Γεώργιος Σουρής: Πρωτοχρονιά του 1885 στην εφημερίδα «Ασμοδαίος»

471

Η Πρωτοχρονιά
Του Γεωργίου Σουρή
1η Ιανουαρίου 1885 από την εφημερίδα «Ασμοδαίος»
*
Ρωμαίικη παράδοσις
*
Χειμώνας, νύχτα, βροχή, κρύο.
Ενας ρωμηός χωρίς παρά
Κάθηται ʽς ένα καφενείο
Συλλογισμένος φοβερά

*

Ξάφνου σηκώνει το κεφάλι,
Και του ξεφεύγει ένα Α!!
Με ρουχʼ αλλόκοτα και κάλλη,
Σαν οπτασία, σα σκιά,

*

Ψηλή γυναίκα εμπρός του στέκει.
Και τον κυττάζει τρυφέρα.
“Τι θέλεις από με, κυρά;”
Θέλει να πη, αλλά τα μπλέκει.

*

Τον πιάνει φόβος. Πάει να φύγη.
Αλλά να φύγη δε ʽμπορεί
Τρίβει τα μάτια του, τʼ ανοίγει,
Μα πάλι ʽμπρος του τη θωρεί.

*
Από μετάξʼ η φορεσιά της
Και από τράπουλας χαρτιά.
Κάτου ʽς το πάτωμα η ουρά της
Ξεσέρνεται, μακρυά, πλατειά.

*

Στους ώμους της διπλώνει ταίρι
Φτερά διαμαντοπλουμιστά,
Με χάρις το ʽνα της το χέρι
Ενα χρυσό ραβδί βαστά.

*

Και ʽς τάλλο της κρατεί ζεμπίλι
Οπού μʼ ασήμʼ είνε φκιαστό,
Ολο γεμάτο ως τα χείλη
Βαρύ βαρύ, αλλά κλειστό.

*

Μα τι παρέξενη ωραιότης,
Και τι θωριά αστραφτερή!
Ανάμεσα ʽς το μέτωπό της,
Οπως ʽς των Τούρκων τα Ουρί

*
Λάμπει ένα κάρβουνο αναμμένο,
Ενα ρουμπίνι μαγικό!
Και λέει ʽς το νιό το σαστισμένο
Μʼ ένα χαμόγελο γλυκό:

*

“Εγώ ʽς ταις μοίραις ειμʼ η πρώτη,
Πάντα χιλιόπλουτη και νιά.
Με χαιρετούν χαραίς και κρότοι,
Εγώ είμαι η πρωτοχρονιά.

*

Άλλους πλουτίζω, άλλους φτωχαίνω
Με ευσπλαγχνία ή μʼ απονιά.
Όλους εδώ σας ξετρελλαίνω
Εγώ είμαι η πρωτοχρονιά.

*

Μα τορʼ αυτά πώχω για σένα
Ποτέ καμμιά της γης γωνιά,
Κανείς δεν τάειδε αραδιασμένα,
Εγώ είμαι η πρωτοχρονιά!

*

Πες μου τι θές να σου χαρίσω,
Αγαπημένο μου παιδί;
Λέγε. μου φτάνει να σʼ εγγίσω
Με το χρυσό μου το ραβδί!

*

Θες να γλεντήσης ʽς το Παρίσι;
Θέλεις ʽς την Λόντρα νʼ ακουστής;
Να πας ʽς Ανατολή και Δύσι
Ακούραστος σεργιανιστής;

*

Θέλεις να χάσκουν, καβαλάρης
Οταν περνάς κάθε μεριά;
Στην εμμορφιά να είσαι Πάρις,
Και Οδυσσεύς ʽς την πονηριά,

*

Στην εκκλησία Πατριάρχης,
Αρχιρραβίνος μεσʼ τη χάδρα,
Να γράφης στίχους σαν Πετράρχης,
Να λαχταρά για σε μια Λαύρα;

*

Πες μου τι θέλεις να σε κάνω;
Αυλάρχη, λόρδο, στρατηγό,
Κατακτητή, σοφό, σουλτάνο,
Θησαυροφύλακα, υπουργό;

*

Ότι κι αν θες, μικρό, μεγάλο,
Μπροστά σου θα το ιδής ευθύς,
Φτάνει το χέρι μου να βάλω
Μεσʼ το ζεμπίλι… Τι ποθείς;”

*

Μόλις το στόμα της εκλείσθη
Και μόλις πήρε ανασασμό,
Αυτός λιγάκι εσυλλογίσθη,
Και απαντά:
– Διορισμό!
*
Ο «Ασμοδαίος» ήταν παλαιά εβδομαδιαία σατιρική και γελοιογραφική εφημερίδα που εξέδιδε στην Αθήνα ο Εμμανουήλ Ροΐδης, μαζί με τον Θέμο Άννινο. Κυκλοφόρησε για μια δεκαετία, από το 1875 μέχρι το 1885, με μια μικρή μόνο διακοπή κατά τον Ιούλιο του 1876.
*
Ο Γεώργιος Σουρής (2 Φεβρουαρίου 1853 – 26 Αυγούστου 1919) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας. Χαρακτηρίστηκε ως «σύγχρονος Αριστοφάνης».

Παροιμιώδεις ήταν οι καλλιτεχνικές συγκεντρώσεις, στο σπίτι του Σουρή, επί της οδού Πινακωτών 15 (σημερινή Χαριλάου Τρικούπη). Εδώ βλέπουμε το έργο του Γεωργίου Ροϊλού (1867-1928) «Οι ποιητές» (1919) με τους μεγάλους ποιητές της γενιάς του 1880. Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Αριστομένης Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι: Γεώργιος Στρατήγης, Γιώργος Δροσίνης, Γιάννης Πολέμης, Κωστής Παλαμάς και Γιώργος Σουρής. Το έργο είναι λάδι σε μουσαμά, 130 εκ. x 170 εκ. και ανήκει στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός».