Του Παναγιώτη Μήλα
[email protected]
Την είδα τον Αύγουστο του 2014 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Ήταν μετά τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου. Οι αρμόδιοι εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά στα 60 χρόνια λειτουργίας του θεάτρου, δεν επέτρεπαν στους θεατές να πλησιάσουν στα καμαρίνια για να συγχαρούν τους ηθοποιούς. Η πολιτισμένη -θέλω να πιστεύω- ένταση ξεπεράστηκε από τη στιγμή που εμφανίστηκε ως από μηχανής Άγγελος, μια εντυπωσιακή μελαχρινή κοπέλα. Συναντηθήκαμε και πάλι αργότερα στο Λυγουριό, στον κλασικό “Λεωνίδα”. Είχε φτάσει εκεί με τους συντελεστές της παράστασης. Συζητήσαμε, χωρίς ακόμη να έχω αντιληφθεί ποια είναι… Με ρώτησε αν υπήρχε κάποιος λόγος που εκείνη θα έπρεπε να με γνωρίζει. Της απάντησα αρνητικά. Ήμουν απλώς ο σύζυγος της συζύγου μου… Κι εκείνη ήταν η συγκλονιστική αγγελιαφόρος της παράστασης. Την είδα ξανά στο “Bios” της οδού Πειραιώς, στις αρχές Οκτωβρίου του 2014. Τότε (!) διαπίστωσα ότι το όμορφο μελαχρινό κορίτσι της Επιδαύρου ήταν η κεντρική ηρωίδα στο έργο «4.48 Ψύχωση» της Σάρα Κέιν, σε σκηνοθεσία της Άντζελας Μπρούσκου. Την παρακολουθούσα να υποστηρίζει με πάθος τον εσωτερικό διάλογο μιας γυναίκας που πονά, άλλοτε σαρκάζοντας και άλλοτε σωπαίνοντας, πάντα συγκινώντας. Ένα είδος ανταπόκρισης από κείνη την περιοχή του μυαλού που πολλοί πιστεύουν ότι δεν θα προσεγγίσουμε ποτέ. Καθηλωτική, μαγνητική, αμυντική και μαχητική ταυτόχρονα, μια λέαινα τραυματισμένη, άρα επικίνδυνη. Γεμάτη δυναμισμό, στοργή και αγριότητα, με την κάμερα της παράστασης να καταγράφει ανελέητα κάθε σύσπαση του εκφραστικού της προσώπου, κάθε ίχνος οδύνης, κάθε σημάδι οργής. Οι συναντήσεις μας έκτοτε άρχισαν να γίνονται πιο τακτικές, γιατί πλέον κρίνονταν απαραίτητες. Η επόμενη έγινε στη σκηνή «Κατίνα Παξινού» του θεάτρου “Rex”, στα «Πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ» και πάλι σε σκηνοθεσία Άντζελας Μπρούσκου. Έπαιζε με ψυχή. Ήταν η πιστή Μαρλένε. Αφοσιωμένη, στωική, καρτερική, μια βουβή υπηρέτρια για όλες τις δουλειές, ένας τέλειος σκλάβος… Απόλυτα εναρμονισμένη στο ρόλο της, με το βλέμμα χαμηλωμένο, ταπεινή και ταπεινωμένη, ερωτευμένη και ερωτεύσιμη. Στην όψη της αντίκριζες όλους τους σκλάβους της Ιστορίας καθρεφτισμένους, όλη την υπομονή, όλη την ανεκτικότητα. Μετέτρεπε τη σωματικότητα σε φράση. Κινείτο ανάμεσα στους θεατές και στα δρώμενα, ανάμεσα στα πρόσωπα και έξω από τα πρόσωπα. Μόνο που, όπως κανείς δεν είναι δεδομένος, έτσι και η Μαρλένε στο φινάλε έκανε την επανάστασή της. Μια ακόμα σπουδαία ερμηνεία από την Παρθενόπη Μπουζούρη. Άλλες δύο φορές συναντηθήκαμε: Στο Γκάζι και στο εστιατόριο «Butcher», όπου συζητήσαμε μέσα σε ένα φασαριόζικο -εκείνο το βράδυ- περιβάλλον. Ευτυχώς το μικροφωνάκι – “ψείρα” «έσωσε» όλα όσα μου είπε και που θα διαβάσετε παρακάτω και είμαι βέβαιος πως θα βρείτε ενδιαφέροντα. «Κλείσαμε» κάνοντας ένα ραντεβού στο Μοναστηράκι και στη γύρω περιοχή για τη φωτογράφιση της συνέντευξης. Κάθε φορά ρουφούσα τα λόγια της. Σπούδασε γεωπόνος αλλά από την καλλιέργεια της γης επέλεξε τελικά την καλλιέργεια του πνεύματος μέσω της τέχνης. Ηθοποιός, σκηνοθέτις, δασκάλα, συνιδρύτρια της ομάδας “Θέατρο Δωματίου”. Γυναίκα με αυτοπεποίθηση, ευφυΐα, άποψη, σοβαρότητα, πειθαρχία, γοητεία, θετικότητα και απίστευτο πάθος για τη δουλειά της. Άνθρωπος δίκαιος και δοτικός. Στην περίπτωση αυτής της συνέντευξης φρονώ ότι ο πρόλογος είναι περιττός. Αρκεί μόνο να έχει κανείς τις αισθήσεις του σε εγρήγορση για να απολαμβάνει κάθε λέξη, ακόμη και κάθε ανάσα, ακόμη και κάθε σιωπή της Παρθενόπης Μπουζούρη. Είτε αυτή βρίσκεται στη σκηνή, είτε διδάσκει, είτε συζητά. Η επόμενη συνάντησή μας, που την περιμένω ανυπόμονα ως θεατρόφιλος, θα γίνει στο ιστορικό Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Εκεί όπου ανεβαίνει «Το τελευταίο αίμα» του Παντελή Πρεβελάκη, στο πλαίσιο της θεματικής «Ο κύκλος του αίματος», ένα τολμηρό και βαθιά ελληνικό κείμενο. Εκεί όπου η Παρθενόπη θα μας συναρπάσει για ακόμα μια φορά.
Διαβάστε τη συνέντευξη.
Φωτογραφίες: cat is art
Παναγιώτης Μήλας: Αρχίζουμε το μικρό μας ταξίδι από τον Βορρά. Ας πάμε στην Ξάνθη.
* Παρθενόπη Μπουζούρη: Έμεινα εκεί μέχρι που τελείωσα το σχολείο, το λύκειο.
Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε σε μια πόλη και σε μια περιοχή που είναι πολύ γνωστή για το αστικό αλλά και το βιομηχανικό της περιβάλλον.
* Από τα χρόνια αυτά και με τα χρόνια αυτά δεν έχω επαφή. Έχω όμως αφηγήσεις. Η πόλη έχει τον επιχρωματισμό ενός παρελθόντος. Υπάρχουν τα κτίσματα, υπάρχει η παλιά πόλη, αλλά η σύγχρονη πόλη δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν της και την ιστορία της. Ελάχιστοι άνθρωποι αυτής της πόλης γνωρίζουν την πολιτιστική της κληρονομιά. Είναι μια πολύ όμορφη πόλη με δάσος και με ανοιχτούς χώρους. Είναι ωραίο να μεγαλώνεις σε επαρχία. Είμαι ένα παιδί που έπαιξε πολύ. Το εξάντλησα το παιχνίδι. Το τερμάτισα…
Χορτάσατε δηλαδή το παιχνίδι…
* Έπαιξα μέχρι μεγάλη. Δεν βιάστηκα να ενηλικιωθώ. Νομίζω ότι ακόμα ενηλικιώνομαι. Σίγουρα όμως έπαιξα πολύ και όταν πέρασα στην εφηβεία -που τα κορίτσια, τα αγόρια και οι άνθρωποι φεύγουν από την παιδικότητα και πρέπει να σταματήσουν να παίζουν- εγώ έψαξα έναν τρόπο να συνεχίσω. Για μένα το παιχνίδι ήταν και είναι συστατικό ζωτικής σημασίας. Οπότε έκανα αθλητισμό και συνέχισα να παίζω. Ασχολήθηκα με το μπάσκετ που κι αυτό είχε μέσα του τη χαρά της ομαδικότητας, του συναγωνισμού και της εξάσκησης. Αυτό είχε για εμένα μεγάλη αξία.
Υπήρχαν συμπαίκτες και τότε και σήμερα.
* Ναι, κυρίως αυτή είναι η αίσθηση που έχω. Όλα αυτά έχουν μια κοινή συνιστώσα, ότι ζεις ένα χρόνο, συλλαμβάνεις ένα χρόνο, που είναι ο χρόνος ο παραδείσιος. Είναι το παρόν. Είναι ο χρόνος της παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά δεν βιώνουν ούτε το παρελθόν που δεν έχουν, ούτε το μέλλον. Βιώνουν ένα παρόν, αν μέσα στο παιχνίδι υπάρχει μόνο το παιχνίδι, το ίδιο και σε έναν αθλητή όταν αγωνίζεται υπάρχει μόνο αυτό κι αυτό είναι ένας τρόπος όχι να μη μεγαλώνεις αλλά να μη γερνάς. Αυτό βέβαια όταν είσαι πολύ μικρός δεν το καταλαβαίνεις αλλά … Αυτό ήταν μια ανάμνηση που έχω. Πολλή αλάνα. Πολλή γειτονιά, καθόλου φόβος. Χωρίς φόβο ξανοιγόμασταν. Με ποδήλατα…
Έχετε αδέλφια;
* Έχω έναν αδελφό μεγαλύτερό μου. Ακόμα ζει εκεί. Κι ο πατέρας μου ζει εκεί.
Εκτός από το παιχνίδι, τι άλλο σας έδινε χαρά;
* Αυτό της χαράς και του παιχνιδιού ήταν το ένα στοιχείο της ζωής μου τότε. Το άλλο ήταν ότι ανακάλυψα πολύ νωρίς τα βιβλία, οπότε μέσα στα βιβλία άρχισα να ανακαλύπτω ότι υπήρχε ένας καινούργιος κόσμος που ήταν τελείως πραγματικός για παιδάκι.
Ποιος σας έδειξε αυτόν τον κόσμο;
* Κάποια στιγμή εκεί στην 4η Δημοτικού, με παρέλαβε μια δασκάλα, νεαρή, πολύ νεαρή. Βέβαια στα δικά μου τα ματιά φαινόταν μεγάλη, αλλά ήταν μόλις 26 χρονών και τρομερά ορεξάτη. Αυτή καθόρισε πολλά πράγματα στη ζωή μου. Τη λένε Ειρήνη Καραπατή. Ζει, εργάζεται και προσφέρει ακόμα. Αυτή η γυναίκα μου έμαθε πολλά πράγματα και κυρίως μου έμαθε πώς να ψάχνομαι, πώς να μελετώ, πώς να ανοίγω το μυαλό μου. Μου έδινε συνέχεια κίνητρο. Έβλεπε ότι ήθελα κι άλλο κι άλλο και μου έδινε…
Αυτό το έκανε μόνο για σας;
* Το έκανε για όλα τα παιδιά που έβλεπε ότι τραβάνε και το κάνει ακόμα. Το κάνει ακόμα επειδή είναι μια εκπαιδευτικός όπως θα έπρεπε να είναι όλοι οι συνάδελφοί της. Μόνο τέτοιοι άνθρωποι θα έπρεπε να γίνονται εκπαιδευτικοί. Ορκισμένοι για να προσφέρουν γνώση. Μάλιστα η μεγάλη χαρά της κυρίας Καραπατή ήταν και είναι να κάνει τα παιδιά να αλλάζουν. Να τα κάνει να ανακαλύπτουν τον κόσμο. Έτσι λοιπόν αφού διάβασα όλα τα βιβλία που υπήρχαν στη σχολική βιβλιοθήκη με έπιασε από το χέρι μαζί με όλη την τάξη και μας πήγε στη μεγάλη βιβλιοθήκη της πόλης. Μας έμαθε να βγάζουμε κάρτες και να ψάχνουμε στα βιβλία τότε που δεν υπήρχαν οι υπολογιστές. Μας είπε: Ό, τι θέλετε να βρείτε και δεν ξέρετε πού να το βρείτε είναι εκεί μέσα στις σελίδες αυτών των βιβλίων. Μας έμαθε να αγαπάμε τα βιβλία και να τα χρησιμοποιούμε εποικοδομητικά. Είναι μια σπουδαία δασκάλα που της χρωστάω πολλά.
Μετά την καλλιέργεια του νου ας πάμε στην Ανωτάτη Γεωπονική. Ήταν από την αρχή η πρώτη σας επιλογή; Και πώς από την καλλιέργεια των φυτών επιλέξατε τελικά την καλλιέργεια των ψυχών μέσω της τέχνης;
* Η Γεωπονική, λοιπόν. Είχα μεγάλη ευκολία στις θετικές επιστήμες κι αυτό με οδήγησε στη Γεωπονική. Ακόμα και τώρα οι επιστήμες μου δείχνουν το δρόμο για να σκέφτομαι και να αντιμετωπίζω μεθοδικά κάθε πρόβλημα και κάθε δυσκολία. Στην επαρχία που μεγάλωσα δεν είχα άλλες επιλογές. Δεν είχα δει ποτέ θέατρο, όπως και τώρα δεν βλέπουν αφού δεν υπάρχει πρόσβαση.
Αλήθεια πότε είδατε για πρώτη φορά θέατρο;
* Όταν άρχισα να σπουδάζω στη Θεσσαλονίκη. Πηγαίναμε στο Κρατικό Θέατρο. Τότε είχα πρώτη επιλογή μου το Φυσικό. Όμως δεν μπήκα. Δεύτερη επιλογή είχα τη Γεωπονική, όπου και τελικά πέτυχα. Ήταν πολύ ιδεαλιστικό το να ασχοληθώ με τη διατροφή των ανθρώπων μιας και αυτό ήταν το βασικό θέμα και πιστεύω πως είναι και θα είναι για πάντα. Είναι οπωσδήποτε μια ενδιαφέρουσα επιστήμη. Όμως, όταν πήγα στο πανεπιστήμιο βίωσα μια βαθιά απογοήτευση.
Τι προβλήματα αντιμετωπίσατε στο Πανεπιστήμιο;
* Ήταν βρώμικο, ήταν χαοτικό, οι καθηγητές ήταν κλειστοί και ενώ ήθελα να μάθω πράγματα εκείνοι μου έλεγαν: «Πάρε αυτό να το περάσεις πιο εύκολα. Αυτό άστο, μην το πάρεις, είναι δύσκολο». Βρέθηκα έτσι μέσα σε ένα «νεκρό» εκπαιδευτικό κέντρο που άρχισε σιγά σιγά να μην έχει ενδιαφέρον για μένα. Πήγαινα κι έδινα μαθήματα και τα πέρναγα, οπότε άρχισα να βαριέμαι. Και ξαναγύρισε η ανάγκη μου για… παιχνίδι. Επέστρεψα λοιπόν στον αθλητισμό αφού γεννήθηκε πάλι η ανάγκη μου να μπω σε αυτό που λέγεται παιχνίδι. Δεν ήξερα όμως πώς να μπω και να το κατακτήσω.
Τότε είναι που βρήκατε το θέατρο;
* Ναι, αφού όμως πρώτα τέλειωσα τη Γεωπονική. Δεν συνέχισα όμως γιατί είναι μια Σχολή που έχει πέντε ειδικότητες. Μέχρι το δεύτερο έτος είναι γενικά και στο τρίτο έτος έχει πέντε κλάδους: Φυτική παραγωγή, ζωική παραγωγή, οικονομικά, αρδεύσεις και τρόφιμα – χημεία. Ακολούθησα αυτό που ήθελε τις λιγότερες παρουσίες, τα «Οικονομικά», όπου πήγαινα, έδινα τα μαθήματα και τελικά πήρα το πτυχίο. Κυρίως για την οικογένεια… Είχα ήδη περάσει τα μισά μαθήματα και θα ήταν ήττα αν δεν ολοκλήρωνα. Δεν ήθελα να τους αφήσω το πτυχίο αφού είναι πάντα χρήσιμο. Παράλληλα όμως είχα μπει και στη Δραματική Σχολή…
Πήγατε σε Δραματική Σχολή της Θεσσαλονίκης;
* Όχι, ήρθα εδώ στην Αθήνα, στη Σχολή Βεάκη. Εδώ και γνώρισα κατευθείαν την Άντζελα Μπρούσκου πριν μπω καν στη σχολή. Τη γνώρισα μέσω ενός φίλου, του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, που κάνει ντοκιμαντέρ, γράφει βιβλία, κάνει μεταφράσεις από τα γιαπωνέζικα. Βρέθηκα λοιπόν με την Άντζελα, σε κατάληψη της Σχολής Καλών Τεχνών και παρακολούθησα εκείνη την ημέρα μια πρόβα του Δημήτρη Παπαϊωάννου και της Αγγελικής Στελλάτου. Ήταν το τελευταίο τραγούδι του Στράους, κι έμεινα άφωνη. Εδώ είμαστε. Δηλαδή μπήκα το ’90 μέσα στο Κτήριο Καλλιτεχνών, έτσι λεγόταν, και ξεκινήσαμε με την Άντζελα πρόβες για τον «Μισάνθρωπο» πριν καν μπω στη Σχολή. Τελικά η παράσταση δεν έγινε και η Άντζελα μου είπε: «Πήγαινε στη Σχολή. Καλό είναι να την τελειώσεις». Πήγα λοιπόν στη Σχολή Βεάκη και ενώ ήμουν στο δεύτερο έτος κάναμε τελικά τον «Μισάνθρωπο». Ήταν το 1994 όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε μαζί. Τότε κάναμε και την Ομάδα Θεάτρου Δωματίου.
Από τη Δραματική Σχολή θυμάστε κάποιο δάσκαλο;

* Ναι, έχω ένα δάσκαλο τον οποίο θυμάμαι με πολλή αγάπη. Μπήκα στη Σχολή με το πνεύμα του αθλητή και το πνεύμα του επιστήμονα. Βρέθηκα όμως αντιμέτωπη με το χάος. Οι περισσότεροι καθηγητές δεν ήταν όπως είναι τώρα που σπουδάζουν αλλά ήταν εμπειριστές. Ήξεραν δηλαδή τον τρόπο που έπαιζαν αυτοί και προσπαθούσαν να σου τον διδάξουν ώστε να κάνεις το ίδιο. Εγώ «κλωτσούσα» σε αυτό πάρα πολύ γιατί ήθελα να βρω το δικό μου δρόμο. Ήθελα να μάθω να παίζω, όχι να μάθω να παίζω όπως αυτοί. Εκεί, λοιπόν, στο Θέατρο Τέχνης, είχα ως δάσκαλο και τον Δημήτρη Οικονόμου που «έφυγε» νωρίς, το 2010. Ήταν εξαιρετικός ηθοποιός αλλά και μοναδικός δάσκαλος. Από τα χρόνια της Σχολής κρατάω αυτόν. Και μιας και μιλάμε για τον Δημήτρη Οικονόμου να πω εδώ ότι τελειώσαμε τη Σχολή δέκα κοπέλες. Ξεκινήσαμε τριάντα άτομα και μείναμε 10. Τότε έδιωχναν από τις Σχολές δεν είναι όπως τώρα που όλους τους βλέπουν ως πελάτες. Προς τιμήν της δηλαδή η Σχολή τότε έδιωχνε κόσμο. Όταν πίστευε πως δεν κάνεις για το επάγγελμα, σε έδιωχνε.
Τι άλλο έχετε κρατήσει από τον Δημήτρη Οικονόμου;
* Εκτός από το γεγονός ότι ήταν ένας πάρα πολύ καλός ηθοποιός ήταν και ένας πάρα πολύ καλός δάσκαλος. Γιατί μπορεί να είσαι ένας πάρα πολύ καλός ηθοποιός αλλά να μην είσαι καλός δάσκαλος. Να μην έχεις το εργαλείο, το όργανο, την τεχνική να διδάξεις, γιατί η υποκριτική δεν διδάσκεται. Η τεχνική της διδάσκεται. Με την υποκριτική συναντιέσαι όπως και με τη μουσική, αλλά πρέπει να μάθεις για την τεχνική πράγματα τα οποία πολύ λίγοι ξέρουν να διδάξουν. Ο Οικονόμου είχε έναν τρόπο, ένα εργαλείο, το οποίο μας το έμαθε. Μετά έψαξα κι άλλους δασκάλους, κι άλλα εργαλεία αυτής της δουλειάς κι ακόμα ψάχνω.
Στο Θέατρο Δωματίου που είναι ένας κλειστός χώρος, μπορέσατε να βρείτε ανοιχτά παράθυρα;
* Τον όρο «Θέατρο Δωματίου» τον εμπνευστήκαμε από τον Στρίντμπεργκ και από τη Βιρτζίνια Γουλφ. Ένα θέατρο δωματίου είχε ιδρύσει ο Στρίντμπεργκ. Όταν τα θέατρα στις αρχές του αιώνα ήταν τεράστια, πεντακοσίων και περισσοτέρων θέσεων, ο Στρίντμπεργκ για να καταφέρει να διεισδύσει σε πιο εσωτερικές περιοχές της ψυχής μίκρυνε τα θέατρα κι έκανε το πρώτο Θέατρο Δωματίου το οποίο ήταν διακοσίων θέσεων. Αυτό μας άρεσε και η μεταφορά, ότι δηλαδή χρειάζεσαι για να εμβαθύνεις κάτι πιο μικρό και πιο κλειστό σαν σχήμα και πιο προστατευμένο. Το δεύτερο σημείο της έμπνευσης ήταν το δοκίμιο της Βιρτζίνιας Γουλφ που λέγεται «Ένα δικό σου δωμάτιο». Σε αυτό μιλάει για τις γυναίκες και τη λογοτεχνία και λέει ότι το πρώτο γυναικείο επάγγελμα ήταν της συγγραφέως όπου μετά τη Βικτωριανή Εποχή οι γυναίκες για να το εξασκήσουν δεν χρειάζονταν παρά μόνο ένα δικό τους δωμάτιο και πεντακόσιες λίρες το χρόνο. Με είχε συγκινήσει βαθιά αυτό και νομίζω ότι για να παράξεις ένα θέατρο ουσίας χρειάζεσαι ένα δικό σου δωμάτιο και πεντακόσιες λίρες το χρόνο. Τώρα βέβαια δεν έχουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο…
Γιατί το λέτε αυτό;
* Γιατί αυτή τη στιγμή, από το 2010 και μετά, έχουν κοπεί οι επιχορηγήσεις. Η τέχνη είναι αφημένη στην τύχη της και είμαστε έρμαια της αγοράς. Όποιος επιβιώσει λοιπόν με όποιον τρόπο επιβιώσει και όλοι κυνηγάμε τα εισιτήρια.
Οι επιχορηγήσεις ήταν κάτι που διευκόλυνε, που προωθούσε τη δημιουργία, σε απελευθέρωνε, σε κρατούσε χωρίς σκοτούρες;
* Σαφώς, ως όφειλε. Το να κάνεις τέχνη δεν σημαίνει ότι θα καταφέρεις να ζήσεις από αυτή, έχει ρίσκο, δεν είναι εμπορικό πάντα. Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί να έχει στην πίσω μεριά του μυαλού του ότι πρέπει να κόψει εισιτήρια. Ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει την ελευθερία να αποτύχει, το δικαίωμα και την ελευθερία να ρισκάρει τόσο ώστε να αποτύχει. Γιατί το καινούργιο έρχεται με την αποτυχία, δεν είναι δηλαδή μια κλίμακα με σκαλιά επιτυχίας.
Δεν υπάρχει κίνδυνος όμως ο επιχορηγούμενος να τελματώσει, διότι αφού επιχορηγείται ποιος ο λόγος να ψάξει;
* Κι αυτό συνέβη σε κάποιους ανθρώπους και θιάσους που είχαν δεδομένη την επιχορήγηση και δεν κατάφεραν να κάνουν τίποτα. Αυτό δεν σημαίνει πως ο θεσμός ήταν λάθος. Ο θεσμός πρέπει να αναβαθμιστεί.
Όσον αφορά την επιλογή;
* Όσον αφορά την επιλογή, τη διάρκεια των επιχορηγήσεων: Κάποιοι άνθρωποι όταν είναι εύθραυστοι πρέπει να στηριχτούν. Απλά στη χώρα μας ο θεσμός ήταν προβληματικός. Ούτε διαφανής ως προς τα κριτήρια, ούτε διαφανής ως προς αυτό που λέω: «Ποιον, πόσο, για πόσο». Δηλαδή θέλω να πω εδώ για τον Λευτέρη τον Βογιατζή. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι ίσως ο τελευταίος καλλιτέχνης που μαζί με αυτόν πέθανε και ο θεσμός διότι είναι ένας καλλιτέχνης που επί 20 χρόνια αξιοποίησε τις επιχορηγήσεις για να παράξει το θέατρο της ποιότητας που παρήγαγε, δηλαδή δεν μπορείς να κάνεις 8 μήνες πρόβες αν δεν έχεις μιαν επιχορήγηση. Πρόσφερε αυτή την ποιότητα, αυτή η ποιότητα όμως δεν παράγεται έτσι, πρέπει να έχεις προϋποθέσεις, πρέπει να έχεις ησυχία, ένα δικό σου δωμάτιο και κάποια χρήματα. Όχι εσαεί βέβαια. Οφείλεις από την πλευρά σου να φτιάξεις και κοινό.
Συμφωνώ με αυτό που είπατε ειδικά με το ότι πρέπει να προσέξεις «ποιον, πόσο, για πόσο» θα επιχορηγήσεις.

* Και μιλάω για τον Λευτέρη Βογιατζή γιατί είναι ένας καλλιτέχνης που όντως αξιοποίησε τις επιχορηγήσεις και εκπαίδευσε θεατές, και κοινό έφτιαξε, και ένα θέατρο άφησε πίσω του. Θέλω να πω δηλαδή ότι ένα κράτος οφείλει να χαράξει πολιτιστική πολιτική για το τι είδους πολιτισμό θέλει να παράγει και για ποιον. Μεγάλο θέμα άνοιξα αλλά δεν μιλώ για την έννοια του κρατικοδίαιτου. Αν αφεθούμε όμως έρμαια των νόμων της αγοράς το πράγμα πάει εκεί που πάει τώρα. Δηλαδή 1.000 παραστάσεις, τις 900 από τις οποίες κάποιοι τις χαρακτηρίζουν σκουπίδια.
Αναφέρατε τη λέξη «σκουπίδια». Αυτή τη λέξη δεν τη δέχομαι.
* Ούτε εγώ τη δέχομαι. Όπως δεν δέχομαι και τις λέξεις «αστυνομία θεάτρου». Μου φαίνεται όμως περίεργο ότι έχουμε τόσο πολύ θέατρο και τόσο λίγους θεατές σε σχέση με το θέατρο που παράγουμε. Εμένα μου φαίνεται σχεδόν αυτοκτονικό, το λέω γιατί διδάσκω και σε σχολές.
Και εκεί προσπαθείτε να φρενάρετε τα παιδιά;
* Να φρενάρω δεν μπορώ εγώ από μόνη μου όταν ένα κράτος δεν το κάνει. Όταν οι σχολές είναι μαγαζιά που μπαίνει ο καθένας, αρκεί να πληρώνει. Κι όταν βγαίνει αρκετές φορές είναι αμόρφωτος, χωρίς αισθητική, χωρίς ηθική και θέλει απλά να την αποκτήσει μέσα από το θέατρο. Δεν είναι απαραίτητα καλός αυτός ο πληθωρισμός. Δεν είμαι απαραίτητα εγώ αυτή που θα βάλω φρένο αλλά πρέπει να σκεφτούμε λίγο, είναι μια πάρα πολύ δύσκολη τέχνη η δικιά μας, όταν δε πας να την κάνεις επάγγελμα τότε τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα. Δυστυχώς οι 9 στις 10 σχολές παράγουν ημιμαθείς και αγενείς ανθρώπους, χωρίς επαγγελματική παιδεία, χωρίς επαγγελματική συνείδηση, χωρίς επαγγελματικό ήθος.
Πού εστιάζετε το πρόβλημα;
* Δεν πιστεύω ούτε σε αισθητική αστυνομία, ούτε το βλέπω σαν ένα σημάδι των καιρών. Τελείωσα τη Σχολή τότε που η κυρία Βεάκη ακόμα έδιωχνε κόσμο όταν πίστευε πως δεν μπορούν να σταθούν στο επάγγελμα.
Υποκριτική. Αυτό που διδάσκετε το συναντάτε και στην καθημερινότητα;
* Η υποκριτική δεν προκύπτει από την υποκρισία αλλά το «υποκριτής» είναι παραφθορά του «αποκριτής». Δηλαδή η τραγωδία γεννήθηκε από τα σατυρικά τραγούδια. Κάποια στιγμή δηλαδή ένας από τον Χορό βγήκε απ’ έξω και είπε κάτι στους άλλους. Αυτοί λοιπόν αποκρίθηκαν, δηλαδή απάντησαν. Ο υποκριτής εν τέλει είναι ο αποκριτής, αυτός που απαντάει, όχι αυτός που λέει ψέματα. Τώρα για την καθημερινότητα να πω ότι «ναι» το κακό θέατρο το συναντώ πολύ γύρω μου. Διδάσκω αγωγή του λόγου, δηλαδή φωνή κι αναπνοή, διδάσκω μια συγκεκριμένη τεχνική. Στη Σχολή της Αγίας Βαρβάρας και στη σχολή του ΔΗΠΕΘΕ Πατρών, μία φορά την εβδομάδα στην Πάτρα, κάθε Τρίτη. Έχω συνολικά 80 μαθητές. Ογδόντα παιδιά που θυμάμαι τα ονόματά τους. Όχι επειδή πρέπει αλλά επειδή τα αγαπάω.
Πάντως και τα παιδιά πολύ σας αγαπούν. Όπως ο Νίκος Γκέλια…
* Είναι εξαιρετικό παιδί με ταλέντο και ήθος. Είναι ένα παιδί που θα προχωρήσει γιατί είχε την τύχη να παίξει στην «Xenia» την ταινία του Πάνου Κούτρα, του σκηνοθέτη που είναι και παιδαγωγός και άνοιξε το μυαλό του Νίκου. Βέβαια να θυμίσω κάτι που αξίζει. Ο Νίκος Γκέλια είναι ένα παιδί, μετανάστης δεύτερης γενιάς, που συνάντησε δυσκολίες στη ζωή του και ήξερε να τις αξιολογήσει…
Και το παλεύει;
* Ξέρει να παλεύει.
Και βάζει στόχους.
* Δυστυχώς δυσκολεύονται τα παιδιά που κάνουν θέατρο να κατανοήσουν ότι αυτό είναι μια τέχνη και η τέχνη είναι πολύ δύσκολο πράγμα. Είναι όπως η ζωγραφική, όπως η γλυπτική, όπως ο χορός… Πρέπει πρώτα να μάθεις τα εργαλεία της δουλειάς. Δεν μπορείς να βγεις να παίξεις αύριο, είναι μια τέχνη που πρέπει να εκπαιδευτείς, να εξασκηθείς κι επειδή είναι μια τέχνη που έχει να κάνει με το ζωντανό σώμα, εσαεί είσαι στην άσκηση και στην εξάσκηση. Είσαι αθλητής για παράδειγμα, αν δεν εξασκείσαι το χάνεις. Δεν είσαι απλά εκεί. Δεν το δένεις σε ένα σκοινί και το έχεις. Το ίδιο και η παράσταση είναι ένας καθημερινός αγώνας. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, ας πούμε, είναι κάθε μέρα τρεις ώρες πριν από την παράσταση στο θέατρο. Το ξέρουν αυτό αυτά τα παιδιά που πάνε να παίξουνε τον «Άμλετ» πριν ακόμα μάθουν να διαβάζουν; Πρώτο έτος σου λέει, ελάτε να με δείτε να παίζω… Γι’ αυτό έχουμε χίλιες παραστάσεις, γιατί δεν έχουμε άδειες εξασκήσεως επαγγέλματος. Δεν υπάρχουν κριτήρια στο να μπουν τα παιδιά στη Σχολή. Δεν υπάρχουν κριτήρια στο να βγουν τα παιδιά από τη Σχολή. Δεν υπάρχουν, οπότε κι εσείς αύριο αν δηλώσετε ηθοποιοί παίζετε. Δεν υπάρχει πρόβλημα. Κι εκεί είναι αυτό που λέω εγώ «φρέσκια σάρκα, κρέας στο τσιγκέλι».
Είχα πάει σε μια παράσταση σε ένα θέατρο μία ώρα πριν από την έναρξη. Για ποια παράσταση έχετε έρθει; με ρώτησαν. Από τώρα ήρθατε; Ακόμα δεν έχουν έρθει οι ηθοποιοί…
* Δεν γίνεται να μεταπηδήσεις από τον κόσμο τον πραγματικό στον σκηνικό κόσμο χωρίς μια διαδικασία. Η τέχνη μας έχει τις ρίζες της πίσω πολύ βαθιά στη θρησκεία. Είναι το θέατρο. Είναι ελληνικό πράγμα. Ελληνική εφεύρεση που ήταν συνδεδεμένη με τη θρησκεία, με την τελετή και με την πολιτική. Το θέατρο ήταν και είναι συνδεδεμένο με τη ζωή των ανθρώπων. Ήταν αναγκαίο και είχε και μύηση μέσα και γι’ αυτούς που το παρήγαγαν και γι’ αυτούς που το βλέπανε. Τώρα είναι ένα προϊόν που καταναλώνεται αλλά κάτι από τη μαγεία του οι καλλιτέχνες οφείλουν να μην το ξεχνάνε. Δεν είναι εύκολο. Αλλάζει όλη η θερμοκρασία, αλλάζει η ροή των υγρών μέσα στο σώμα, αλλάζουν όλα. Πώς θα πετύχεις αυτά τα πράγματα αν δεν είσαι εξασκημένος κι αν κάθε μέρα δεν το παλεύεις; Δεν έχεις τίποτα δεδομένο και τίποτα έτοιμο. Κάθε μέρα είναι άλλη μέρα, κάθε μέρα είναι από την αρχή και κάθε μέρα είναι ένας αγώνας. Είναι ένα από τα πιο σκληρά επαγγέλματα, όταν το κάνει κανείς επάγγελμα. Γι’ αυτό και λέω ότι όντως άλλο είναι το entertainment κι άλλο το art. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα, στις χώρες που παράγουν πολιτισμό είναι η βαριά τους βιομηχανία όπως στη Γερμανία. Ναι, το κράτος επιχορηγεί αδρά την τέχνη και την υποστηρίζει και γι’ αυτό και την πουλάει και την εξάγει. Ενώ εμείς εδώ…
«Εξαγωγή» κάναμε κι εμείς κάποτε με το Εθνικό, το Θέατρο Τέχνης. Σήμερα λιγότερο…
* Εμείς εδώ παίζουμε όλοι σε ένα γήπεδο. Είναι λάθος. Και δεν θα αναφερθώ σε καμία «αστυνομία θεάτρου» γιατί κανένας δεν μπορεί να το απαγορεύσει αυτό. Αλλά δεν γίνεται άνθρωποι να τελειώνουν τα Εθνικά Θέατρα, να σκοτώνονται 32 χρόνια, να πρέπει να αποδείξουν ότι τους αξίζει μια ευκαιρία κι άλλος να έρχεται από τα μπουζούκια και να ανεβαίνει στη σκηνή και να παίζει αυτά τα κείμενα. Αυτό δεν γίνεται σε καμία χώρα του κόσμου. Δεν είναι προσωπικό αυτό που λέω. Είναι το θέμα να είμαστε σοβαροί. Θεωρώ επίσης τη δουλειά των διασκεδαστών σκληρή και εξοντωτική. Μια δουλειά που απαιτεί άλλα προσόντα, εγώ δεν τα έχω, εγώ δεν πάω στα μπουζούκια κάθε βράδυ. Δεν καταλαβαίνω λοιπόν γιατί αυτοί που είναι στα μπουζούκια έρχονται και στην Επίδαυρο. Πώς γίνεται αυτό; Απλά στην Ελλάδα όλα γίνονται.
Aυτοσχεδιασμός. Υπάρχει στη ζωή μας;
* Αυτοσχεδιασμός στο θέατρο είναι λίγο μια παρεξηγημένη έννοια. Νομίζει κανείς ότι είναι κάτι χαοτικό, όμως ο αυτοσχεδιασμός έχει κι αυτός αρχές, δρόμο, τρόπο και τεχνική. Οι μεγάλοι αυτοσχεδιαστές στο θέατρο έχουν τις τεχνικές τους, δεν το κάνουν τυχαία. Νομίζω λοιπόν ότι και η ζωή είναι ενός είδους αυτοσχεδιασμός με κανόνες τους οποίους τους μαθαίνεις κάνοντάς τους, όπως το παιχνίδι των παιδιών. Το παιχνίδι των παιδιών είναι ένας δομημένος αυτοσχεδιασμός, μόνο που τους κανόνες τους δημιουργούν τα παιδιά την ώρα που το παίζουν, την ίδια στιγμή. Θέτουν διαρκώς κανόνες αλλά αυτό δεν έχει τέλος και γεννάει νέους. Γεννάει συνεχώς, γιατί δεν έχει φόβο. Νομίζω στη ζωή αρχίζουμε να χάνουμε τη χαρά του αυτοσχεδιασμού εξαιτίας του φόβου, όποτε πάμε να ελέγξουμε, όποτε πάμε να καθορίσουμε το μέλλον. Τότε έρχεται ο φόβος κι εκεί γερνάμε, εκεί σταματάμε.
Θα σας θυμίσω τώρα τίτλους κάποιων έργων στα οποία είχατε πάρει μέρος. «Μισάνθρωπος», 1994. Ποιες είναι οι σχέσεις σας με τους ανθρώπους;
* Νομίζω ότι είμαι εύκολος άνθρωπος. Αυτό θα έπρεπε να το πουν οι άλλοι για εμένα όχι εγώ για τους άλλους, αλλά θεωρώ τη φιλία ιερή και την εκτιμώ ιδιαίτερα. Η Μήδεια λέει: «Είμαι βαριά για τους εχθρούς, βαριά για τους φίλους». Έτσι πρέπει να είναι ένα δίκαιος άνθρωπος.
Πάμε τώρα στο «Ναι» και το 2001. Πόσο συχνά χρησιμοποιείτε αυτή τη λέξη;
* Η κατάφαση πιστεύω πως με χαρακτηρίζει στη ζωή μου, αλλά τα «όχι» ήταν αυτά που με καθόρισαν. Γενικά προσπαθώ να διατηρώ σταθερά θετική στάση αλλά τα «όχι» είναι αυτά που μου έδωσαν όλες τις πορείες.
Με αφορμή την ταινία «Δεκαπενταύγουστος», θα ήθελα να σας ρωτήσω ποια ήταν τα γεγονότα που έχουν μείνει ανεξίτηλα στη μνήμη σας. Κάποιες στιγμές που σας συγκίνησαν.
* Η πρώτη στιγμή που θυμάμαι ήταν όταν βγήκαν τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών και πέρασα. Ήμουν με την καλύτερή μου φίλη που είχε ένα μοτοποδήλατο, από αυτά που είχαν ακόμα και πετάλια και από τη χαρά μας με ανέβασε πάνω και πήγαμε στην Ξάνθη στην κεντρική πλατεία και πηγαίναμε γύρω γύρω και φωνάζαμε «πέρασα – πέρασα». Είχα τόσο μεγάλη χαρά που θα έφευγα από την επαρχία, γιατί κάπου είχα τοποθετήσει τη ζωή από τον Νέστο και κάτω. Ήταν η επαρχία και πίστευα τότε ότι η αληθινή ζωή ήταν μετά το Νέστο, στη μεγάλη πόλη.
Κάποια θεατρική στιγμή;
* Έχω και μια άλλη στιγμή που έχει να κάνει με το θέατρο, όταν πέρασα στη Σχολή Βεάκη που τότε ήταν δύσκολη σχολή. Δεν πέρναγες εύκολα, τότε έδινες εξετάσεις για να μπεις. Παρουσιάζω λοιπόν αυτά τα θέματα που έπρεπε και μου λένε: «Κοπήκατε»… Βγαίνω έξω μέσα τα νεύρα. Τότε με φώναξε η υπεύθυνη της Σχολής και μου ανακοίνωσε πως τελικά πέρασα. Από ό, τι μου είπε μετά, το ξανασυζήτησε με τον σύζυγό της και εκείνος της είπε: «Αυτήν πρέπει να τη φέρεις πίσω, γιατί εγώ πιστεύω ότι θα παίξει στην Επίδαυρο». Αυτό θυμάμαι από το θέατρο.
Μια άλλη ανάμνηση;
* Ναι. Έχω και μια άλλη ανάμνηση τότε που έδινα πανελλαδικές εξετάσεις. Στη Χημεία είχε δύο ασκήσεις. Έπρεπε να λύσουμε δύο θεωρίες. Ήξερα και τις δύο, μια εύκολη και μια δύσκολη. Για κάποιο λόγο πιάνω τη δύσκολη και αρχίζω να τη λύνω. Επιτηρητής ήταν ένας καθηγητής μου ο οποίος περνάει από το θρανίο μου και κοιτάει ότι λύνω την άσκηση και μου λέει: «Αφού έλυσες αυτή, η άλλη δεν είναι τίποτα». Ενθουσιάστηκα τόσο πολύ που έλυσα αυτή την άσκηση και όταν πήγα να λύσω την εύκολη για κάποιο λόγο μπλόκαρα. Αποτέλεσμα; Έχασα έτσι την εισαγωγή μου στο Φυσικό. Να μια στιγμή που καθόρισε την πορεία μου…
Πάμε τώρα στο 2004 και στο «Ήρθε η ώρα». Σε ποια περίπτωση το έχετε πει ή πότε θα το λέγατε;
* Για πολλά πράγματα: Ήρθε η ώρα να χωρίσουμε, ήρθε η ώρα να αρχίσουμε, ήρθε η ώρα να πάω για ύπνο, ήρθε η ώρα να πούμε τρίτο κουδούνι κάθε βράδυ.
Το 2005, και το έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ. Βρεθήκατε ποτέ σε αυτή την κατάσταση ευχάριστης ή δυσάρεστης αναμονής και τι αίσθηση σας άφησε;

* Ωραία ερώτηση αυτή. Η αναμονή είναι ένας χρόνος πολύ ιδιαίτερος στον οποίο μέσα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο παρά μόνο να περιμένεις. Η μόνιμη κατάσταση ενός ηθοποιού είναι η κατάσταση αναμονής, πάντα περιμένει και πρέπει να μπορεί να μπει σε αυτή τη λειτουργία. Υπαρξιακά δηλαδή είναι ένας χρόνος, η ζωή μας είναι μια αναμονή άλλωστε. Στην πραγματικότητα όλη η ζωή του ανθρώπου είναι μια αναμονή.
Τι συμβαίνει όταν ο ηθοποιός περιμένει να αρχίσει η παράσταση;
* Περιμένει το κοινό. Περιμένει τον επόμενο ρόλο. Περιμένει το τρίτο κουδούνι για να βγει. Πάντα περιμένει… Είναι μια υπαρξιακή κατάσταση η αναμονή. Ασφαλώς ενδιαφέρουσα γιατί είσαι διαρκώς προσανατολισμένος σε αυτό που περιμένεις, οπότε δεν μπορείς να σκεφτείς κάτι άλλο. Κι εκεί μέσα γεννιέται ένας χρόνος. Για παράδειγμα στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου που είχαμε κάνει το 2008 στην Επίδαυρο. Ο Χορός περιμένει τον Αγαμέμνονα πολλά χρόνια, όλοι περιμένουν τον Αγαμέμνονα, είναι μια κατάσταση αναμονής. Η Ηλέκτρα περιμένει τον Ορέστη, μια άλλη αναμονή…
Και η Κλυταιμνήστρα περιμένει…
* Φυσικά, όπου το σώμα είναι σε αναμονή κι αυτό. Και οι «Πέρσες», είναι το αντίστροφο του Αγαμέμνονα, κι αυτή η βασίλισσα περιμένει πολύ.
Φθάνουμε τώρα στο 2009 και στο «Reality». Τι ακριβώς έχουμε εδώ;
* Εδώ είχαμε κάνει μια δραματουργία. Είχαμε κάνει ένα κολάζ με διάφορα. Είχε δουλέψει όλη η ομάδα και τη γενική επιμέλεια και τη γενική δραματουργία την έκανε η Άντζελα. Είχε τη λογική του ριάλιτι σόου, μιας και η ζωή μας είναι ένα σόου τελικά που πάλι έχει σχέση με την αναμονή και το τι περιμένεις. Όλη αυτή η ιδέα του «θέλω να γίνω πλούσιος και διάσημος τώρα».
Συνεχίζουμε με το «Wonderland (Γουόντερλαντ), η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», το 2010. Αν κάνατε θέατρο για παιδιά, θα αντιμετωπίζατε προβλήματα σε αυτό το είδος θεάτρου;
* Σαφώς δεν ήταν θέατρο για παιδιά η παράστασή μας. Ήταν θέατρο για ενήλικες. Ήταν μια περφόρμανς πάνω στην «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων». Δεν έχω κάνει θέατρο για παιδιά. Το θεωρώ όμως πάρα πολύ δύσκολο. Πολύ απαιτητικό. Τα παιδιά είναι πολύ σκληρό κοινό. Αν δεν είσαι μαζί τους το μυρίζονται. Αν δεν είσαι στο «εδώ και τώρα» σε αυτόν τον χρόνο, τα παιδιά και τα ζώα το ξέρουν αυτό. Δεν έχουν φίλτρο πολιτισμού στον εγκέφαλο. Ο ενήλικας θεατής και όταν βαριέται, και όταν τον αφήνεις εκτός, θα αποσυρθεί μεν αλλά δεν θα σου κάνει θέμα. Τα παιδιά όμως θα αρχίσουν να λένε: «Δεν θέλω μαμά. Πάμε να φύγουμε». Θα σου πετάξουν τα πατατάκια στο κεφάλι ή θα μιλάνε συνέχεια. Είναι ένα σκληρό κοινό. Δεν έχω κάνει θέατρο για παιδιά. Πιστεύω πως πρέπει να είσαι πολύ εξειδικευμένος για να το κάνεις αυτό. Πρέπει να έχεις ιδιαίτερα προσόντα γι’ αυτό το είδος θεάτρου.
Ας μιλήσουμε για την «Ψύχωση». Πόσο δεθήκατε με αυτή την παράσταση;
* Η «Ψύχωση» είναι ένα σημείο στη δική μου στην πορεία προς την τέχνη. Ξέρεις και δουλεύεις για καιρό κάποια πράγματα. Και σκάβεις, και σκάβεις και δεν τελειώνεις. Είναι αυτή η αναμονή που λέγαμε. Στην «Ψύχωση» είχα την ευτυχία να μοιραστώ τις δικές μου τις ανακαλύψεις με τον κόσμο, με το κοινό. Να το βγάλω προς τα έξω αυτό το πράγμα, ήταν μια μοναδική στιγμή για μένα.
Στο catisart.gr η Ειρήνη Αϊβαλιώτου έγραψε για το “4.48 Ψύχωση”: «Η Παρθενόπη Μπουζούρη υποστηρίζει με πάθος τον εσωτερικό διάλογο της ηρωίδας (…) μια λέαινα τραυματισμένη, άρα επικίνδυνη». Εσείς νιώσατε «τραυματισμένη λέαινα»;
* Αυτό το νιώσαμε με την Άντζελα με την οποία είμαστε συνεργάτες πολλά χρόνια. Δουλεύουμε μαζί από το ’94. Συμπληρώσαμε 20 χρόνια. Αντέξαμε να παραμείνουμε, γιατί η ομάδα δεν ξεκίνησε με τις δυο μας. Ξεκινήσαμε αρκετοί, αλλά μέσα στο χρόνο οι άνθρωποι δεν το αντέχουν. Μας έκαναν να νιώσουμε σαν τραυματισμένες λέαινες. Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που ευνοεί το ensemble.
Διεκδικείτε μια ζωή με ποιότητα.
* Ακριβώς αυτό διεκδικούμε. Το να μπορούμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς σαν άνθρωποι. Δυστυχώς όμως τώρα είναι ελάχιστοι οι ηθοποιοί που μπορούν να ζήσουν από τη δουλειά τους. Γιατί, όπως είπα, το πώς βιοπορίζεται κανείς, έχει ήδη θεωρηθεί δεδομένο ότι δεν θα είναι από την τέχνη. Γιατί τώρα οι άνθρωποι που κάνουν τέχνη είναι χομπίστες και εσύ καταντάς ρομαντικός απλά διεκδικώντας μια αξιοπρεπή και όχι μια πλούσια ζωή.
Πόσο έχετε συνδεθεί με την προσωπικότητα της Σάρα Κέιν;
* Έχω συνδεθεί πολύ με τη Σάρα Κέιν. Την ανακάλυψα πριν πεθάνει. Είχα διαβάσει τα έργα της από τότε. Είναι συνομήλική μου, της ίδιας γενιάς και έμεινα με το στόμα ανοιχτό όταν διάβασα τα κείμενά της, γιατί θεωρώ ότι είναι από αυτούς τους δραματουργούς που έχουν πετύχει να υπάρχει το θέατρο και έπειτα από αυτούς. Πιστεύω στο θέατρο μετά τη Σάρα Κέιν. Αυτή η συγγραφέας έκανε σίγουρα μια τομή. Δηλαδή, τελειώνοντας ο 20ος αιώνας, ένα κορίτσι 24 χρόνων μίλησε για τα θέματα που μίλησε και καθόρισε το θέατρο αυτό. Το ότι ανέβασε στη σκηνή τη βία και την ονόμασε ήταν πολύ ισχυρό. Και κυρίως το ότι εκείνη την εποχή, είχαμε μόλις ξεκινήσει με την Άντζελα και αντιμετωπίζαμε φοβερές δυσκολίες. Αντιμετωπίζαμε την απόρριψη εδώ στην Ελλάδα. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρούμε χρήματα. Υπήρχαν τότε οι επιχορηγήσεις, αλλά για να μπεις στις επιχορηγήσεις, έπρεπε να περάσεις από κάποιες επιτροπές στις οποίες κάποιοι άνθρωποι, να μη λέμε ονόματα, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, ήταν πάρα πολύ δύσκολο να μας ανάψουν το «πράσινο φως». Τότε οι ομάδες ήταν πέντε, δεν ήταν χίλιες, οι χώροι ήταν πολύ συγκεκριμένοι. Ήσουν ένας τρελός όταν έκανες ομάδα και το δικό μας το θέμα δεν ήταν ότι δεν μας έπαιρναν να παίξουμε στα άλλα θέατρα, απλά εμείς θέλαμε να αρθρώσουμε το δικό μας λόγο και γι’ αυτό κάναμε την ομάδα. Είχαμε να πούμε πράγματα και, όπως αποδείχτηκε, μάλλον είχαμε δίκιο. Η Σάρα Κέιν ήταν ένα κορίτσι σαν εμένα που δεν φορούσε μίνι, ούτε βαφόταν, είχε ένα μυαλό, φόραγε αρβύλες, ήταν πανκ και έγραφε αυτά τα αριστουργήματα. Βέβαια μετά τον θάνατό της τα έργα της έγιναν πολύ ακριβά αφού εκτοξεύτηκαν στα ύψη τα δικαιώματα. Τα πήραν εδώ άλλοι και δεν μπορούσαμε να κάνουμε Σάρα Κέιν. Το καταφέραμε μόλις το 2007. Την «Ψύχωση» τη μελετώ από τότε. Της είμαι ευγνώμων, γι’ αυτό που ανακάλυψε και μας το έδωσε καθαρά. Δηλαδή μας χάρισε κείμενα που μιλούν για τον άνθρωπο με αυτόν τον τρόπο. Η «Ψύχωση», χωρίς να είναι αυτοβιογραφικό, περιέχει πάρα πολλά στοιχεία της ζωής της. Νομίζω ότι είναι ένα βαθιά πολιτικό κείμενο. Είναι ένας καθρέφτης της σύγχρονης ζωής. Περιγράφει το πώς είναι κατακερματισμένο το σύγχρονο υποκείμενο, ο σύγχρονος άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο βίαιο και αδιάλλακτο και πώς αυτός ο κόσμος μπορεί να σε συνθλίψει. Κι όλο αυτό, αυτή η κοπέλα, το έκανε σκηνικό ποίημα, είναι ποιητικό γεγονός.
Είναι σκληρή η Σάρα Κέιν σε πρώτη ανάγνωση;
* Αν είναι σκληρή η Σάρα Κέιν, ο Ευριπίδης τι είναι;
Νομίζω όμως ότι έχει μια διαφορετική σκληρότητα.

* Έχει μια φράση η Σάρα Κέιν που λέει «το καθοριστικό στοιχείο μιας μεταφοράς είναι ότι είναι πραγματική». Νομίζω ότι μιλάει με μεταφορές όπως οι μεγάλοι παραμυθάδες, απλά τολμάει και θέλει να είναι από τους δραματουργούς που περνάνε να καταγράψουν το απόλυτο, όπως οι τραγωδοί οι δικοί μας, όπως ο Σαίξπηρ, όπως ο Ρακίνας και ο Μπίχνερ. Η Σάρα Κέιν αποφασίζει να γράψει θέατρο γιατί θέλει να αλλάξει την πραγματικότητα και θέλει να την αφηγηθεί όχι να την αναπαράγει. Κατά συνέπεια δημιουργεί έργα τα οποία σε αναγκάζουν να σου συμβούν πράγματα, σαν θεατής δηλαδή να σε αλλάξει. Το καταφέρνει. Γυρνάς στο σπίτι σου και θες να εκραγείς, θες να θυμώσεις. Καταφέρνει να αλλάζει σε εσένα τον θεατή όλη τη σωματικότητά σου. Επηρεάζει το συναίσθημά σου, κατά συνέπεια σε αλλάζει. Αυτό γι’ αυτήν είχε κόστος τεράστιο και μόνο ευαισθησία είναι αυτό δεν είναι τίποτα άλλο. Και όλο αυτό πάλι το κάνει με χιούμορ και ποίηση. Επομένως αυτό είναι συγκλονιστικό.
Δεν υπάρχει περίπτωση να φύγεις και να μη σκέφτεσαι.
* Η Σάρα Κέιν έλεγε: «Εμένα δεν μου αρέσει το θέατρο, μου αρέσει το ποδόσφαιρο. Γιατί όταν βλέπεις θέατρο μπορεί και να κοιμηθείς, ενώ όταν βλέπεις ποδόσφαιρο θεωρώ οι παλμοί σου ανεβαίνουν και είσαι εν εγρηγόρσει με το γεγονός, ενώ ταυτόχρονα σκέφτεσαι. Εγώ τέτοιο θέατρο θέλω να κάνω». Και τελικά αυτό το θέατρο έκανε. Δεν μπορεί να είναι απαθής ο θεατής ή θα φύγει ή θα αρχίσει να παθαίνει κάτι.
Και ο Μπίχνερ;
* Κι ο Μπίχνερ ήταν ο αγαπημένος της. Ας πούμε όταν έγραφε το «Καθαροί πια…», μελετούσε τον «Βόυτσεκ» του οποίου η ρυθμολογία, ο τρόπος δηλαδή που είναι γραμμένες οι σκηνές, μοιάζουν πάρα πολύ με το «Καθαροί πια…».
Με το “Θέατρο Δωματίου” ανεβάσατε και «Βόυτσεκ». Και με τον «Βόυτσεκ» δεν άλλαξε μια εποχή για το θέατρο;
* Ακριβώς, έγινε το πριν από τον «Βόυτσεκ» και το μετά τον «Βόυτσεκ». Γιατί ο «Βόυτσεκ» είναι η μετά Χριστόν τραγωδία. Είναι μία χριστιανική τραγωδία που έχει να κάνει με τη θρησκεία. Έχει σχέση με τον Θεό… Και τον «Βόυτσεκ» τον κάναμε το 2002. Απλά κι αυτός έγραφε μικρές και συμπυκνωμένες σκηνές. Αυτό το έργο το βρήκανε όταν ο Μπύχνερ πέθανε. Δυστυχώς ο Μπύχνερ δεν ήξερε τι είχε γράψει. Δεν ήξερε ότι τα έργα του θα παίζονται για πάντα. Η Σάρα Κέιν το ήξερε.
Μιλώντας για τα «Δάκρυα της Πέτρα φον Καντ» του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, που ανεβάσατε στο Εθνικό Θέατρο, ήθελα να ρωτήσω αν σας έχουν κάνει να κλάψετε και πώς μπήκατε σε αυτό το ρόλο της γυναίκας που δεν μιλάει αλλά ζει και βιώνει τέτοια πράγματα.
* Πολλές φορές στη ζωή μου έχω κλάψει. Κλαίω συχνά και άστατα, αλλά έχω ζήσει απώλειες πολύ μεγάλες στη ζωή μου, πολύ νωρίς και ήταν πολλά τα δάκρυα. Έχω χάσει τη μητέρα μου πολύ νωρίς, ήμουν στη σχολή κι ήταν πολύ νέα. Αυτός ήταν ένας σοβαρός λόγος για να κλάψω και για να κλαίω συχνά. Όχι πια με τον πόνο αυτόν, που είναι σαν καυτό σίδερο στην καρδιά, αλλά όποτε συνδέομαι με την αγάπη γι’ αυτήν και την έχω παρούσα στη ζωή μου. Τώρα αν κλάψω μπορεί να κλάψω από θυμό, από νεύρα, επειδή συγκινήθηκα για κάτι, από αδικία, από χαρά, αλλά συνήθως έτσι ο πόνος είναι πιο πολύ εύκολος. Υπάρχει ξέρετε κι η Σάρα Κέιν με το «beyond tears», που λέει: «Τώρα είμαι πέρα από τα δάκρυα». Εγώ ευτυχώς δεν είμαι ακόμα.
Πείτε μου κάτι για τις συνεργασίες σας στα «Δάκρυα».
* Θα σας πω για τη Γιούλικα, τη Ρίκα, την Κωνσταντίνα και φυσικά για την Καρυοφυλλιά. Some dreams come true, κάποια όνειρα πραγματοποιούνται στη ζωή. Όταν ήμουν στη σχολή, η Καραμπέτη ήταν στα φόρτε της. Αρχές τότε. Την έβλεπα, πήγαινα στο θέατρο και την έβλεπα. Τώρα το να μοιράζομαι το ίδιο καμαρίνι μαζί της είναι ένα δώρο στη ζωή μου, είμαι ευγνώμων, να παρακολουθώ αυτή τη γυναίκα, να συμπράττω μαζί της, να δουλεύουμε μαζί, να μοιραζόμαστε ολόκληρο το χειμώνα ένα καμαρίνι μαζί, είναι ευλογία. Είναι σπουδαίο, είναι μεγάλη μου χαρά, μεγάλη μου τιμή.
Είναι και σπουδαίος άνθρωπος.
* Εξαιρετικό παιδί. Είμαστε και οι δύο από τη Θράκη και από το Διδυμότειχο. Είμαστε και οι δύο της σιωπής, οπότε μπορούμε να συνεννοηθούμε χωρίς πολλά μέσα στη δουλειά.
Για τη νεότερη, την Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου;
* Η Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου είναι ένα πλάσμα που είναι κοντά μας δέκα χρόνια. Ήρθε από τη Θεσσαλονίκη 18 χρονών και μας βρήκε γιατί είχε δει το «Ναι» στη Θεσσαλονίκη. Μετά τελείωσε τη Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο να την προσέξουμε. Η Κωνσταντίνα είναι μια ηθοποιός μοναδικού ήθους και απίστευτης συνέπειας. Είναι ήσυχη, δύναμη, σε αντίθεση με την εποχή της. Δεν βιάζεται να διεκδικήσει να γίνει γρήγορα και εύκολα κάτι. Δουλεύει συστηματικά και με έναν τρόπο που είναι σπουδαίος.
Εργάζεται δηλαδή με την παλιά μέθοδο;
* Έχει κάτι παλιό ναι, με αυτή την έννοια.
Η Γιούλικα Σκαφιδά;
* Τη Γιούλικα τη γνώρισα τώρα και δουλέψαμε πολύ ωραία μαζί. Είναι ένα κορίτσι της καινούργιας γενιάς, πολύ ανοιχτό, πολύ ευγενικό.
Με πάθος για τη δουλειά της.
* Κολλήσαμε, έχουμε έναν τρόπο όλες εκεί και να συνυπάρχουμε αλλά και να κρατάμε τις αποστάσεις.
Η κυρία Διαλυνά; Η Ρίκα;
* Η Ρίκα είναι το κορίτσι μας. Το κορίτσι όλων μας. Η πιο μικρή από όλες μας. Η Ρίκα είναι ένα κορίτσι γιατί στην αρχή ξεκινήσαμε με έναν πληθυντικό και μας είπε: «Μη μου μιλάτε στον πληθυντικό σας παρακαλώ, γιατί εγώ έχω απλά μεγαλώσει αλλά είμαι μικρή, είμαι σαν εσάς». Και όντως το διαπιστώσαμε αυτό στην πράξη. Έχει μια μοναδική ευγένεια και έναν τεράστιο επαγγελματισμό. Αρκεί να σας πω ότι για μία ώρα και 20 λεπτά είναι πίσω στην κουίντα και περιμένει τη στιγμή της να βγει, ντυμένη και βαμμένη. Περιμένει εκεί μαζί με την Κωνσταντίνα. Εγώ μπαινοβγαίνω μιας και έχω κάτι μικρά διαλείμματα. Τις ενημερώνω για το κοινό της παράστασης και τους προσφέρω νερό από τα μπουκάλια που έχω τοποθετημένα γύρω γύρω στη σκηνή. Είναι μέρος της καθημερινότητάς μου να περνάω και να τους λέω τα νέα της παράστασης. Διατηρώ έτσι ζωντανή τη ζωή πίσω στις κουίντες.
Για τη Μαρλένε και για τη σιωπή εδώ μπορούμε να πούμε πολλά πράγματα. Ήταν δύσκολος ρόλος;
* Αυτή η λέξη δεν χαρακτηρίζει καμία παρουσία πάνω στη σκηνή. Δεν είναι εύκολο το να ανέβεις πάνω σε μια σκηνή. Είναι δύσκολο πράγμα. Το να ανέβεις πάνω στη σκηνή σωπαίνοντας είναι κάτι καινούργιο, αλλιώτικο. Είναι η δεύτερη φορά που παίζω έναν ρόλο στον οποίο δεν μιλάω. Έχω κάνει τη Λαβίνια στον «Τίτο Ανδρόνικο», και πάλι στο Εθνικό Θέατρο το 2010. Η Λαβίνια λέει μια φράση στην αρχή του έργου και μετά της κόβουν τη γλώσσα και τα χέρια. Είναι η δεύτερη φορά που παίζω στο Εθνικό, δεύτερη φορά που παίζω ρόλο μουγκό και λέω «εντάξει στο Εθνικό θα παίζω μόνο χωρίς να μιλάω». Νομίζω ότι η σιωπή είναι δύναμη, επειδή το ένα εκφραστικό σου όργανο κλείνει και το στερείσαι, τα άλλα υπερμεγεθύνονται. Δηλαδή αρχίζει και μιλάει το σώμα. Και βέβαια αυτό ποτέ δεν λέει ψέματα. Όσοι έχουν ζώα στο σπίτι θα το έχουν καταλάβει. Τα ζώα επικοινωνούν μαζί μας μέσα από τη δική μας σωματικότητα και δεν μπορούμε να τους πούμε ψέματα. Κι εμείς το ίδιο είμαστε αλλά το κάνουμε ασυναίσθητα, πάνω στη σκηνή όμως λειτουργεί μια συμπυκνωμένη κατάσταση ζωής. Ο συμπυκνωμένος χρόνος παράγεται από το σώμα, μόνο το σώμα του ηθοποιού μπορεί να δείξει αυτό τον χρόνο.
Γιατί η Μαρλένε είναι βουβή;

* Δεν είναι ακριβώς ρεαλιστικό το ότι υπάρχει ένα πρόσωπο που δεν μιλάει ποτέ. Και την υπηρέτρια να έπαιζες σε ένα άλλο έργο κάτι θα έλεγε. Έστω ένα «ναι». Εδώ όμως ο συγγραφέας τη βάζει να σωπαίνει, γιατί θέλει να υπάρχει ενός είδους σχόλιο. Επειδή ο Φασμπίντερ έχει μελετήσει και τον Μπρεχτ πολύ, θέλει να υπάρχει μια υπενθύμιση για την πολιτική διάσταση του έργου. Θεωρώ δηλαδή ότι η Μαρλένε είναι το σχόλιο του συγγραφέα για την πολιτική. Τώρα να μιλήσω για τη δική μου δουλειά μέσα στην παράσταση αυτή. Να θυμίσω αρχικά ότι στην ταινία τη Μαρλένε την κάνει μια κοπέλα που είναι εσωστρεφής και υποταγμένη. Πρόκειται για μια άλλη εκδοχή. Αντίθετα εγώ σε αυτή την παράσταση είμαι ταυτόχρονα κι αυτή που υπενθυμίζει σε όλους ότι «αυτό που βλέπετε είναι θέατρο», διότι κινούμαι στο όριο. Κινούμαι διαρκώς μεταξύ σκηνής, παρασκηνίου και θεατών. Κινούμαι ανάμεσα στους ηθοποιούς που δεν φαίνονται και σε αυτούς που φαίνονται. Κινούμαι ανάμεσα στους θεατές και στα δρώμενα. Κινούμαι ανάμεσα στα πρόσωπα και έξω από τα πρόσωπα. Δηλαδή παίζω πάντα στο όριο κι ακριβώς επειδή είμαι μεταμφιεσμένη και για την Πέτρα και για τα πρόσωπα του έργου είμαι κι εκεί πάνω στο όριο. Έχει ενδιαφέρον δηλαδή ότι με έναν τρόπο «κλείνω διαρκώς το μάτι» επισημαίνοντας κάτι που θα πρέπει να το σκεφτεί ο θεατής. Η δουλειά μου είναι να ακούω. Στην ουσία όλη μου η κίνηση κι όλη μου η δράση παράγεται ώστε να ακούω, να εισπράττω και να υπακούω, αλλά όχι για πολύ. Όχι ως δεδομένο, ας πούμε. Αλλά σαν ηθοποιός εγώ κυριολεκτικά ακούω. Ακούω με τον τρόπο που ακούει ένας μουσικός έναν άλλο μουσικό, και οι απαντήσεις μου είναι σωματικές. Δηλαδή μετατρέπω τη σωματικότητα σε φράση. Λένε κάτι, κάνουν κάτι, και με μια κίνηση απαντώ ή μένω ακίνητη και δεν απαντώ. Αυτό το πράγμα επειδή δεν εκτονώνεται εισπράττεται συνεχώς μέχρι να φτάσουμε στο σημείο ώστε να εκραγώ στο τέλος. Για να ανοίξω την πόρτα και να φύγω. Είμαι το μόνο πρόσωπο που φεύγει, μένει μόνον η Πέτρα και η Πέτρα θεωρεί δεδομένο ότι αυτή θα ξαναγυρίσει. Υπάρχει μια σκηνή την οποία ο Φασμπίντερ την είχε υπόψη του όταν έγραφε την «Πέτρα φον Καντ». Πατάει πολύ πάνω στη «Νόρα» του Ίψεν. Η τελική σκηνή στη «Νόρα» επιβεβαιώνει πως αυτό είναι ένα έργο – ορόσημο στην ιστορία του θεάτρου. Βλέπουμε δηλαδή την ηρωίδα να εγκαταλείπει τον σύζυγό της και να του αφήνει τα παιδιά. Είμαστε δηλαδή στις αρχές του 20ου αιώνα όταν αυτή ανοίγει την πόρτα και φεύγει…
Ήταν έργο πολύ προχωρημένο για την εποχή του.
* Μα, είναι προχωρημένο ακόμη και σήμερα. Ανοίγει την πόρτα και φεύγει στο πουθενά. Και μετατρέπεται από βικτωριανή γυναίκα σε γυναίκα του 21ου αιώνα. Και την ξανασυναντάμε στον Φασμπίντερ, ο οποίος θέτει αυτό το θέμα πάλι, της γυναικείας ταυτότητας όχι της ομοφυλοφιλίας. Μιλάει για άλλα πράγματα κι αυτό που μιλάει δεν είναι καν ο ομοφυλοφιλικός έρωτας, αλλά είναι η εξουσία. Οι σχέσεις της εξουσίας και πώς αυτές αναπτύσσονται και πώς αλλοτριώνουν και πώς αποδυναμώνουν.
Είναι λοιπόν σχέσεις εξουσίας.
* Καθαρά και μόνο και μια ανταλλαγή είναι. Διότι η Πέτρα είναι μια γυναίκα της δεκαετίας του ‘70. Της εποχής δηλαδή που είναι οι γυναίκες μόλις αρχίζουν να βγαίνουν στο στίβο της ζωή, να διεκδικούν και να έχουν δική τους τσέπη. Λέει πως «εγώ ό, τι έκανα με τη δουλειά μου το σπάω όποτε θέλω». Είναι σαφές λοιπόν πως είναι μια γυναίκα που αποφασίζει. Χωρίζει τον άντρα της και διεκδικεί την ηδονή, και βέβαια επειδή έχει μπει μέσα σε αυτόν τον κόσμο έχει γίνει άντρας, δηλαδή υιοθέτει όλα τα αντρικά χαρακτηριστικά κι αρχίζει να ασκεί εξουσία στη μικρή.
Κάποια στιγμή μάλιστα φέρεται στη μικρή όπως της φερόταν ο άντρας της…
* Ακριβώς. Σε έφτιαξα, σε κατέχω, μου ανήκεις. Αλλά η στάση της αυτή της γυρνάει «τούμπα» επειδή ο έρωτας δεν σηκώνει εξουσία. Όπως και με τη Μαρλένε που την έχει διαρκώς σε υποταγή.
Νομίζει μάλιστα ότι η Μαρλένε είναι δεδομένη.
* Όμως κανένας άνθρωπος δεν είναι δεδομένος.
Μάλιστα όπως γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου για «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ»: «Η Παρθενόπη Μπουζούρη (…) είχε μια φοβερή δύναμη και μια πειθαρχία φοβερή παραμένοντας τόσο καιρό σιωπηλή».
* Ναι, η σιωπή της Μαρλέν είναι νομίζω και θέση. Σωπαίνω δεν σημαίνει ότι είμαι αδύναμος. Εδώ θα ήθελα να επιστρέψω στο μάθημα, στις διδασκαλίες μου για τον λόγο. Όχι μόνο τον σκηνικό λόγο, αλλά γενικά, για να τονίσω πως η σιωπή είναι προϋπόθεση. Ο λόγος είναι αυτός που συμβαίνει ανάμεσα σε δύο σιωπές. Πόσο μακριές θα είναι δεν ξέρουμε αλλά η σιωπή είναι η πρώτη λειτουργία. Πρέπει να σωπάσεις για να αφουγκραστείς μέσα σου. Να αφουγκραστείς τον κόσμο πριν το εκτοξεύσεις στα κεφάλια των θεατών. Και η σιωπή είναι κάτι που το καλλιεργείς.
Θέλω τώρα να μας πείτε τι είναι αυτό που… καλλιεργείτε για το επόμενο διάστημα;
* Στο ιστορικό Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης θα ανεβάσουμε «Το τελευταίο αίμα» του Παντελή Πρεβελάκη, στο πλαίσιο της θεματικής «Ο κύκλος του αίματος». Η Άντζελα Μπρούσκου σκηνοθετεί για πρώτη φορά στο θέατρο όπου μαθήτευσε, ένα τολμηρό και βαθιά ελληνικό κείμενο.
«Το τρελό αίμα» είχε ανέβει το 1979 στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία του Στέλιου Παπαδάκη. Έπαιξαν τότε: Τάκης Βουλαλάς, Φωτεινή Μανέττα, Μηνάς Χατζησάββας, Γιώργος Παρτσαλάκης και Δημήτρης Αθανασόπουλος. Τη μουσική είχε γράψει ο Νίκος Μαμαγκάκης και τα σκηνικά – κοστούμια είχε κάνει ο Σάββας Χαρατσίδης.
* Τώρα παίζουν: Διαμαντής Καραναστάσης, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου και εγώ. Η σκηνοθεσία ανήκει στην Άντζελα Μπρούσκου και οι φωτισμοί στον Νίκο Βλασόπουλο. Στον κόσμο του Πρεβελάκη οι ήρωες ασφυκτιούν μέσα στην κλειστή ζωή μιας οργανωμένης κοινωνίας που καταδυναστεύει τα μέλη της. Σιωπή και μυστικά. Απαγορεύσεις. Μέσα από το προστατευμένο κουκούλι της οικογένειας ξεσπούν βίαια πάθη, δράματα ζηλοτυπίας, μίση, βεντέτες. Ακραίες ερωτικές φαντασιώσεις, αιμομιξίες, φονικά, μοιχοί, αυτόχειρες. Σκηνικό το ελληνικό τοπίο, η επαρχία, το χωριό.
Πότε αρχίζετε;
* Από Πέμπτη 16 Απριλίου έως και Τέταρτη 10 Ιουνίου 2015. Κάθε Τετάρτη – Πέμπτη – Παρασκευή, 9.15 μ.μ. Το Σάββατο 6.15 μ.μ. και την Κυριακή 9.15 μ.μ.
Πριν κλείσουμε θα ήθελα να μας πείτε τη γνώμη σας για τα ζώα.
* Έχω ζώα. Μεγάλωσα στην περιφέρεια. Δεν είχαμε ζώο στο σπίτι αλλά είχαμε στη γειτονιά. Ήθελα πάντα να έχω κατοικίδιο αλλά η μαμά μου δεν ήθελε. Έτσι μάζευα πάντα γατάκια και θυμάμαι ότι τα πηγαίναμε στη γειτονιά μου με άλλα παιδιά τα κρύβαμε σε κάτι χαλάσματα, οικοδομές στο βουνό που ήταν δίπλα το δάσος και μαζεύαμε λεφτά και πηγαίναμε και τα ταΐζαμε. Γένναγαν οι γάτες και γέμιζε ο τόπος γατάκια που κάποια στιγμή τα χάναμε. Εδώ στην Αθήνα είχαμε με την Άντζελα ένα εργαστήρι στο Κολωνάκι, στην οδό Γιάννη Σταθά. Η πρώτη γατούλα που μας επισκέφτηκε ήταν μια τρικολόρε. Μας βρήκε και απαίτησε με τσαμπουκά να μπει μέσα στο εργαστήρι. Μπήκε και τελείωσε. Έγινε συγκάτοικος και την ονομάσαμε Ιφιγένεια. Ήταν μια γάτα που έβλεπε πρόβες και συχνά παρενέβαινε. Αυτή έκανε κι ένα γάτο. Έκανε παιδιά κι όταν μετακομίσαμε από εκεί την πήραμε μαζί μας. Πήδηξε όμως από το μπαλκόνι γιατί ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω στην άλλη γειτονιά. Δυστυχώς επέστρεψε φωλιασμένη και η Ιφιγένεια ήταν μια απώλεια πολύ μεγάλη. Μετά πήρα άλλα δύο γατάκια, δύο θηλυκά, σε αυτή τη γειτονιά, ζήσανε 10-12 χρόνια, η μια πέθανε πέρυσι κι η άλλη φέτος αλλά πριν προλάβει να φύγει η μια γατούλα, έκανε την εμφάνισή του στο δρόμο ένα κάτασπρο γατάκι και το μάζεψα. Είναι ο Σωτήρης, ο άρχοντας του σπιτιού…
Με τον «άρχοντα» ολοκληρώσαμε τη συζήτησή μας. Σας ευχαριστώ.
* Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ.

* Οι δύο πρώτες φωτογραφίες είναι στο «Βρυσάκι». Στο χώρο που φιλοξενεί πολλές καλλιτεχνικές παραστάσεις. Κοντά στο Μοναστηράκι. Η Παρθενόπη Μπουζούρη φωτογραφήθηκε στην εσωτερική του αυλή.
* Το ΘΕΑΤΡΟ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ιδρύθηκε το 1993 από την Άντζελα Μπρούσκου και την Παρθενόπη Μπουζούρη στην Αθήνα.
Αποτελείται από πυρήνα ηθοποιών και άλλων συνεργατών πού δουλεύουν συστηματικά υπό μορφή εργαστηρίων με στόχο τη διεύρυνση των υποκριτικών μεθόδων και πρακτικών για την κατάκτηση ενός κοινού κώδικα απέναντι στις απαιτήσεις της σύγχρονης θεατρικής αναζήτησης.



