34.8 C
Athens
Κυριακή 23 Ιουνίου 2024

Ο Peter Danish γράφει στο «Broadway World» για το «The Cenci Family» της Ιόλης Ανδρεάδη και του Άρη Ασπρούλη

Η Ιόλη Ανδρεάδη γράφει στη σελίδα της στο Facebook:
Μεγάλη χαρά και βαθιά συγκίνηση για αυτό το νέο. Τo νεοϋρκέζικο «Broadway World», το κορυφαίο site στο κόσμο για το θέατρο, με τους εκατομμύρια καθημερινούς επισκέπτες, δημοσιεύει κριτική για την παράστασή μας με την υπογραφή του διακεκριμένου και πολυγραφότατου Αμερικανού κριτικού και συγγραφέα Peter Danish. Ευχαριστούμε πολύ»!

***

Το «Cenci Family» στο «Tank Theater» από την Ιόλη Ανδρεάδη και τον Άρη Ασπρούλη

Ο θεατρικός κριτικός και συγγραφέας Peter Danish.

Του Peter Danish

«Ένα σύγχρονο έργο από την Ιόλη Ανδρεάδη και τον Άρη Ασπρούλη έκανε πρεμιέρα με εκθαμβωτικό τρόπο στο «The Tank Theater». Βιασμός, φόνος, αιμομιξία, πατροκτονία, πόλεμος ενάντια στον Πάπα! Ένα έργο που σε μια άλλη εποχή θεωρούνταν ακατάλληλο προς ανέβασμα λόγω των ριζοσπαστικών θεμάτων του, ανέβηκε στη Νέα Υόρκη σε μια καθηλωτική νέα παραγωγή.

Οι Έλληνες συγγραφείς Ιόλη Ανδρεάδη και Άρης Ασπρούλης παρουσίασαν μια ολόφρεσκη ματιά πάνω στον κλασικό μύθο, που έχει εμπνεύσει δεκάδες εκδοχές μέσα στους αιώνες, από μεγέθη όπως οι Δουμάς, Σταντάλ, Σέλλεϋ, μια όπερα από τον Χιναστέρα, ακόμη και ένα έργο από τον Άλφρεντ Νόμπελ (περισσότερα γνωστό από τα διάσημα βραβεία με το όνομά του)!

Η εκδοχή αυτή εμπνεύστηκε από τον Αντονέν Αρτώ (περισσότερο γνωστό για τη δημιουργία του Θεάτρου της Σκληρότητας) και σκηνοθετήθηκε από τη συν-συγγραφέα Ιόλη Ανδρεάδη, που έφερε την πέμπτη της παραγωγή στο The Tank Theater τα τελευταία πέντε χρόνια. (2019: «Ίων» του Ευριπίδη, 2022: «Φιλική Εταιρεία, Η Αδελφότητα πίσω από την Επανάσταση», 2023: «Αρτώ / Βαν Γκογκ» και «Κόκκαλο»).

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου.

Το «The Tank» είναι ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα θέατρα στη Νέα Υόρκη που μπορεί να θεωρηθεί ότι παίρνει τολμηρά καλλιτεχνικά ρίσκα, και αυτή η παραγωγή δεν αποτέλεσε εξαίρεση.

Η Νέα Υόρκη φιλοξενεί πάνω από εκατό θεατρικές παραστάσεις του ενός ή του άλλου είδους τη μέρα, οπότε το να δημιουργήσεις μια πραγματικά ξεχωριστή παραγωγή που καθηλώνει με μοναδικό τρόπο τον θεατή δεν είναι καθόλου εύκολο. Εδώ έχουμε ακριβώς μια τέτοια παράσταση.

Ο Θάνος Κόνιαρης.

Το έργο αφηγείται ένα μυθικό γεγονός του δέκατου έκτου αιώνα, μεταφερμένο στο παρόν, σε ένα ως επί το πλείστον οριζόντιο ανέβασμα, σαν μέσα σε κάδρο, που εγκλωβίζει τους ηθοποιούς, σαν τις καρφιτσωμένες πεταλούδες σε τετράδιο συλλέκτη, μέσα σε μια μακρόστενη, αβαθή σκηνή.

