Γιάννης Μόραλης. Παραμένει πάντα ανάμεσά μας…

«Έφυγε» πριν από 10 χρόνια αλλά «κυκλοφορεί» και παραμένει πάντα ανάμεσά μας. Το έργο του είναι πλούσιο, μοντέρνο, κλασικό, αρχαιοπρεπές, αφηρημένο, αισθησιακό και καθημερινό. Στο σταθμό μετρό «Πανεπιστήμιο», στην πλευρά του Χίλτον, στο Μοντ Παρνές, στην Ωκεανίδα της Βουλιαγμένης, μας καλημερίζει.
Ο Γιάννης Μόραλης έσκιζε και πέταγε στα σκουπίδια ό,τι τύχαινε να μην του βγαίνει καλό και ξανάρχιζε να το δουλεύει από την αρχή. Βασική του συμβουλή: «Να μη λυπάσαι τη δουλειά σου όταν αυτή δεν ανταποκρίνεται στις υψηλές απαιτήσεις σου, ή όταν παρεκκλίνει από το στόχο σου»…

 

 

Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων παρακολουθούσε τις κυριακάτικες παραδόσεις ζωγραφικής στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Το 1931, επιτυγχάνοντας στις εισαγωγικές εξετάσεις, ενεγράφη στο προπαρασκευαστικό τμήμα της Σχολής, όπου μαθήτευσε κοντά στο Δημήτριο Γερανιώτη.
Αργότερα φοίτησε στα εργαστήρια του Κωνσταντίνου Παρθένη και του Ουμβέρτου Αργυρού, και από το 1933 παρακολούθησε βραδινά μαθήματα στο εργαστήριο χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού. Το 1936, χρονιά της αποφοίτησής του, εξασφάλισε υποτροφία της Ακαδημίας Αθηνών για σπουδές ψηφοθετικής στο εξωτερικό. Έτσι, τον επόμενο χρόνο έφυγε μαζί με το φίλο του ζωγράφο Νίκο Νικολάου για τη Ρώμη, σύντομα όμως αναχώρησε για να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Εκεί σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, ζωγραφική με τον Charles Guerin και τοιχογραφία με τον Ducos de l` Haille.
Συγχρόνως φοίτησε στην Ecole des Arts et Metiers, παρακολουθώντας μαθήματα ψηφοθετικής. Επέστρεψε στην Ελλάδα με την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, για να στρατευτεί. Το 1947 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο προπαρασκευαστικό τμήμα της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών και δέκα χρόνια αργότερα τακτικός καθηγητής στην έδρα της ζωγραφικής, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 1983.
Τα χρόνια 1959 – 1962 σχεδίασε και εκτέλεσε την εγχάρακτη σύνθεση του εξωτερικού τοίχου του ξενοδοχείου Χίλτον στην Αθήνα.
Ασχολήθηκε επίσης με την κεραμική και την εικονογράφηση.
Το 1964 και το 1968 αντίστοιχα, φιλοτέχνησε τα κοστούμια για τις «Ικέτιδες» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού (παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου) καθώς και τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης «Οιδίπους Τύραννος», που παρουσίασε το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν στο Aldwych Theatre του Λονδίνου, στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Φεστιβάλ Θεάτρου.

 

 

 

Στις διακρίσεις του συγκαταλέγονται το χάλκινο μετάλλιο στην Πανελλήνιο του 1940, το χρυσό μετάλλιο στη Διεθνή Έκθεση Χειροτεχνίας στο Μόναχο το 1973, η εκλογή του ως τακτικού μέλους του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών (1962), το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικα (1979) και το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών (1979). Εξέθεσε για πρώτη φορά ατομικά το 1959 στον Αρμό. Συμμετείχε σε ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις, μεταξύ των οποίων η Μπιενάλε της Βενετίας (1958) και η Μπιενάλε Ταπισερί της Λοζάνης (1965, 1972). Το 1988 πραγματοποιήθηκε αναδρομική έκθεση του έργου του στην Εθνική Πινακοθήκη και ακολούθησε η μεγάλη δωρεά του καλλιτέχνη στο μουσείο. Το 1996 η Ακαδημία Αθηνών οργάνωσε έκθεση προς τιμήν του.
Καλλιτέχνης που επηρέασε καθοριστικά το τοπίο της μεταπολεμικής τέχνης στην Ελλάδα, τόσο με το εικαστικό του έργο όσο και με τη διδασκαλία του, πέτυχε στη ζωγραφική του τη σύζευξη του κλασικού με το μοντέρνο. Αν και ενδιαφέρθηκε για ποικίλες θεματικές κατηγορίες, όπως το τοπίο ή η νεκρή φύση, η δημιουργία του, τόσο στη ρεαλιστική όσο και στη γεωμετρική φάση της, είναι ουσιαστικά ανθρωποκεντρική, με άξονα τον έρωτα και το θάνατο.

***

Ο Γιάννης Μόραλης, γεννήθηκε στην Άρτα, στις 23 Απριλίου 1916 και πέθανε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2009.