Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου
Πρόσφατα είδα τα έργα ενός ζωγράφου που διακρίνεται για κάτι ολότελα δικό του. Toν γνώρισα και θεώρησα ειλικρινές χρέος μου να τον επαινέσω για τη ζωγραφική του, τη γεμάτη λάμψη και διαύγεια. Όμως ο Κώστας Σπηλιωτόπουλος ζει κάπου που δεν φτάνει ο έπαινος. Κάπου απόμερα και υπεράνω. Στη χώρα των ονείρων, στο βασίλειο της φαντασίας, στον κόσμο του πόνου. Μοιάζει να καίγεται και να αναλώνει τον εαυτό του. Δεν ταυτίζεται απλώς με ό, τι απεικονίζει αλλά το απορροφά μέσα του. Βλέποντας κανείς τους πίνακές του ξαναμαθαίνει να παρατηρεί, να εξιδανικεύει, να κατευθύνει τη συνείδησή του. Τα τρυφερά και συνάμα απεγνωσμένα πρόσωπα συνοδεύονται από μια κραυγή βγαλμένη από τα βάθη της ψυχής, σαν το πνεύμα τους να εμπλέκεται στα δίχτυα μιας πραγματικότητας που το ξεπερνά. Η τέχνη του Κώστα Σπηλιωτόπουλου, εντυπωσιακή και δυναμική, στηρίζεται από ένα ασκητικό ιδεώδες. Στο έργο του διακρίνεται αγάπη και γαλήνη, έρωτας και πάθος, θλίψη και μοναξιά, εκρηκτικότητα και ζωντάνια. Με τολμηρή αμεσότητα αναδεικνύει ανθρώπινα σώματα, αισθαντικές γυναίκες, μυστικά κλειδιά, μουσικά όργανα, ουράνια σώματα, καπέλα, χωράφια, θάλασσες και ουρανούς. Άφθαρτη κι απόκοσμη ομορφιά είναι η πατρίδα του, την οποία με ελευθερία και μεγαλείο υπηρετεί. Γιατί ο ρόλος του ζωγράφου δεν είναι να περιγράφει πιστά το θέμα του αλλά να δίνει ανάσα στα πράγματα, εσωτερική ενέργεια στο χρώμα, να εκφράζει, να προκαλεί στοχασμό για τη ζωή. Και ο Κώστας, με την αθωότητα στην καρδιά, αναγνωρίζοντας πως η μεγάλη τέχνη είναι ένα ακριβό και ριψοκίνδυνο τίμημα, δέχεται να μας τα προσφέρει όλα αυτά με καλλιτεχνική γενναιοδωρία.
Διαβάστε τη συνέντευξη.
* Γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο πατέρας μου ήταν από τον Πύργο Ηλείας και η μητέρα μου από τον Βόλο. Οι αναμνήσεις που έχω από τα παιδικά μου χρόνια, είναι ότι ήμουνα ένα ζωηρό παιδί που αγαπούσε τη ζωγραφική, το σκάκι και τον αθλητισμό.
Ως παιδί, αγαπούσατε να ζωγραφίζετε;
* Αγαπούσα πολύ να ζωγραφίζω. Το πρώτο μου έργο το έκανα στην πρώτη Δημοτικού. Έκανα μια γριούλα πάνω σε μια καρέκλα και μάλιστα η δασκάλα του Δημοτικού με κατσάδιασε γιατί νόμισε ότι το ζωγράφισε η μητέρα μου. Χρειάστηκε η επέμβαση της μητέρας μου για να πιστέψει ότι λέω αλήθεια.
Με τι καλλιτεχνικά ερεθίσματα μεγαλώσατε;
* Από μικρός λάτρευα τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, τον Μιχαήλ Άγγελο και τον Ραφαήλ. Ζωγράφιζα ώρες και αντέγραφα τα αναγεννησιακά έργα τους. Στην πορεία όμως μεγαλώνοντας στράφηκα στο μοντερνισμό και αγάπησα όλους τους μοντέρνους καλλιτέχνες: Πικάσο, Βαν Γκογκ, Νταλί. Ειδικά ο Βαν Γκογκ υπήρξε ένας καλλιτέχνης που τον λάτρευα για τον ιδιοφυή εξπρεσιονισμό του μαζί με την εξαιρετική ευφυΐα του Πικάσο, που τον θεωρώ τον πνευματικό μου πατέρα.