Η σκηνοθεσία απαιτεί κάθε δράση να συμβαίνει «in your face», αλλά εκλεπτυσμένη ταυτόχρονα. Η δουλειά του δημιουργικού σχεδιασμού, το σκηνικό, το μέικ απ, τα κουστούμια, και ο φωτισμός, μεταφέρουν με ομορφιά έναν σκληρό και άνισο κόσμο που κρατιέται όρθιος με τη δύναμη της θέλησης.

Όταν ανοίγουν τα φώτα, ακούμε το μουσικό θέμα από τον Χορό των Ιπποτών του Προκόφιεφ, από το μπαλέτο του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (μια ιστορία που προέρχεται από την ίδια χρονική περίοδο, πάνω κάτω, αλλά αποτελεί μια ιστορία με ξεκάθαρους «Βερονέζικους» δεσμούς).

Η ιστορία της παράστασης, βασισμένη σε ένα πραγματικό περιστατικό, αφορά έναν από τους πλουσιότερους ευγενείς της Ρώμης, τον Κόμη Φραντσέσκο Τσέντσι, ο οποίος ενημερώνεται πως πρόκειται να εμπλακεί σε μια υπόθεση φόνου. Ο Πάπας (ο νόμος της Ρώμης κατά τον 16ο αιώνα) στέλνει έναν μισιονάριο, τον Καρδινάλιο Καμίλλο, να ενημερώσει τον κόμη πως ο ρόλος που διαδραμάτισε στον φόνο μπορεί να «ξεπλυθεί» ησύχως, αν ο κόμης είναι διατεθειμένος να παραδώσει το ένα τρίτο της περιουσίας του στην Εκκλησία. Έτσι ξεκινά η αργή κάθοδος στην τρέλα και τη βία.

Ο Τσέντσι, που δεν είναι ο τύπος του ανθρώπου ο οποίος έχει συνηθίσει να υποκύπτει σε απειλές, ακόμη κι αν αυτές προέρχονται από τον Πάπα, συμφωνεί με την παπική προσφορά, αλλά για αντάλλαγμα που θα του παραδώσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της περιουσίας του, διαπραγματεύεται την άφεση αρκετών ακόμη αμαρτιών, οι οποίες ωστόσο δεν έχουν προς το παρόν διαπραχθεί.

Ο Θάνος Κόνιαρης ήταν το απόλυτο κακό ως κόμης Τσέντσι, και οι κινήσεις του δημιουργούσαν εικόνες που τον έκαναν να είναι η δολιότητα προσωποποιημένη.

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου χειρίστηκε τους πολλαπλούς ρόλους της επιδέξια και χωρίς να διακρίνονται οι ραφές, με ένα απόθεμα πάθους αναδυόμενο από τις εκφράσεις του προσώπου της, που έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ.

Η πλοκή διαδραματίζεται επί σκηνής με καθηλωτικό τρόπο καθώς οι ηθοποιοί αντιδρούν με κινήσεις υψηλού στυλιζαρίσματος, ενώ δεν έχουν μεταξύ τους καθόλου οπτική επαφή.
Σύμφωνα με τη σκηνοθέτη Ιόλη Ανδρεάδη, αυτές οι κινήσεις, από τις οποίες προκύπτουν, ως ένα ποικιλότροπο αποτέλεσμα, πόζες που πότε διακρίνονται από χάρη και πότε από μέγεθος, πότε από θηριωδία και πότε από λαγνεία, αναπτύχθηκαν από κοινού με τους ίδιους τους ηθοποιούς.

Η διαδικασία ξεκίνησε από γιόγκα και εξελίχθηκε σε δραματική κίνηση, πριν τελικά να «στηθεί» η ιστορία. Οι κινήσεις αυτές καθαυτές, όπως και οι πόζες και οι στάσεις που προκύπτουν από τις κινήσεις αυτές, σχηματίζουν μία δεύτερη γλώσσα μέσα στην παράσταση, μεταφέροντας ισότιμο μέγεθος πληροφορίας με το ίδιο το κείμενο.

Η Ανδρεάδη έχει φτάσει σε ένα μοναδικά πρωτότυπο σύστημα σκηνοθεσίας, το οποίο είναι ταυτοχρόνως όμορφο και διαφωτιστικό. Το στυλ θυμίζει με πολλούς τρόπους εκείνο του Μπομπ Γουίλσον, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση τόσο αδιαπέραστο. Εκεί που το στυλ του Γουίλσον συχνά στέκεται εμπόδιο στην αφήγηση της ιστορίας, το στυλ της Ανδρεάδη γίνεται μέρος της ιστορίας, απαλά και οργανικά. Επί της ουσίας, το όχημα διά μέσου του οποίου μεταφέρεται η ιστορία, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της συνολικότερης φόρμας της παράστασης.

