25.5 C
Athens
Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022
 

Με την Πανσέληνο ο Ορέστης θα ακολουθήσει τον Σίμο Κακάλα στο μονοπάτι της Επιδαύρου…

Του Παναγιώτη Μήλα

Ήμασταν στα μέσα Ιουλίου. Το θερμόμετρο στα ύψη. Ο ήλιος έλιωνε και την πέτρα. Βρισκόμουν στον Βοτανικό αναζητώντας έναν πεζόδρομο. Μέσα στο λιοπύρι ένα δροσερό αεράκι από το βάθος. Περίεργη αίσθηση με αυτόν τον καύσωνα. Αναζήτησα την εξήγηση. Παρατήρησα και είδα μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά να κάθεται ανέμελα στο σκαλοπάτι μιας πόρτας, ακριβώς όπως οι γιαγιάδες του παλιού καιρού που παρακολουθούσαν, δημιουργούσαν και μετέδιδαν τα γεγονότα της γειτονιάς. Πλησίασα και ρώτησα το κορίτσι:

– Εδώ είναι ο κ. Κακάλας;
– Ναι, είναι μέσα και κάνουν πρόβα με την ομάδα.
– Ωραία, τότε θα καθίσω εδώ μέχρι να τελειώσουν.
– Περάστε μέσα. Ξέρω ότι σας περιμένουν.

Έκανα το πρώτο βήμα και ο Σίμος Κακάλας από μέσα που έκανε νεύμα να συνεχίσω.

Προχώρησα. Ήρθε κοντά μου και ψιθυρίζοντας μού είπε αυτό που ήθελε. Ψιθυρίζοντας του είπα αυτό που ήθελα. Κάθισα σε μια ψάθινη καρέκλα και αθόρυβα άνοιξα τη θήκη της φωτογραφικής μηχανής. Δοκίμασα το φωτισμό και βρήκα τις σωστές παραμέτρους. Με τον τηλεφακό ξεκίνησα τη φωτογράφηση προσπαθώντας να μην ενοχλώ. Στον χώρο –εκτός από ζέστη– επικρατούσε απόλυτη σιγή. Σχεδόν κατάνυξη. Αν και βρισκόμουν σε μια απόσταση 2-3 μέτρων ούτε που άκουγα τι έλεγε ο Σίμος Κακάλας στον Δημήτρη Λάλο που μόλις είχε τελειώσει το δικό του κομμάτι. Την ίδια στιγμή δύο άλλες φιγούρες (Έλενα Μαυρίδου, Μιχάλης Βαλάσογλου) συνέχιζαν την πρόβα τους με το πρόσωπο κρυμμένο πίσω από περίτεχνες μάσκες.

Αν πω ότι επικρατούσε θρησκευτική ευλάβεια θα είναι μέγα λάθος. Στους ναούς σπανίως έως ποτέ συναντούμε παρόμοια συμπεριφορά από το σύνολο των πιστών. Εδώ όμως, σε μια παλιά βιομηχανική στέγη που τώρα στεγάζει την “Εταιρεία Θεάτρου Χώρος”, όλοι οι ηθοποιοί, χωρίς εξαίρεση, παρακολουθούσαν και με πίστη και με σεβασμό και με προσήλωση κάθε κίνηση των συναδέλφων τους αλλά και κάθε παρατήρηση – συμβουλή – οδηγία του σκηνοθέτη. Ήταν κάτι μεταξύ μαθήματος και πρόβας. Με επικεφαλής τη Δήμητρα Κούζα, που δεν συμμετείχε εκείνη τη στιγμή, όλα τα παιδιά σαν αστροναύτες κάρφωναν το βλέμμα τους στον δικό τους πλανήτη, στον πλανήτη «Ορέστη». Στον «Ορέστη» του Ευριπίδη, ένα έργο άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή του, ένα καίριο και διαχρονικό σχόλιο πάνω στη λειτουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας. Με προσοχή «άκουγε» όλα όσα διαδραματίζονταν τριγύρω και ο ναύτης του Γιάννη Τσαρούχη με τον πορφυρό ορίζοντα μέσα στη λαμπρή κορνίζα…