Σας δελέασε ποτέ κάποια άλλη τέχνη ή επιστήμη;
* Ασχολήθηκα μικρός πολύ με το σκάκι και τον αθλητισμό. Μάλιστα το όνειρό μου ήταν να γίνω επαγγελματίας αθλητής του μπάσκετ κάτι το οποίο ήμουνα πολύ κοντά στο να πραγματοποιήσω αλλά οι βουλές της μοίρας με έστρεψαν στη ζωγραφική.
Δίπλα σε ποιους δασκάλους μαθητεύσατε και τι συμβουλές κρατήσατε από αυτούς;
* Δάσκαλοι για μένα ήταν ο Αλέξανδρος Παπακωνσταντίνου και για κάποιο διάστημα ο Μιχάλης Βελούδιος. Οι συμβουλές τους ήταν για μένα, να είμαι ο εαυτός μου και να συνεχίσω να έχω την προσωπική μου προχωρημένη ζωγραφική σκέψη.
Ξεκινώντας, σε ποιους μεγάλους ζωγράφους στρέψατε το βλέμμα σας;
* Βαν Γκογκ, Πικάσο.
Η ζωγραφική είναι η τέχνη της παραπλάνησης;
* Η ζωγραφική είναι επιτακτική ανάγκη για έκφραση και κάποιοι ζωγράφοι όπως είμαι και εγώ, έχουν τη βαθύτερη ανάγκη να αποτυπώνουν στον καμβά μόνο αλήθειες χωρίς καμία διάθεση παραπλάνησης.
Όταν έρχεται η ώρα να αποχωριστείτε ένα έργο σας, πώς νιώθετε;
* Όταν ζωγραφίζω ένα έργο ξέρω καλά πως είμαι ένας παθιασμένος εργάτης της τέχνης. Η επιθυμία μου είναι να δοξάσω το άναρχο πνεύμα της τέχνης, αυτό που κατοικεί στον ουρανό και κατευθύνει τους καλλιτέχνες. Ταυτόχρονα θέλω το έργο μου να προστατευθεί και να πάει σε άξια φιλότεχνα χέρια.
Όταν ζωγραφίζετε τι αισθήματα κυριαρχούν;
* Όταν ζωγραφίζω, η ψυχή μου είναι γεμάτη πάθος και πόνο. Μεγάλο πάθος και πόνος με κατακλύζουν, γιατί ξέρω καλά πως η προσπάθεια του Μεγάλου έχει ακριβό και ριψοκίνδυνο τίμημα.
Έχετε επιλέξει μια θεματολογία αμιγώς ανθρωποκεντρική. Αυτό τι μαρτυρεί;
* Αυτό μαρτυρεί πως η ζωγραφική μου είναι βαθύτερα βιωματική και πως ο πυρήνας, ο βασικός της τέχνης μου, είναι ο έρωτας και η ιδιαίτερη προτίμηση που τρέφω για τη γυναίκα.
Ένας καλλιτέχνης εικαστικός βρίσκεται σε πιο δημιουργική φάση σε συνθήκες κρίσης και πίεσης ή σε συνθήκες ευημερίας;
* Είναι ανάλογα στον καλλιτέχνη. Άλλος καλλιτέχνης μπορεί να αποδίδει καλύτερα στην ευημερία και άλλος σε συνθήκες κρίσης. Πολύ σωστά έλεγε και ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Σβάιχ, ότι ο Ντοστογιέφσκι χρωστάει όλη τη μεγαλοφυΐα του στην αρρώστια ενώ ο Τολστόι στην υγεία του. Το ίδιο συμβαίνει και στους ζωγράφους. Ο Βαν Γκογκ μεγαλούργησε στην τρέλα του, ενώ ο Ματίς μέσα στην ηρεμία του.
Ως λαός αγαπάμε τη σύγχρονη τέχνη;
* Νομίζω ναι, αλλά και πολλοί είναι ακόμα λάτρεις του τοπίου και της κλασικής ζωγραφικής.
