Cat Is Art

«Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» – Jean-Michel Guenassia (αποσπάσματα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

«Προτιμώ να είμαι αισιόδοξος και ας σφάλλω, παρά απαισιόδοξος και να έχω πάντα δίκιο…».

«Σήμερα, μετά απ’ ό, τι ακολούθησε, σκέφτομαι πως δεν θα ‘ταν φοβερό ν’ ανάβαμε ένα κερί. Αφού τόσοι άνθρωποι στον κόσμο ανάβουν τόσα κεριά και καντήλια, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι αυτό βοηθάει κι ότι κάθε τόσο, απ’ τις αμέτρητες φλόγες που τρεμοσβήνουν, όλο και κάποια προσελκύει την προσοχή Του ή, πάλι, ότι τις ανάβουμε απλώς για να μη νιώθουμε ολομόναχοι μες στο ανθρώπινο σκοτάδι. Όμως, αν σκεφτεί κανείς πόσες φλόγες άναψε ο άνθρωπος σε ολόκληρη την ιστορία του, τις αναρίθμητες προσευχές και γονυκλισίες, τότε κάλλιστα μπορεί να πει ότι ο Θεός, αν υπάρχει, δεν περιμένει πια τίποτα από εμάς.»
(σελ. 296)

«Η ανάγνωση έχει κάτι το μεταφυσικό. Πριν διαβάσεις ένα βιβλίο, μαντεύεις κατευθείαν αν θα σου αρέσει ή όχι. Το μυρίζεις, το διαισθάνεσαι, αναρωτιέσαι αν αξίζει να του αφιερώσεις τον χρόνο σου. Είναι η αόρατη αλχημεία των σημαδιών πάνω στο χαρτί, που εντυπώνονται στο μυαλό μας. Κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός.»
(σελ. 317)

«Πριν από αρκετά χρόνια, ο Γκόρκι έγραψε στον Ρομαίν Ρολάν: «Κανένας λαός του 20ού αιώνα δεν εξαπατήθηκε». Το να ισχυρίζεσαι «δεν ξέραμε», είναι ένα καθησυχαστικό, συλλογικό ψεύδος. Οι Ρώσοι, όπως οι Γερμανοί, οι Γάλλοι, οι Ιάπωνες, οι Τούρκοι και όλοι οι υπόλοιποι λαοί, ήξεραν τι συνέβαινε στη χώρα τους. Δεν υπάρχουν βλάκες.»
(σελ. 689)

Επιμύθιο: Τα δεινά μας έχουν μία και μόνη αιτία: θεωρούμε τις απόψεις μας ιερές. // Μέχρι πού μπορείς να φτάσει κανείς προκειμένου να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους παρά τη θέλησή τους; // Δεν ήξερα τότε ότι σε μια διαφωνία μπορεί και οι δύο να έχουν δίκιο.// Όπως στο ποδοσφαιράκι: Κάποιους τους σκίσανε, κάποιοι μας σκίσανε. Έτσι είναι η ζωή.

***

Το 1959 ο Μισέλ Μαρινί είναι δώδεκα ετών. Είναι η εποχή του ροκ-εν-ρολ και του Πολέμου της Αλγερίας. Ο ίδιος είναι ερασιτέχνης φωτογράφος, μανιώδης αναγνώστης και θαμώνας τού «Balto», ενός μπιστρό στη λεωφόρο Ντανφέρ-Ροσρώ, όπου συναντιέται με τους φίλους του για να παίξουν ποδοσφαιράκι. Στην πίσω αίθουσα του μπιστρό θα γνωρίσει τον Ίγκορ, τον Λεονίντ, τον Σάσα, τον Ίμρε και την υπόλοιπη παρέα, πολιτικούς πρόσφυγες από τις κομμουνιστικές χώρες. Οι άνθρωποι αυτοί εγκατέλειψαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, τις οικογένειές τους, πρόδωσαν τα ιδανικά και τα πιστεύω τους. Συναντήθηκαν στο Παρίσι, στη Λέσχη σκακιστών που φιλοξενεί η πίσω αίθουσα του «Balto», όπου συχνάζουν επίσης ο Ζοσέφ Κεσέλ και ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Επιπλέον, τους δένει ένα φοβερό μυστικό, που ο Μισέλ τελικά θα το ανακαλύψει. Η γνωριμία με τα μέλη της Λέσχης θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του αγοριού. Γιατί είναι όλοι τους αθεράπευτα αισιόδοξοι.