Γκόλφω, Ερωφίλη, Ορέστης υπήρξαν εξαρχής οι στόχοι της πρωτοπόρας ομάδας “Εταιρεία Θεάτρου Χώρος” η οποία, δέκα χρόνια τώρα που παρακολουθούμε την ύπαρξή της, αναζωογονεί το θέατρό μας. Με πλήρη αφοσίωση, με βαθιά μελέτη, με ουσιαστική δουλειά και με οδηγό τη μετάφραση του Τσαρούχη, ο Σίμος Κακάλας αναζητά τη θέση της τραγωδίας σήμερα. Προτείνει ένα θέατρο λαϊκό, άμεσο, ποιητικό και συμβολικό ταυτόχρονα, που ολοκληρώνεται μέσα από τη διαδραστική σχέση με το κοινό.

Παρακολουθώντας τη μυσταγωγία της πρόβας, θυμήθηκα μια ερώτηση που είχε κάνει στον Σίμο Κακάλα για το catisart.gr η Ειρήνη Αϊβαλιώτου, σε μια παλαιότερη συνέντευξη.

– Πώς δαμάζεται ένας ρόλος;

* “Αυτό εξαρτάται από τον ηθοποιό, υπάρχουν προσωπικοί δρόμοι που ορίζουν κάποια πράγματα και δεν θέλω να τα αγγίζω, από την άλλη υπάρχουν και άπειρες τεχνικές γνωστές και μη για να προχωρήσει κανείς σε κάτι τέτοιο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι απαιτεί πάντα κόπο”.

Σκέφτηκα ότι πράγματι απαιτούσε πολύ κόπο όλη αυτή η προσπάθεια που έκαναν οι ηθοποιοί για να στηρίξουν τον “Ορέστη” να κάνει το ένα βήμα μετά το άλλο ώστε να ακολουθήσει τον Σίμο Κακάλα στο μονοπάτι προς το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου όπου θα συναντηθούν με το κοινό την Παρασκευή 28 και το Σάββατο 29 Αυγούστου, στο κλείσιμο του φετινού Φεστιβάλ και κάτω από το φως της μεγάλης πανσελήνου της χρονιάς.
Αυτό το φως θα φωτίσει κάθε λεπτομέρεια της δουλειάς αυτών των παιδιών – καλλιτεχνών.

Το θέατρο είναι πάντα μια συλλογική δουλειά;

* “Είναι πάντα και μόνο συλλογική δουλειά σε όλες του τις μορφές. Διατηρεί το θέατρο πάντα την ουσία του «θιάσου». Ξεπηδά κατευθείαν μέσα από τη συλλογική διαδικασία που συνιστά την κοινωνία. Δεν μπορεί να μην είναι συλλογικό”.
Αυτήν την ουσία του «θιάσου» την έβλεπα στα πρόσωπα και στο βλέμμα αυτών των παιδιών που τηρώντας αυστηρούς κανόνες προσέγγιζαν στιγμή τη στιγμή και ώρα την ώρα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Καλογυμνασμένα, καλοκουρδισμένα σώματα δεν έχαναν ούτε χιλιοστό από την πορεία τους. Όλα –ακόμη και η ανάσα τους– ήταν προσχεδιασμένα. Αρμονικές, δύσκολες, σκληρές, χαλαρές, γρήγορες κινήσεις έδιναν χρώμα στην τετράγωνη, λευκή, ψηλοτάβανη αίθουσα. Τα περίτεχνα προσωπεία που φορούσαν, οι μάσκες τους, έκρυβαν τις συσπάσεις και τον πόνο του προσώπου.