Το σύστημα της μπαίνει σε σωστή εφαρμογή, καθώς η ιστορία γίνεται ολοένα και πιο μακάβρια. Τα εγκλήματα που έχει κατά νου ο κόμης είναι φρικτά και αποκρουστικά – σχεδιάζει τον αποτροπιαστικό φόνο των δύο του γιων και τη σεξουαλική κακοποίηση της μικρής του κόρης Βεατρίκης.

Η Βεατρίκη σταδιακά γίνεται το επίκεντρο της παράστασης, καθώς φαίνεται πως είναι το μοναδικό πρόσωπο στη Ρώμη που έχει τη θέληση να αντισταθεί στις αποτρόπαιες πράξεις του πατέρα της.

Στο ρόλο της Βεατρίκης, η Ιφιγένεια Καραμήτρου παρέδωσε απλά μια συγκλονιστική ερμηνεία ως η γενναία κόρη που αρνείται να είναι το θύμα. Έχει ενδιαφέρον πως, πιο πολύ εκείνη από τους άλλους παίκτες, υιοθέτησε εξαιρετικά εκφραστικά βλέμματα και κινήσεις των ματιών, για να μετουσιώσει τη βασανισμένη ύπαρξη της Βεατρίκης, και έπειτα την τολμηρή της απόφαση να κινηθεί διά της βίας απέναντι στον πατέρα της, εκδικούμενη τα ελεεινά εγκλήματά του. Η τοξική αντρική βία της ιστορίας διοχετεύεται στη στιγμή της κλιμάκωσης του έργου, που σκηνοθετείται με ένα αψεγάδιαστο στη λεπτομέρειά του σασπένς, και έπειτα απελευθερώνεται και απασφαλίζει, καθώς ξεδιπλώνεται η σχεδόν αναπόφευκτη γυναικοκτονία.

Αξίζει να αναφερθεί πως ο Αρτώ πίστευε ότι το πεδίο ενδιαφέροντος του σύγχρονου θεάτρου είχε γίνει ιδιαιτέρως «στενό», εστιασμένο «στο προσωπικό ψυχολογικό δράμα ενός ατόμου ή στα κοινωνικά προβλήματα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων». Ήλπιζε να σκάψει βαθύτερα, ως το υποσυνείδητο, το οποίο θεωρούσε πως ήταν συνήθως η πηγή για την κακομεταχείριση των ανθρώπων μεταξύ τους.

Η Ιόλη Ανδρεάδη και ο Άρης Ασπρούλης.

Η φύση της σκηνοθεσίας της Ανδρεάδη επιτρέπει ακριβώς μια τέτοια ανάλυση. Όπως ο Αρτώ θεωρούσε ότι το ίδιο το κείμενο του θεατρικού έργου μπορεί να αποτελεί ένα είδος εμποδίου για το «νόημα» και εισηγούνταν, για αυτόν τον λόγο, παραστάσεις φτιαγμένες από μια μοναδική γλώσσα, στο μέσον μεταξύ σκέψης και χειρονομίας, έτσι και η «γλώσσα» της Ανδρεάδη φέρνει την ιστορία στη ζωή με έναν ακόμα πιο ζωντανό τρόπο από αυτόν που θα ήλπιζε να κάνει από μόνο του το κείμενο.

Τα «κάτω κείμενα» που κρύβονται μέσα σε άλλα «κάτω κείμενα» σε αυτή την παράσταση δημιουργούν, το καθένα, μικρά ονειρικά διαλείμματα στην αφήγηση και τη μορφή, γραπώνουν το κοινό και το προσκαλούν να κάνει τις δικές του συνδέσεις – δημιουργώντας μια εντελώς αφομοιωμένη εμπειρία πρόσληψης για τον θεατή.

Αλλά, για να παρουσιάσει κανείς ένα τέτοιο αριστούργημα, πρέπει να έχει ένα πρώτης τάξεως καστ, και η Οικογένεια Τσέντσι το διέθετε αυτό και με το παραπάνω. Το εξαιρετικό καστ των τριών ηθοποιών απεικόνισε αμέτρητους χαρακτήρες επί σκηνής χωρίς να διακρίνεται η παραμικρή ραφή ή προσπάθεια. Μπράβο σε όλη την ομάδα!

Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα, στην Ελλάδα, ως μέρος της θεατρικής σεζόν 2015-2016 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, και έπειτα από την επιτυχία του «The Artaud Diptych» την περασμένη άνοιξη, το «The Tank» πήρε την απόφαση να συνεχίσει τη σχέση αυτή εντάσσοντας το «The Cenci Family» στο φετινό του ρεπερτόριο, και εμείς, οι Αμερικανοί θεατές, είμαστε οι ωφελημένοι, από την συνεργασία.

Αυτό είναι το πρωτοποριακό θέατρο της υψηλότερης κατηγορίας.

Επικίνδυνο και τολμηρό. Κάτι παραπάνω από απλώς «Αβάν Γκαρντ». Είναι διαχρονικό και σύγχρονο ταυτόχρονα. Είναι το είδος του θεάτρου που σε κάνει να κάθεσαι στην άκρη της καρέκλας σου και να του προσφέρεις όλη σου την προσοχή.

Ας ελπίσουμε πως η συνεργασία του The Tank με αυτούς τους δημιουργούς θα συνεχιστεί και θα μας φέρει πολλές ακόμη τέτοιες καρποφόρες παραγωγές».

***

Σκηνοθεσία: Ιόλη Ανδρεάδη
Συγγραφείς: Ιόλη Ανδρεάδη & Άρης Ασπρούλης
Παίζουν: Κωνσταντίνα Τάκαλου, Ιφιγένεια Καραμήτρου, Θάνος Κόνιαρης.
Σχεδιασμός Σκηνικού και Κοστουμιών: Δήμητρα Λιάκουρα
Video Trailer & Video Stills: Μιχαήλ Μαυρομούστακος
Φωτογράφος: Σταύρος Χαμπάκης
Διευθυντής Παραγωγής: Ορέστης Τάτσης
Εταιρεία Παραγωγής: ΡΕΟΝ

***

Οι παραστάσεις της “The Cenci Family” στη Νέα Υόρκη πραγματοποιήθηκαν χάρη στην ευγενική χορηγία από το «Ίδρυμα Γεωργίου και Βικτωρίας Καρέλια».

Το δημοσίευμα στο Catisart.gr στις 12 Μαΐου 2024.

***

Peter Danish
Broadwayworld.com
20 May 2024

***

Review: THE CENCI FAMILY at The Tank
A new play by Ioli Andreadi and Aris Asproulis premiers in stunning fashion at The Tank Theater.
By: Peter Danish

«Rape, murder, incest, parricide, war against the Pope! A play that was not considered stageable in its day due to its radical themes arrived in New York in a stunning new production.

Greek playwrights, Ioli Andreadi and Aris Asproulis presented a fresh take on the classic legend, which has inspired dozens of versions over the centuries by no less than, Alexander Dumas, Stendahl, Percy Shelley, an opera by Ginastera, and even a drama by Alfred Nobel (better know for the famous prizes in his name)!

This version was inspired by Antonin Artaud (known most famously for his creation of the Theater of Cruelty) and was directed by co-playwright, Andreadi, who has brought her fifth production to the Tank Theater in the last 5 years. (2019: “Euripides ION”, 2022: “Filiki Eteria. The Brotherhood behind the Revolution”, 2023: “Artaud / Van Gogh” and “Bone”. The Tank Theater is one of the few companies left in New York that can be counted on for pushing the envelope, and this production was no exception.

New York City hosts over a hundred dramatic performances of one form or another every single day, so it is no mean feat to produce a true stand-out, uniquely engaging production. This play is just such a production.

The play chronicles a legendary event from the 16th century, set in the present, in a mostly flat, frame-like staging, trapping the actors, like pinned butterflies in a pressing, in a wide but narrow, depthless stage. The staging demands that all the action is “in-your-face,” but compressed at the same time. The creative design work, set design, makeup, costume, and lighting, beautifully render a cruel and uneven world that’s held together through force of will.
As the lights come up, we hear the strains of Prokofiev’s “Dance of the Knights” from his ballet, “Romeo and Juliet” (R&J is from the same time period, more or less, but is a story with decidedly “Veronese” ties). The story, based on a true incident, concerns one of Rome’s wealthiest noblemen, Count Francesco Cenci, who is informed that he is about to be implicated in a murder. The Pope (the law of 16th century Rome) sends an emissary, Cardinal Camillo to inform the count that his role in the murder can be quietly whitewashed, if the count is willing to turn over one-third of his property to the Church. Thus begins a slow descent into madness and violence.

