Πώς το ανεξάρτητο κίνημα της indie rock έβαλε φρένο στην παντοκρατορία των μεγάλων

Η ίντι ροκ (indie rock) είναι ένα είδος της εναλλακτικής ροκ που έχει τις ρίζες της στις μουσικές σκηνές της δεκαετίας του 1980 στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το όνομά του προέρχεται από την αγγλική λέξη independent που σημαίνει ανεξάρτητος. Αρχικά, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τις ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες και μουσικές παραγωγές της εναλλακτικής ροκ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο όρος “ίντι” ή “ίντι ποπ” άρχισε να χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη μουσική που παράγεται κάτω από τις ταμπέλες “πανκ” και “ποστ-πανκ”. Ορισμένες σημαντικές ίντι ροκ δισκογραφικές εταιρείες ιδρύθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980.

Καθώς Grunge και πανκ μπάντες των Ηνωμένων Πολιτειών, και αργότερα Μπριτ ποπ μπάντες του Ηνωμένου Βασιλείου, εμφανίστηκαν στην καθιερωμένη μουσική σκηνή της δεκαετίας του 1990, αναγνωρίστηκαν εκείνα τα συγκροτήματα που διατηρούσαν μια outsider και underground οπτική. Ο όρος ίντι ροκ συνδέθηκε με μπάντες και είδη που παρέμειναν αφοσιωμένοι στον αρχικό τους ανεξάρτητο χαρακτήρα. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, η ίντι ροκ ανέπτυξε επιμέρους και σχετικά είδη μουσικής όπως lo-fi, noise pop, emo, slowcore, post-rock και math-rock.

Τη δεκαετία του 2000, ως αποτέλεσμα των αλλαγών που συνέβησαν στη μουσική βιομηχανία αλλά και της σημαντικής ανάπτυξης του Διαδικτύου, ορισμένα συγκροτήματα άρχισαν να απολαμβάνουν εμπορική επιτυχία, με αποτέλεσμα να προκύψουν αμφιβολίες για το πόσο είχε νόημα ο όρος “ίντι” που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο μουσικό είδος.

 

 

Το Allmusic χαρακτηρίζει το ίντι ροκ ως ένα είδος που συμπεριλαμβάνει “μια σειρά ποικίλων προσεγγίσεων που δεν είναι συμβατές με τα κυρίαρχα μουσικά στυλ”. Εκπροσωπώντας κάτι περισσότερο από ένα μουσικό είδος, το κίνημα του ίντι ροκ περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα μουσικών κατηγοριών, από πιο σκληροπυρηνικές, επηρεασμένες από τις grunge μπάντες, πειραματικά συγκροτήματα όπως οι Pavement μέχρι punk-folk καλλιτέχνες όπως η Ani DiFranco.

 

 

Στην πραγματικότητα υπάρχει μια ατελείωτη λίστα ειδών και υποκατηγοριών του ίντι ροκ. Πολλές χώρες έχουν αναπτύξει μια εκτενή τοπική ίντι σκηνή, η οποία ακμάζει με τη βοήθεια συγκροτημάτων με επαρκή αναγνωρισιμότητα για να “επιβιώσουν” στην αντίστοιχη χώρα, αλλά ουσιαστικά άγνωστα αλλού. Ωστόσο υπάρχουν, ακόμα, ίντι μπάντες που ξεκινούν την πορεία τους σε τοπικό επίπεδο, αλλά η αναγνωρισιμότητά τους επεκτείνεται σε διεθνείς σκηνές.

Το ίντι ροκ έχει χαρακτηριστεί ως μια αντίδραση στην “αρσενική” κουλτούρα που καλλιεργήθηκε στο εναλλακτικό ροκ, ιδίως μετά την επιτυχία των Nirvana. Το ίντι ροκ διακρίνεται για τον μεγάλο αριθμό γυναικών καλλιτεχνών σε σύγκριση με τα προκάτοχα είδη της ροκ.

 

 

Το να είσαι ανεξάρτητος σήμαινε να μπορείς να υποστηρίζεις οικονομικά την ηχογράφηση και τη διανομή της μουσικής, να λειτουργείς με μικρό προϋπολογισμό και να κάνεις εμπόριο με μια ομάδα από ανθρώπους που είχαν ίδια φιλοσοφία με σένα σε ανεξάρτητα δισκοπωλεία.

Οι πρώτες αντιδράσεις των καλλιτεχνών κατά των μεγάλων δισκογραφικών εταιρειών ήρθαν στη χρυσή εποχή των 60’s. Ήταν τότε που αρκετοί προσπάθησαν να φτιάξουν μικρά και ευέλικτα labels αλλά… δεν επιβίωσαν. Η παντοκρατορία των μεγάλων μπλόκαρε κάθε προσπάθεια προβολής ανεξάρτητων παραγωγών από όλα τα media. Έτσι λοιπόν, το ελάχιστο ποσοστό που επιβίωσε κινήθηκε προς την underground σκηνή. Ειδικά με την Punk μουσική στο Λονδίνο τη δεκαετία του ’80 δημιουργήθηκε πληθώρα τέτοιων νέων μικρών εταιρειών.

 

 

Οι δεκαετίες που ακολούθησαν δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε οι ανεξάρτητοι να οργανωθούν καλύτερα και να πλασαριστούν αντίστοιχα πιο δυναμικά στα μέσα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και με την παντοκρατορία του ηλεκτρονικού φορμάτ Mp3, το τοπίο άλλαξε ολοκληρωτικά. Η τεχνολογία και η εξάπλωση του διαδικτύου παγκοσμίως τσάκισε την μουσική βιομηχανία και βέβαια τα ανεξάρτητα μικρά labels βρήκαν ένα παρθένο έδαφος να παίξουν μπάλα όπως ποτέ άλλοτε. Πλέον για τους μικρούς, η προώθηση σε παγκόσμιο επίπεδο ήταν σχεδόν ανέξοδη και κάπως έτσι αρχίσαμε να βλέπουμε ποιοτικές δουλειές με κόστος ανά κομμάτι, χωρίς έξοδα συσκευασίας, διανομής και διαφήμισης.

To κίνημα διαμόρφωσε μια δική του αισθητική στον τρόπο ζωής που στην πορεία έγινε διαχρονική.