Υπάρχει μια γενικότερη εικαστική κουλτούρα σήμερα στη χώρα μας, πέρα από το μάθημα των καλλιτεχνικών στα σχολεία;
* Όχι όσο θα έπρεπε. Στις ξένες χώρες νομίζω ξεχωρίζουν πιο γρήγορα και βοηθάνε τα ταλέντα που ξεπηδάνε στο χώρο τους.
Η Ελλάδα αναφέρεται ως ταξιδιωτικός προορισμός λόγω του αρχαίου πολιτισμού της. Εν τούτοις παράγεται και σήμερα πολιτισμός στη χώρα. Γιατί δεν καταφέρνουμε να τον αξιοποιήσουμε και να τον προβάλουμε;
* Γιατί λείπουν χρήματα από την Ελλάδα αλλά και γιατί ο Έλληνας φαγώνεται εύκολα με τον διπλανό του και δεν οργανώνεται μέσα σ’ ένα πλαίσιο πιο εποικοδομητικό για τη χώρα.
Νιώθετε να σχοινοβατείτε σήμερα ανάμεσα στο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και της ικανοποίησης των καθημερινών προβλημάτων επιβίωσης;
* Από τον οικονομικό παράγοντα καθορίζονται πολλά στη ζωή του ανθρώπου. Ωστόσο εάν ο άνθρωπος αγαπάει βαθιά το πνεύμα, την πνευματικότητα σαν υψηλή κατεύθυνση ζωής, καμία κρίση δεν μπορεί να τον καταβάλει.
Τι κάνει ένα ζωγράφο αναγνωρίσιμο;
* Η προσωπική του ταυτότητα, η ειλικρίνειά του και η έμπνευση στο έργο του.
Πώς βλέπετε τις νέες τεχνολογίες ως εκφραστικά εργαλεία της τέχνης;
* Δεν με αγγίζουν ιδιαίτερα. Νομίζω ότι κάπου η τεχνολογία έβλαψε την τέχνη γιατί την απογύμνωσε από το βαθύτερο συναίσθημά της.
Ποιο είναι το αγαπημένο σας έργο τέχνης;
* Ίσως το τελευταίο έργο του Βαν Γκογκ, μια προσωπογραφία του ίδιου μέσα σ’ ένα φόντο τραγικότητας και ταραχής.
Το αγαπημένο σας ποίημα;
Είναι πολλά του Νίτσε και δεν μπορώ να διαλέξω.
Το αγαπημένο σας αντικείμενο;
* Η μηχανή μου, για να με πηγαίνει βόλτα έπειτα από μια πολύ κουραστική ζωγραφική.
Αλήθεια, έχετε αφήσει ποτέ έργο σας μισοτελειωμένο;
* Ναι. Έχω αφήσει έργα μισοτελειωμένα γιατί νόμιζα πως δεν ήταν πολύ σπουδαία. Αργότερα όμως τα συνέχισα και τα ολοκλήρωσα. Πιστεύω δε πως έγιναν πολύ καλά έργα.
Τι βιβλία διαβάζετε;
* Κυρίως φιλοσοφικά.
Διακρίνετε πολιτισμό στην καθημερινότητα του Έλληνα;
* Ο Έλληνας σήμερα, νομίζω, είναι ο Έλληνας του καφενείου, της ταβέρνας και του ξενυχτάδικου. Αν και πιστεύω ότι η κρίση κάπου τα έχει περιορίσει αυτά. Θεωρώ όμως ότι μόνον ένα 20% των Ελλήνων ενδιαφέρεται πραγματικά για τις τέχνες και τα γράμματα και ασχολείται με αυτές. Αυτό είναι ένα θλιβερό γεγονός, αν σκεφτεί κανείς ότι η Ελλάδα υπήρξε το λίκνο όλων των υπόλοιπων πολιτισμών.
Αγαπάτε τα ζώα; Έχετε κατοικίδιο;
* Πάρα πολύ, παλιά είχα ένα φοβερό λυκόσκυλο, τώρα όχι.

* O Κώστας Σπηλιωτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Παρακολούθησε μαθήματα στα εργαστήρια τέχνης των Αλ. Παπακωνσταντίνου και Μ. Βελούδιου. Έχει κάνει 6 ατομικές εκθέσεις. Έργα του υπάρχουν σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τηλέφωνο επικοινωνίας: 6973024369.
Άρθρο του ιστορικού της τέχνης, Ίωνα Διαμαντόπουλου
Κώστας Σπήλιωτόπουλος. Ο καλλιτέχνης της ελευθερίας και του έρωτα
Ο Κ.Σπηλιωτόπουλος αποτελεί μια εντελώς ξεχωριστή περίπτωση εικαστικού καλλιτέχνη, τόσο για τη διατύπωση της μανιέρας του όσο επίσης και για την αυστηρά προσωπική του γραφή. Πέραν τούτων, η βιωματική προσέγγιση της διαχείρισης του υλικού του αλλά και η θεματολογία του (αμιγώς ανθρωποκεντρική), καταδεικνύουν τη βαθιά αγωνία του δημιουργού που σκοπό του έχει τη μέθεξη του θεατή στα προσωπικά του οράματα. Μέσα από το έργο του Σπηλιωτόπουλου αναδύεται μια άδολη αγάπη για τον άνθρωπο και ένας βαθύς σεβασμός για τα όνειρά του. Οι φιγούρες του θεμελιώνουν την αυτοτέλειά τους πάνω στην ειλικρίνειά τους μέσα από μιαν αφηγηματική προσέγγιση, που αδιαφορεί για τη μορφή και εστιάζεται στο περιεχόμενο, ανασκαλεύοντας το αιώνιο αυτό ερώτημα με έναν τρόπο ευρηματικό αλλά ταυτόχρονα και αφοπλιστικά κατανοητό. Έχοντας διατελέσει επί αρκετά χρόνια μαθητής ενός μετρ του χρώματος και του σχεδίου, όπως είναι ο Αλέξανδρος Παπακωνσταντίνου, ο Σπηλιωτόπουλος αφομοίωσε από το μεγάλο αυτό δάσκαλο τα στοιχεία που του κέντριζαν το ενδιαφέρον και προχώρησε σε ένα αμιγώς προσωπικό μετιέ, που πέραν της καταφανούς αυθεντικότητάς του, ξεχωρίζει για τη ριζοσπαστικότητά του. Η επιλογή της θεματολογίας του, μαρτυρεί έναν καλλιτέχνη που δίνει την προσωπική του μάχη για τα ευγενέστερα των ανθρωπίνων συναισθημάτων, μέσα από έναν κόσμο δομημένο πάνω σε αρχές που επιβάλλει ο ίδιος, εξυφαίνοντας τα όρια της προσωπικής του μυθοπλασίας, σε μια εποχή που όλα τείνουν να είναι απρόσωπα. Αντιστέκεται με παρρησία στις σειρήνες ενός εύκολου εντυπωσιασμού και αναπτύσσει τις διατυπώσεις του βιωματικά και με μιαν αμεσότητα πρωτοφανή. Ο Σπηλιωτόπουλος καταλύει το χώρο γιατί μέσα από τους οραματισμούς του θέλει να αντιπαλέψει το χρόνο. Χωρίς το παραμικρό ίχνος υπαινιγμού, προβάλλει το συναίσθημα ως αιώνιο, υπενθυμίζοντάς μας πως ακόμη και η πραγματικότητα μπορεί να πάρει διαστάσεις ονείρου. Το όνειρο από την άλλη μεριά, δεν δέχεται νόμους στην ανάπτυξή του, ούτε μπορεί να έχει όρια. Ξεδιπλώνεται μέσα σε δρόμους μυστηριακούς, αγνοεί το χρόνο και συχνά εκμηδενίζει τις βασικές αρχές της λογικής. Η ζωγραφική του Σπηλιωτόπουλου μας ξεναγεί με ενάργεια στα πεδία αυτά με έναν τρόπο καταλυτικό για τα συναισθήματά μας και τις νοηματικές μας διεργασίες, χωρίς καμία περιττή προσποίηση. Είναι μια ζωγραφική πραγματική, ειλικρινής και εμπνευσμένη. Γι’ αυτό και είναι μια μεγάλη ζωγραφική!