Πορτρέτο μιας γενιάς, λεπτομερής αναπαράσταση μιας εποχής, γλυκόπικρο χρονικό μιας εφηβείας: ο Jean-Michel Guenassia γράφει ένα μυθιστόρημα που εντυπωσιάζει τόσο με την ευρύτητα του θέματος που πραγματεύεται όσο και με την αυθεντικότητα που αναδίδεται από τις σελίδες του.

***

Μισέλ

Τρόμαζα μήπως πάει χαμένος ο χρόνος μου. Η μόνη ασχολία που μου φαινόταν ωφέλιμη ήταν το διάβασμα. Στο σπίτι κανείς δε διάβαζε πραγματικά.
Εγώ πάλι ήμουν μανιακός αναγνώστης. Διάβαζα αρκετά και για την υπόλοιπη οικογένεια. Το πρωί, με το που άναβα το φως, έπιανα το βιβλίο μου και όλη τη μέρα δεν το άφηνα απ’ τα χέρια.
Διάβαζα στο τραπέζι, κάνοντας έξω φρενών τον πατέρα μου. Διάβαζα καθώς έπλενα τα δόντια μου, αλλά και στην τουαλέτα. Χτυπούσαν πεισματικά την πόρτα για να βγω από το μπάνιο. Διάβαζα ακόμα και καθώς περπατούσα.
Πολλές φορές αργούσα στο σχολείο και μάζευα τις τιμωρίες με το τσουβάλι όταν καθυστερούσα τρεις συνεχόμενες μέρες χωρίς πειστική δικαιολογία. Αρνιόμουν να εξηγήσω στους βλάκες που είχαν αναλάβει την εκπαίδευσή μας ότι αυτές οι καθυστερήσεις ήταν δικαιολογημένες και αναπόφευκτες. Ο φύλακας άγγελός μου με προστάτευε και με καθοδηγούσε. Δεν είχα κουτουλήσει ποτέ σε κολόνα ούτε με είχε χτυπήσει αυτοκίνητο καθώς διέσχιζα το δρόμο, χωμένος κυριολεκτικά μέσα στο βιβλίο μου. Απέφευγα τις ακαθαρσίες των σκύλων που βρόμιζαν τα παριζιάνικα πεζοδρόμια. Δεν άκουγα τίποτα, δεν έβλεπα τίποτα. Περπατούσα λες κι είχα ραντάρ κι έφτανα πάντοτε στο σχολείο σώος κι αβλαβής. Την ώρα των περισσότερων μαθημάτων συνέχιζα την ανάγνωσή μου, με το βιβλίο στερεωμένο ανάμεσα στα πόδια μου. Δεν με έπιασαν ποτέ.

Αυτό ήταν το μειονέκτημα της ψυχανάλυσης: επειδή γνωρίζεις την αιτία του προβλήματος, δε σημαίνει και ότι το λύνεις.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα πως είναι δυνατόν να λες κάτι και να κάνεις το αντίθετο. Να πληγώνεις κάποιον που ορκίζεσαι ότι αγαπάς, να έχεις έναν φίλο και να τον ξεχνάς, να λες ότι έχεις οικογένεια και να την αγνοείς λες και είναι ξένη, να διακηρύσσεις υψηλές αρχές και να μην τις ακολουθείς, να δηλώνεις ότι πιστεύεις στο Θεό και να συμπεριφέρεσαι σα να μην υπάρχει, να θεωρείς τον εαυτό σου ήρωα και να φέρεσαι σαν κάθαρμα.

Μπορείς να προσπαθήσεις να ξεφύγεις απ’ την πραγματικότητα, να κοροϊδέψεις τον περίγυρό σου, να κρυφτείς πίσω απ’ το προσωπείο της αρετής, να στρουθοκαμηλίσεις, να επινοήσεις δικαιολογίες και προσχήματα, να ξεγλιστρήσεις και να κάνεις πίσω. Το μέλλον εξαρτάται απ’ την ικανότητά σου να ελίσσεσαι και η ευτυχία απ’ την ικανότητά σου να λουφάζεις. Όμως η αλήθεια γυρίζει πάντα μπούμερανγκ. Αρνείσαι να το βάλεις στα πόδια και βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού. Αν δεν πηδήξεις, πρέπει να πληρώσεις το τίμημα.

Πιερ

Κάθε μέρα που περνάει βεβαιώνομαι όλο και περισσότερο ότι η δημοκρατία δεν είναι παρά μια απάτη που επινόησε η αστική τάξη για να έχει τον μόνιμο έλεγχο του συστήματος.Πρέπει να τα τινάξουμε όλα στον αέρα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς συζήτηση. Οι ατομικές ελευθερίες είναι παγίδες και χίμαιρες. Τι να την κάνεις την ελευθερία της έκφρασης, αν παίρνεις έναν μισθό πείνας και ζεις σε συνθήκες εξαθλίωσης; Μπορείς να λες ελεύθερα τι σκέφτεσαι, ν’ απολαμβάνεις τις λεγόμενες θεμελιώδεις ελευθερίες της ψευτο-δημοκρατίας και η ζωή σου να ‘ναι κόλαση. Έγιναν επαναστάσεις και πόλεμοι. κυβερνήσεις ανατράπηκαν. Τίποτα δεν αλλάζει. Οι πλούσιοι παραμένουν πλούσιοι και οι φτωχοί παραμένουν φτωχοί. Τα θύματα της εκμετάλλευσης είναι πάντοτε τα ίδια. Η μόνη ελευθερία που πρέπει να παραχωρούμε στους πολίτες είναι η οικονομική ελευθερία. Πρέπει να επιστρέψουμε στα θεμελιώδη: «Στον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Περισσότερο από ποτέ, σημασία έχει μόνο η οικονομική εξουσία κι αυτή πρέπει ν’ ανακτήσουμε. Δε θα γίνει ειρηνικά, αλλά με τη βία. Τόσο το χειρότερο αν πρέπει να εξοντώσουμε και πάλι τους υποστηρικτές της κρατούσας τάξης πραγμάτων. Όσο δεν κάνουμε μια νέα επανάσταση και δεν καρατομούμε αυτούς που έχουν σφετεριστεί την οικονομική εξουσία, θα ‘μαστε απλώς όλο λόγια. Οι εκλογές είναι παγίδες για τους μαλάκες.

Ιγκόρ

Όταν εγκατέλειψα την ΕΣΣΔ, πριν από δέκα χρόνια, δεν είχα προετοιμάσει την αναχώρησή μου. Χρειάστηκε να φύγω ξαφνικά. Παράτησα τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου, τη δουλειά μου. Το αποφάσισα μέσα σ’ ένα λεπτό. Ή θα έφευγα επιτόπου ή θα με οδηγούσαν στο απόσπασμα.
Κανείς μας δε μιλάει για την οικογένειά του. Τη σκεφτόμαστε κάθε μέρα και ώρα. Δεν έχουμε καμιά ελπίδα να την ξαναδούμε. Είναι ανέφικτο, μη ρεαλιστικό, επικίνδυνο. Γι’ αυτό δε λέμε κουβέντα. Την κρατάμε φυλαγμένη σε μια γωνία του μυαλού μας. Δεν περνάει λεπτό που να μην αναρωτιέμαι τι κάνουν η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ξέρω ότι κι εκείνοι με σκέφτονται και μου είναι αβάσταχτο.

 

 

Ο Ζαν-Μισέλ Γκενασιά (Jean-Michel Guenassia) γεννήθηκε στο Αλγέρι το 1950. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος. Έχει γράψει σενάρια και θεατρικά έργα και έχει εκδώσει τρία βιβλία, το «Pour cent millons» (1986, βραβείο αστυνομικού μυθιστορήματος Michel Lebrun), τη «Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» όπου απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές, πούλησε πάνω από 200.000 αντίτυπα, τιμήθηκε με το βραβείο Γκονκούρ που απονέμουν οι μαθητές λυκείου και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και «Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ».

Εκτύπωση
eirini aivaliwtou«Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων» – Jean-Michel Guenassia (αποσπάσματα)

Related Posts