Το ανθρώπινο σώμα δεν αρκεί στη σκηνή; Η χρήση προσωπείου τι το ιδιαίτερο τονίζει;

* “Το προσωπείο απαιτεί μια μεγέθυνση του σώματος, εντείνει πολλές σωματικές λειτουργίες και πολλές φορές τις φτάνει στα άκρα τους. Το προσωπείο έρχεται να καταργήσει το πρόσωπο του ηθοποιού όχι το σώμα του. Έρχεται να καταστήσει σαφή μια ταυτότητα”.
Και όλα αυτά με ένα και μοναδικό στόχο: Να κερδίσουν το στοίχημα και να πλησιάσουν όσο το δυνατό πιο κοντά στον δύσκολο στόχο που έχουν θέσει.

Αλήθεια, το πιο δύσκολο θεατρικό έργο είναι και το πιο όμορφο, κατά κανόνα;

* “Όχι απαραίτητα. Ίσως έχω μια εμμονή με τα δύσκολα έργα γιατί βαριέμαι εύκολα άμα κάτι το νιώθω του χεριού μου, πάντως τα δύσκολα έργα, θα έλεγα αυτά που μας ξεπερνούν, έχουν να μας μάθουν τα περισσότερα και τα καλύτερα, και γι’ αυτό πρέπει να τα αποζητάμε”.

Για να μάθω κι εγώ τα περισσότερα καιρός ήταν να αφήσω κατά μέρος τα όσα είπε ο Σίμος Κακάλας στην παλιά του συνέντευξη στο catisart.gr και να προετοιμαστώ να συζητήσω μαζί του στο πρώτο διάλειμμα που θα έκανε. Όταν ήρθε αυτή η στιγμή πίστεψα ότι σχεδόν αμέσως θα μπορέσουμε να κουβεντιάσουμε για λίγο. Όμως η πρόβλεψή μου ήταν λανθασμένη. Το τέλος αυτού του μέρους της πρόβας είχε και μια πολύ σημαντική συνέχεια. Ο Σίμος και οι ηθοποιοί δεν γύρισαν τον διακόπτη για να μεταφερθούν ακαριαία στην ώρα της ξεκούρασης. Πέρασαν περίπου δεκαπέντε λεπτά μέχρι να αποφορτιστούν. Η Έλενα Μαυρίδου και ο Μιχάλης Βαλάσογλου έκαναν αυτό ακριβώς που κάνουν και οι δύτες: Την αποσυμπίεση. Ακολούθησαν την ίδια μέθοδο που όσοι -δύτες- δεν την έχουν κάνει έχουν κινδυνεύσει ή έχουν πάθει ανεπανόρθωτες ζημιές. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Τέτοιο προγραμματισμό στα πάντα δεν τον είχα ξαναδεί. Κυριολεκτικά ήμουν “χαμένος στο διάστημα”. Δυσκολεύτηκα λοιπόν να ακούσω αμέσως την πρόσκληση του Σίμου για να προχωρήσουμε στο δεύτερο κομμάτι της συνάντησής μας. Μετά τη φωτογράφηση ήρθε και η ώρα για μια σύντομη συνέντευξη.

Ας την παρακολουθήσουμε:

Μετά τη μητροκτονία τα τραγικά αδέρφια προσπαθούν να ξεφύγουν, ενώ η βία κυριαρχεί παντού. Στην παρηκμασμένη Αθήνα του Πελοποννησιακού πολέμου ο Ευριπίδης μιλά για τη δημοκρατία που φθίνει και πειραματίζεται πάνω στα όρια της τραγωδίας.

Στην παρηκμασμένη Αθήνα του Πελοποννησιακού Πολέμου (408 π.Χ.) ο Ευριπίδης μιλά για τη δημοκρατία που φθίνει και πειραματίζεται πάνω στα όρια της τραγωδίας. Μετά τη μητροκτονία τα τραγικά αδέρφια, Ορέστης και Ηλέκτρα, προσπαθούν να ξεφύγουν, ενώ η βία κυριαρχεί παντού.

Σίμο, πήρα αφορμή από τις σημειώσεις σου που υπάρχουν στη σελίδα του Φεστιβάλ Αθηνών. Σε ένα σημείο λέει η Ηλέκτρα στον Ορέστη: «Και τι δεν τραβάει ο άνθρωπος σε αυτή τη ζωή»… Έχει τελικά δύναμη ο άνθρωπος για να αντιμετωπίσει τα δύσκολα;

* Ο άνθρωπος έχει δύναμη να αντιμετωπίσει τα πάντα, απλά νομίζω ότι εξαρτάται και από το τι άνθρωπος είναι, ποιος είναι τελικά. Νομίζω ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα και τον τελευταίο καιρό μέσω και της επιστήμης αρχίζουμε και κατανοούμε ότι τα πράγματα δεν είναι ποτέ άσπρο ή μαύρο αλλά έχουν να κάνουν με πολλές παραμέτρους οπότε φυσικά κάποιοι άνθρωποι αντέχουν πολλά, κάποιοι άλλοι λιγότερο. Εδώ ο Ευριπίδης παίζει με τα κλισέ επειδή αυτά είναι κάτι αγαπητό στον συγγραφέα. Σε αυτό το έργο τα χρησιμοποιεί πάρα πολύ. Νομίζεις ότι ακούς συνέχεια λαϊκές θυμοσοφίες, όλοι μιλάνε με κοινοτοπίες, όπως «αχ, τι θα θες, έτσι είναι η ζωή» ή «έτσι όπως μας φτάσανε», ακούς πάρα πολύ αυτές τις φράσεις. Θυμίζει γενικά την αντιμετώπισή μας και τώρα στη συγκεκριμένη περίοδο μέσα από διάφορες παρόμοιες καταστάσεις.

Ο Ευριπίδης μιλάει και για τη δημοκρατία που φθίνει και πειραματίζεται στα όρια της τραγωδίας. Υπάρχει κάποια παράλληλη σχέση με το σήμερα;

* Μην ξεχνάμε ότι το έργο γράφεται 20 χρόνια μετά την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου και έχουμε άλλα δέκα μπροστά μας. Ο Ευριπίδης είναι εδώ σε μια στιγμή απελπισμένη και στην προσωπική του ζωή. Μάλιστα αυτό το καταλαβαίνουμε γιατί μετά αυτοεξορίζεται και πηγαίνει στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου στη Μακεδονία. Προφανώς έψαχνε κάτι πιο ήσυχο, μακριά από το ρυπαρό αστικό περιβάλλον που υπήρχε στην Αθήνα εκείνη την εποχή με τους πολιτικούς, τους πολιτικάντηδες, την αλλοίωση του δημόσιου λόγου και την αλλοτρίωσή του. Είναι μια εποχή στην οποία επικρατούν οι καιροσκόποι, επικρατούν άνθρωποι οι οποίοι υπόσχονται και παρασύρουν τον λαό. Άλλωστε ο Ευριπίδης το λέει κιόλας μέσα στο κείμενό του: «Μεγάλη συμφορά φέρνει αυτός που τα λέει όπως αρέσουν στους πολλούς και… τυλίγει έτσι τον κόσμο». Έχουμε ακόμη τον αγγελιαφόρο που μεταφέρει το μήνυμα από την Εκκλησία του Δήμου στην οποία έχουν επικρατήσει αυτοί που ήταν οι πιο θερμοκέφαλοι και όχι οι λογικοί. Αυτό ήταν κάτι που συνέβαινε εκείνη την εποχή συνέχεια, όμως είχε κουράσει και όλοι έβλεπαν το αδιέξοδο στο οποίο οδηγήθηκε εν τέλει η Δημοκρατία. Βλέπετε στην Ελλάδα πάντα μαθαίναμε για τον Χρυσό Αιώνα του Περικλή και όχι για την παρακμή που ακολούθησε. Γιατί το μεγάλο μάθημα έπρεπε να το πάρουμε από την περίοδο της παρακμής.

Δηλαδή;

* Έπρεπε, δηλαδή, να μάθουμε πώς διαλύθηκε αυτή η χρυσή εποχή και πως κατέληξε εκεί που κατέληξε. Δυστυχώς η Ιστορία μάς διδάσκει μόνο τα best of, μάς διδάσκει τα καλύτερα, μάς δείχνει μόνο τη στιγμή που ο άλλος έκοψε το νήμα και έκανε ρεκόρ. Όμως πρέπει να ξέρουμε ότι και οι αποτυχίες διδάσκουν εξίσου καλά αν και μάλλον δεν μας ταιριάζουν πολύ σαν ιδεολογία και σαν ιδιοσυγκρασία. Όμως τελικά εκεί βρίσκεται το μυστικό, στη μάθηση από τα λάθη μας.

Συνεχίζοντας να πάμε στον Γιάννη Τσαρούχη του οποίου χρησιμοποιείς τη μετάφραση. Μια μετάφραση σε ελεύθερη απόδοση, με καθημερινή γλώσσα και χωρίς ρίμα. Μάλιστα υπογραμμίζεις στο σημείωμά σου ότι «αυτή η μετάφραση είναι οδηγός μας». Δίνει τόση ενέργεια η μετάφραση του Τσαρούχη;

* Ασφαλώς. Αυτή η δουλειά του Τσαρούχη πιστεύω ότι θα έπρεπε να έχει επιδράσει και επηρεάσει τις μεταφράσεις μας και την οπτική μας πάνω στην αρχαία τραγωδία περισσότερο από όσο το είχε κάνει κι αν το είχε κάνει. Βέβαια ο Τσαρούχης δεν ήταν φιλόλογος, ήταν όμως καλλιτέχνης και γι’ αυτό το λόγο πιστεύω ότι είχε καταλάβει απόλυτα τον Ευριπίδη. Μας μιλάει με το πνεύμα του συγγραφέα ο οποίος είναι και ο πρώτος που εισάγει τη «φέτα ζωής» και προσφέρει κάτι που ξεφεύγει από το απόλυτο σχήμα του Αισχύλου το οποίο εγώ το φαντάζομαι περισσότερο κοντά στο ιαπωνικό Θέατρο Νο.

Τι εννοείς με το «φέτα ζωής»;

* Ο Ευριπίδης εισάγει ένα ρεαλισμό, δίνει δηλαδή στιγμές από την καθημερινότητα, ντύνει τους ήρωές του με κουρέλια και γι’ αυτό τον κατηγορούσαν τότε. Ακόμη ενοχλεί επειδή παρουσίαζε τους θεούς σαν ανθρώπους. Επειδή δεν τους έφερνε από επάνω αλλά από τη γη μαζί με τους ανθρώπους. Τον κατηγορούσαν λοιπόν για όλα αυτά τα νεωτεριστικά, αλλά και εμείς τον αγαπάμε τον Ευριπίδη επειδή αυτό που μας δίνει είναι ουσιαστικά το σύγχρονο θέατρο. Είναι πολύ πιο κοντά μας, σε σχέση με τον Αισχύλο που είναι «τοτέμ» μιας και, όπως είπα και προηγουμένως, πλησιάζει περισσότερο προς το Θέατρο Νο. Μιλάει για θεούς και δαίμονες ενώ η Κλυταιμνήστρα του και ο Αγαμέμνονάς του είναι τοτεμικές φιγούρες. Είναι σχεδόν σύμβολα, είναι αρχέτυπα, δεν είναι άνθρωποι.

Ενώ στον Ευριπίδη τι συμβαίνει;

* Στον Ευριπίδη τους βλέπεις, είναι άνθρωποι, με τα συναισθήματά τους, είναι παρορμητικοί, φουντώνουνε, ειρωνεύονται, η κωμωδία είναι πάντα δίπλα εκεί στον Ευριπίδη, η ειρωνεία, το κλείσιμο του ματιού στον θεατή. Γι’ αυτό και λέμε ότι πολλά έργα του είναι πιο ανάλαφρα, δεν είναι ξεκάθαρες και αμιγείς τραγωδίες, όπως η «Ελένη» και η «Άλκηστη». Αλλά και εδώ στον δικό μας Ορέστη είναι μια τραγωδία μέχρι τη στιγμή που βγαίνει ο Φρύγας, ο οποίος είναι ο κομμωτής της Ωραίας Ελένης και ξαφνικά γυρίζει το έργο σε ένα θέατρο τύπου βαριετέ. Από εκεί που είναι τραγωδία και πάνε για τη σφαγή ξαφνικά πετάγεται αυτός μέσα από τα δώματα της Ελένης και αλλάζει όλη τη δομή.

Ο Ορέστης λέει ότι «αφού είναι να πάθουμε κάποιο κακό εμείς, ας το πάθει πρώτα και ο Μενέλαος». Αυτό είναι κάτι που το λέμε και εμείς σήμερα;

* Νομίζω ότι είμαστε έτοιμοι να βάλουμε σε όλα φωτιά και να τα κάνουμε στάχτη και μπούρμπερη, ακριβώς όπως αποφασίζουν να κάνουν η Ηλέκτρα, ο Ορέστης και ο Πυλάδης στο τέλος. Όταν λένε πως «τι να γίνει, ας βάλουμε φωτιά στο σπίτι, ας δολοφονήσουμε την Ελένη, να πάθει και ο Μενέλαος κάτι κακό μαζί με μας, αφού θα φουντάρουμε εμείς ας φουντάρουν όλοι, ας παρασύρουμε τους πάντες και τα πάντα στην καταστροφή». Φυσικά αποφασίζουν αυτό αλλά εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάποιοι άνθρωποι βρίσκονται στριμωγμένοι στη γωνία κανονικά. Δηλαδή η απόφαση στην Εκκλησία του Δήμου έχει να κάνει με τον αν θα λιθοβοληθούν ή αν θα σφαχτούν. Οπότε σε τι θέση μπορεί να φέρει αυτό έναν άνθρωπο; Σαφέστατα και εμείς νομίζω ότι μοιάζουμε πολύ, είμαστε το ίδιο παρορμητικοί και παρασυρόμαστε από τα συναισθήματά μας. Όμως όταν ξέρεις ότι ένας ολόκληρος λαός είναι έτσι και τον στριμώχνεις κι από πάνω, τότε αναλογίζεσαι αυτό που λέει το έργο, δείχνει σαν να μην υπάρχει διέξοδος από πουθενά και κανένας δεν είναι λογικός άνθρωπος, δεν υπάρχει η φωνή της λογικής, δεν ακούγεται από πουθενά…

Οδηγεί όμως τον θεατή ώστε να δει αυτό το αδιέξοδο;

* Ακριβώς, σιγά σιγά του το αποκαλύπτει μπροστά του και αναρωτιέσαι εσύ και λες «μα, ναι τι να γίνει»;

Ο θεατής τη στιγμή αυτή μπορεί να γυρίσει, να σκεφτεί και να βγάλει κάποια συμπεράσματα όσον αφορά τη δική του συμπεριφορά απέναντι στα πράγματα;

* Νομίζω ότι ίσως να υπάρχει και άλλη στάση πέρα από το δίλημμα «μαχαίρι ή κρεμάλα» και εδώ ο Ευριπίδης βγάζει φυσικά τον από μηχανής θεό, τον Απόλλωνα, στο τέλος αν και ξέρει καλά ο συγγραφέας ότι αυτό δεν γίνεται στη ζωή. Στη ζωή δεν συμβαίνει ποτέ να κατέβει ξαφνικά ο Θεός και να πει «άντε καλά, όλα εντάξει». Εδώ είμαστε σε μια τραγωδία στην οποία δεν υπάρχει η επιχειρηματολογία όπως την έχουμε μάθει από τον Σοφοκλή, όπου υπάρχει δημόσιος λόγος ο οποίος είναι στιβαρός και καθαρός, οι αντίδικοι έχουν ξεκάθαρες θέσεις, εγώ αναπτύσσω τη άποψή μου στη σκηνή, ο Χορός με ακούει, θα σκεφτεί και θα αποφασίσει.

Ενώ εδώ στον “Ορέστη”;

* Εδώ στον “Ορέστη” όλοι κατευθύνονται από τα συναισθήματά τους και είναι σαν να αποτυπώνεται κατά κάποιον τρόπο αυτό που θα συνέβαινε στην Εκκλησία του Δήμου. Μια κατάσταση δηλαδή τραυματική, ένα θυμικό, οι εχθροί βρίσκονται έξω από τα τείχη και περιμένουν ενώ εμείς μέσα δεν αποφασίζουμε. Οι Αθηναίοι έχουν αρνηθεί μια ειρήνη που είχαν προτείνει οι Σπαρτιάτες εκείνη την περίοδο και κανείς δεν ξέρει γιατί την αρνηθήκανε. Ύστερα από τόσα δεινά, για ποιο λόγο είπαν όχι; Ήταν τόσο σίγουροι για τον εαυτό τους; Υπάρχουν τόσα ερωτήματα αναπάντητα για εκείνη την εποχή και ο Ευριπίδης έρχεται να τοποθετηθεί απέναντι σε όλο αυτό και λέει «κοιτάξτε το πού πάει, δεν μπορεί να πάει κάπου αλλού, πηγαίνει στον γκρεμό»… Βλέπουμε δηλαδή εδώ το γνωστό μας «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», αυτό δηλαδή που ενδεχομένως μας κυνηγάει και το έχουμε και ως λαϊκή παροιμία. Αυτό το έργο διαπραγματεύεται αυτό ακριβώς, το «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα» και τελικά έρχεται ο Θεός και σε σώζει, αλλά στη ζωή δεν υπάρχει Θεός που θα βάλει το χέρι του και θα πει «ως εδώ». Παρ’ όλα αυτά εμείς το «έχει ο Θεός» το έχουμε και στην καθημερινότητά μας. «Βλέποντας και κάνοντας» ή ακόμη και το «θα δούμε». Τα αφήνουμε δηλαδή σε μια μοίρα και αν είναι μοίρα θα γίνει έτσι…

Η πολιτική, οι πολιτικοί και το ψέμα στην τραγωδία του Ευριπίδη μας θυμίζουν τη σημερινή Ελλάδα;

*Ο Μενέλαος λέει σε κάποια στιγμή ότι «είναι σπουδαίο πράγμα ο λαός για όποιον καραδοκεί την ώρα που θα τον κουμαντάρει» και επίσης ο αγγελιαφόρος λέει πως «είναι μεγάλο κακό αυτός που τα λέει όπως αρέσουν στους πολλούς». Αυτό ξέρουμε ιστορικά ότι πάντοτε χρησιμοποιήθηκε από τους πολιτικούς αν και τελικά αποδείχθηκε πως είναι παγίδα.

Και γυρίζει μπούμερανγκ…

* Βεβαίως γυρίζει μπούμερανγκ. Αν από πίσω βρίσκεται ψέμα φυσικά θα γυρίσει. Μακάρι να ήταν αλήθεια αυτό από πίσω και να μη μας ένοιαζε αλλά δυστυχώς τις περισσότερες φορές καταλαβαίνουμε μετά ότι πρόκειται για ένα ψέμα.

Τώρα θα ήθελα να ρωτήσω αν με τις επιλογές των τελευταίων χρόνων η Ομάδα σας ολοκλήρωσε την πρότασή της για λαϊκό και ποιητικό θέατρο.

* Κατά κάποιο τρόπο με αυτά τα τρία έργα, την “Γκόλφω”, την “Ερωφίλη” και τον “Ορέστη” κλείνουμε την έρευνα πάνω σε μια τοπική κατεύθυνση που θέλαμε να πάρουμε. Οπότε αυτή τη στιγμή είμαστε στο κλείσιμο ενός κεφαλαίου και στο άνοιγμα μιας νέας σελίδας.

Στην Επίδαυρο με τον “Ορέστη”, θα υπάρξει κάποια διαδραστική σχέση με το κοινό;

* Θα το δούμε αυτό. Τον χειμώνα στη Θεσσαλονίκη ήταν αρκετά διαδραστική η παράσταση σε πολλές στιγμές όπου υπήρχαν κάποιες παρενθέσεις διαλόγου με το κοινό ανάλογα με τη ροή και τις αναφορές του κειμένου. Τώρα σε αυτή την παράσταση που είναι πιο ερμητική, θέλουμε να διατηρηθεί αυτό σαν στοιχείο αλλά θα δούμε με ποιον τρόπο. Έχει ο Τσαρούχης δύο υπόνοιες για το πού θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο.

Κλείνοντας θέλω να μας πεις και για τη μουσική που είχα την τύχη να ακούσω εδώ στη διάρκεια της πρόβας.

* Η μουσική είναι των Mohhamad. Είναι τρεις μουσικοί, ο Νίκος Βελιώτης, ο Coti K. και ο Ilios, οι οποίοι κάνουν drone μουσική και noise. Έχουν κάνει μια εξαιρετική δουλειά και έχουν διασκευάσει και ένα κομμάτι του Ευριπίδη που θα ακουστεί στην παράσταση, το «Ορέστης στάσιμον».

Είδα με πόση προσήλωση και ταπεινότητα δούλεψες με τους συνεργάτες σου και κλείνοντας θέλω να σε ρωτήσω ποιος σου δίδαξε αυτή τη μέθοδο;

* Δύο γάτες τις οποίες λάτρεψα και υπηρέτησα με προσήλωση και ταπεινότητα μου δίδαξαν αυτή τη μέθοδο και μπορώ να πω ότι ακολουθώντας την βγαίνω πάντα κερδισμένος

Σε ευχαριστούμε που μοιράστηκες μαζί μας τις σκέψεις σου. Ήταν πολύτιμες.

* Κι εγώ σας ευχαριστώ και σας περιμένω με το φως της Πανσελήνου και το φως της Επιδαύρου στον Ορέστη μας.

Πληροφορίες για την παράσταση

“Ορέστης” του Ευριπίδη
Μετάφραση: Γιάννης Τσαρούχης
Σκηνοθεσία: Σίμος Κακάλας
Σκηνικά: Σίμος Κακάλας-Μάρθα Φωκά
Κοστούμια – Μάσκες: Μάρθα Φωκά
Μουσική: Mohammad
Φωτισμοί: Περικλής Μαθιέλλης
Βοηθός Σκηνοθέτη – Δραματολόγος: Δημήτρης Καλακίδης
Σχεδιασμός κούκλας: Γιάννης Κατρανίτσας
Κατασκευή κούκλας: Βούλα Στούμπου
Μάσκες χορού: Τίνα Παραλή

Ερμηνεύουν: Δήμητρα Κούζα, Έλενα Μαυρίδου, Μιχάλης Βαλάσογλου, Δημήτρης Λάλος
Συμμετέχουν το Α’ και Β’ έτος της δραματικής σχολής του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και το Α’ έτος της δραματικής σχολής Δήλος
Οργάνωση παραγωγής: Εταιρεία Θεάτρου Χώρος
Εκτέλεση παραγωγής: Γιώργος Μαυρίδης

Πού και πότε θα τη δούμε

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
στις 28 και 29 Αυγούστου 2015
Η μεγάλη πανσέληνος της χρονιάς
Στις 9 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων
VIP: 30 ευρώ
Ζώνη Α: 25 ευρώ
Ζώνη Β: 15 ευρώ, 12 ευρώ (ομαδικό)
Άνω Διάζωμα: 10 ευρώ, 8 ευρώ (ομαδικό)
Φοιτητικό: 15 ευρώ, 10 ευρώ
Άνεργοι, ΑΜΕΑ: 5 ευρώ

Στα Ελληνικά με Αγγλικούς υπέρτιτλους.

* Οι φωτογραφίες 1, 3 και 5 ανήκουν στην Εταιρεία Θεάτρου Χώρος και οι φωτογραφίες 2 και 4 στο catisart.gr

* Παλαιότερη συνέντευξη του Σίμου Κακάλα

* Αρς Αρσινό

* Αρς Αρσινό, το κόκκινο σταφύλι

* Παλαιότερη συνέντευξη με τον Δημήτρη Λάλο

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
693ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art