Cenci, not the sort of man used to being shaken down, even by the Pope, agrees to the Pope’s offer, but in exchange for surrendering such a large portion of his fortune, he negotiates absolution for several more, yet to be committed sins.
Thanos Koniaris was pure evil as the count, and his movements conjured up images of malevolence personified.
Konstantina Takalou handled countless roles deftly and seamlessly, with a seemingly never-ending supply of pathos-filled facial expressions.

The intrigue plays out in gripping fashion as the actors react in highly stylized movements, while never making eye contact. According to director Andreadi, these movements, resulting, variously, in poses that range from graceful and stately, to ferocious and lecherous, were developed in concert with the actors themselves. The process began with yoga and developed into dramatic movement, finally blocking the story. The movements themselves, as well as the postures and stances they result in, become a second language within the play, conveying as much information as the text itself.

Andreadi has arrived at a uniquely original system that is, at once, beautiful and illuminating. The style is in many ways reminiscent of Robert Wilson’s, but not nearly as concrete. Where Wilson’s style frequently gets in the way of the storytelling, Andreadi’s style becomes part of the storytelling, smoothly and organically. In essence, the vehicle for conveying the story becomes an intrinsic part of the overall gestalt of the play.

The system is put to good use as the story gets more and more lurid. The crimes the count has in mind are ghastly and gruesome – he plans the grisly murder of his two sons, and the sexual violation of his young daughter Beatrice.

Beatrice slowly becomes the play’s focal point as she seems to be the only person in Rome willing to stand up to her father’s horrendous acts.
In the role of Beatrice, Ifigeneia Karamitrou delivered a simply riveting performance as the courageous daughter who refuses to be a victim. Interestingly, more so than the other players, she employed exceptionally expressive eyes and eye movements to convey Beatrice’s tortured existence, then her bold determination to dispatch her father for his despicable crimes. The story’s toxic masculine violence is funneled into the play’s climactic moment, which is staged with pitch-perfect suspense, then released, as the almost inevitable femicide unfolds.

It’s worth mentioning that Artaud believed that the focus of modern theatre had become too narrow, concentrating primarily on “the psychological suffering of individuals or the societal struggles of specific groups of people”. He wished to dig deeper into the subconscious, which he considered was frequently the source of most people’s mistreatment of one another. The nature of Andreadi’s direction allowed for just such analysis.

Just as Artaud considered the actual play text to be a kind of barrier to “meaning,” and advocated rather for performances created from a unique language, halfway between thought and gesture, Ms. Andreadi’s “language” brings the story to life in more vivid fashion than text alone could hope to do. The play’s layers within layers, each featuring tiny dream-like gaps in narrative and form, engage the audience and invite them to make the connections themselves – creating a completely integrated audience experience.

Finally, to pull off such a feat, one must have a first-rate cast, and The Cenci Family had that in spades. The extraordinary cast of three portrayed countless characters seamlessly, and effortlessly. Bravos across the board!

The play was originally staged in Athens, Greece, as part of the Michael Cacoyannis Foundation’s 2015-2016 theater season, and after the success of “The Artaud Diptych” project last spring, the Tank made the decision to continue the relationship with “THE CENCI FAMILY”, and we are the beneficiaries of the collaboration.

This is cutting Edge Theater of the highest order.

Dangerous and daring, it’s more than simply Avant Guard, it is timeless and contemporary at the same time – the kind of theater that makes you sit up on the edge of your seat and pay attention.

Here’s hoping the collaboration with the Tank continues and has many more such fruitful productions».

Director Ioli Andreadi
Playwrights: Ioli Andreadi & Aris Asproulis
Set & Costume Design: Dimitra Liakoura
Photographer: Stavros Habakis
Video Trailer & Video Stills: Michael Mavromoustakos
Production Manager: Orestis Tatsis
Production Company: Reon
***

«The Cenci Family» performances at The Tank theater in New York were made possible by the kind sponsorship of the «George and Victoria Karelias Foundation».

***

Μεγάλη επιτυχία για την «Cenci Family» της Ιόλης Ανδρεάδη και του Άρη Ασπρούλη στη Νέα Υόρκη

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -