τέλος της ζωής του συνεχίζει να υπερασπίζεται τους αδύναμους και φυσικά τον ίδιο… τον έρωτα.

Ο Τάσος Λειβαδίτης υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων» και έχει λάβει το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1976 για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα») και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1979 για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας»).

Πέθανε στις 30 Οκτωβρίου 1988, στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».
Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Σερβικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινεζικά και Αγγλικά.

  • Edvard Munch – Separacao, 1896