Cat Is Art

«Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Από τις εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορεί το βιβλίο «Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

Ένας ηλικιωμένος δημοσιογράφος, όταν γίνεται ενενήντα χρονών, αποφασίζει να κάνει ένα ξεχωριστό δώρο στον εαυτό του: μια νύχτα με μια έφηβη παρθένα. Η πιο φημισμένη και καπάτσα πατρόνα της πόλης τού βρίσκει αυτό που ζητάει.

Αλλά αντί για μια μικρούλα πόρνη που θα τον αναζωογονήσει, ο ήρωάς μας συναντά μια Ωραία Κοιμωμένη, που θα του πάρει το μυαλό. Και συνειδητοποιεί ότι μπορεί κανείς να πεθάνει στ’ αλήθεια από βαθύ, βασανιστικό, παράφορο έρωτα, σαν αυτόν που νιώθει τώρα ο ίδιος για πρώτη φορά στη ζωή του…

Ένα βιβλίο για την εφήμερη σάρκα και τον παντοτινό έρωτα, με τη γοητευτική φωνή, τον αισθησιασμό και τη διεισδυτική ματιά του μεγάλου Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

 

 

 

***

Διαβάστε ένα απόσπασμα:

Στις αρχές της καινούργιας χρονιάς είχαμε αρχίσει να γνωριζόμαστε σαν να ζούσαμε μαζί και ξύπνιοι, καθώς εγώ είχα βρει έναν προσεκτικό τόνο φωνής που εκείνη άκουγε δίχως να ξυπνάει και μου απαντούσε με τη φυσική γλώσσα του σώματος. Η διάθεσή της φαινόταν στον τρόπο που κοιμόταν. Από εξαντλημένο αγριοκόριτσο που ήταν στην αρχή, απέκτησε μια εσωτερική γαλήνη που ομόρφαινε το πρόσωπό της και της χάριζε χορταστικό ύπνο. Της ιστορούσα τη ζωή μου, της διάβαζα στο αυτί τα πρόχειρα των κυριακάτικων σημειωμάτων μου, στα οποία βρισκόταν ανομολόγητα εκείνη και μόνο εκείνη.

Τότε ήταν που της άφησα στο μαξιλάρι τα σμαραγδένια σκουλαρίκια της μητέρας μου. Τα φόρεσε στο επόμενο ραντεβού και δεν της πήγαιναν. Μετά της έφερα κάποια πιο ταιριαστά με το χρώμα του δέρματός της. Της εξήγησα: Τα πρώτα που σου έφερα δεν ήταν κατάλληλα για τον τύπο και το κούρεμά σου. Αυτά θα σου πηγαίνουν καλύτερα. Δε φόρεσε κανένα τους στα δυο επόμενα ραντεβού, αλλά στο τρίτο έβαλε αυτά που της είχα υποδείξει. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως δεν υπάκουε στις διαταγές μου, αλλά περίμενε την ευκαιρία για να με ευχαριστήσει. Εκείνες τις ημέρες ένιωσα τόσο εξοικειωμένος μ’ αυτό το είδος σπιτικής ζωής, ώστε δε συνέχισα να κοιμάμαι γυμνός, παρά έφερα τις πιτζάμες από κινέζικο μετάξι που είχα σταματήσει να χρησιμοποιώ επειδή δεν είχα για ποιον να τις βγάλω.

Άρχισα να της διαβάζω τον Μικρό πρίγκιπα του Σεντ-Εξιπερί, ενός Γάλλου συγγραφέα που ολόκληρος ο κόσμος θαυμάζει περισσότερο απ’ όσο οι ίδιοι οι Γάλλοι. Ήταν το πρώτο ανάγνωσμα που την ψυχαγωγούσε χωρίς να την ξυπνά, έως του σημείου που χρειάστηκε να πάω δυο μέρες συνεχόμενα για να της το διαβάσω όλο. Συνεχίσαμε με τα Παραμύθια του Περό, τη βιβλική ιστορία της δημιουργίας του κόσμου, τις Χίλιες και μία νύχτες σε μια αποστειρωμένη εκδοχή για παιδιά, και από τις διαφορές μεταξύ του ενός και του άλλου κατάλαβα πως ο ύπνος της είχε διάφορα επίπεδα βάθους, ανάλογα με το ενδιαφέρον της για την ανάγνωση. Όταν ένιωθα πως είχε φτάσει στο τελευταίο, έσβηνα το φως και κοιμόμουν αγκαλιά μαζί της ώσπου να λαλήσουν οι πετεινοί.

Ένιωθα τόσο ευτυχισμένος, που τη φιλούσα στα βλέφαρα, πολύ απαλά, και μια νύχτα εμφανίστηκε σαν φως στον ουρανό: το χαμόγελό της για πρώτη φορά. Αργότερα, χωρίς κανένα λόγο, στριφογύρισε στο κρεβάτι, μου γύρισε την πλάτη και είπε δυσαρεστημένη: Η Ισαμπέλ έκανε τα σαλιγκάρια να κλάψουν. Ενθουσιασμένος με την προοπτική ενός διαλόγου, τη ρώτησα στον ίδιο τόνο: Ποιανού ήταν; Δεν απάντησε. Η φωνή της είχε κάτι το πληβείο, σαν να μην ήταν δική της παρά κάποιας ξένης που βρισκόταν μέσα της. Κάθε σκιά αμφιβολίας εξαφανίστηκε τότε από την ψυχή μου: την προτιμούσα κοιμισμένη.

Το μοναδικό μου πρόβλημα ήταν ο γάτος. Ήταν ανόρεχτος και με απέφευγε, βρισκόταν δυο μέρες στη συνηθισμένη του γωνιά δίχως να σηκώσει κεφάλι και μου έριξε μια νυχιά πληγωμένου θηρίου όταν θέλησα να τον βάλω στο καλάθι για να τον πάει η Νταμιάνα στον κτηνίατρο. Με δυσκολία κατάφερε να τον πιάσει και να τον βάλει μέσα σ’ ένα σακί, ενώ εκείνος επιδιδόταν στην κλοτσοπατινάδα. Σε λίγο μού τηλεφώνησε από το καταφύγιο για να μου πει πως δεν υπήρχε άλλη λύση παρά να του κάνουν ευθανασία και χρειάζονταν την άδειά μου. Γιατί; Γιατί είναι πια πολύ γέρος, είπε η Νταμιάνα. Σκέφτηκα οργισμένος πως κι εμένα θα μπορούσαν να με ψήσουν ζωντανό σ’ έναν φούρνο για γάτους. Ένιωσα ανυπεράσπιστος ανάμεσα σε δυο πυρά: δεν είχα μάθει ν’ αγαπάω τον γάτο, αλλά ούτε μου πήγαινε η καρδιά να δώσω εντολή να τον σκοτώσουν μόνο και μόνο επειδή ήταν γέρος. Πού το έλεγε το εγχειρίδιο;
Το συμβάν με τάραξε τόσο, ώστε έγραψα ένα σημείωμα για την Κυριακή με τίτλο που σφετερίστηκα από τον Νερούδα: Είναι ο γάτος μια μικρή τίγρις σαλονιού; Το σημείωμα έδωσε αφορμή για μια καινούργια καμπάνια που δίχασε και πάλι τους αναγνώστες υπέρ και κατά των γάτων. Σε πέντε μέρες υπερίσχυσε η θέση πως ήταν θεμιτό να θυσιαστεί ένας γάτος για λόγους δημόσιας υγείας, αλλά όχι επειδή ήταν γέρος.

  • «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου», Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 128 (Επανέκδοση του βιβλίου Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, 2004)
Εκτύπωση
Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Related Posts