Cat Is Art

«Ο Τζόνι πήρε το όπλο του»: Είδαμε το αντιπολεμικό “κατηγορώ” του Dalton Trumbo στο “Επί Κολωνώ”

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

 

Γράφει η Ειρήνη Αϊβαλιώτου

Η Θάλεια Ματίκα σκηνοθετεί και μεταφέρει στο θέατρο, σε θεατρική διασκευή της Σοφίας Αδαμίδου, τη φημισμένη αντιπολεμική νουβέλα του Ντάλτον Τράμπο, το θεωρούμενο ως σημαντικότερο βιβλίο του, το «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του», μια αμείλικτη κριτική στον μιλιταρισμό και τον πόλεμο. Το ανέβασμα γίνεται σχεδόν 80 χρόνια αφότου γράφτηκε το έργο και η σκηνοθέτις δημιουργεί μια σημαντική, ολοκληρωμένη και συγκλονιστική αντιπολεμική παράσταση.

Την τελευταία μέρα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Τζο Μπόναμ τραυματίζεται σοβαρά από μια οβίδα. Έχοντας απολέσει τα άκρα, την ακοή και την όρασή του, ο νεαρός Τζο βυθίζεται σε έναν κόσμο ονειροπολήσεων και αναμνήσεων. Οι γιατροί θεωρούν πως έχει χάσει τη δυνατότητα σκέψης και συναίσθησης και τον μελετούν σαν να πρόκειται για αντικείμενο πειράματος. Παρ’ όλα αυτά ο Τζο σκέφτεται και μέσα στο αβάσταχτο μαρτύριό του θυμάται πώς ήταν η ζωή του πριν από τον πόλεμο, τον καιρό της απλότητας και της ειρήνης. Ταυτόχρονα προσπαθεί να βρει τρόπους επικοινωνίας με μια νεαρή νοσηλεύτρια, προκειμένου να την πείσει να τον βοηθήσει να τερματίσει τη ζωή του. Οι γιατροί όμως έχουν πάρει διαφορετικές αποφάσεις για εκείνον.
Το θρυλικό αριστούργημα «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» του Ντάλτον Τράμπο με τη μορφή θεατρικού μονολόγου ερμηνεύεται από τον Τάσο Ιορδανίδη, ο οποίος κρατά τον απαιτητικό ρόλο του Τζο, του νεαρού στρατιώτη θύματος της πολεμικής βίας, και το παρακολουθήσαμε στην Κεντρική Σκηνή του Θεάτρου Επί Κολωνώ. Προηγήθηκε μια περιοδεία στα ανοιχτά θέατρα της χώρας και η επίσημη συμμετοχή της παράστασης στο διεθνές φεστιβάλ Ανατολικής Ευρώπης στην Τιφλίδα της Γεωργίας.

Διαχρονικό κι επίκαιρο

Αναμφισβήτητα το έργο του Τράμπο είναι διαχρονικά επίκαιρο. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά γύρω του, να διαβάσει τις εξωτερικές ειδήσεις για να αντιληφθεί τις πάμπολλες εστίες πολέμου στον πλανήτη και να καταλάβει τη σημασία του.
«Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ, ενώ η ταινία, που σκηνοθέτησε ο ίδιος ο συγγραφέας, τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Κανών.

Μέσα από προσεκτικές “χειρονομίες” και δυνατές αντιπαραθέσεις το έργο αγγίζει το θαύμα της ζωής που παραμένει αιώνιο στην αδυσώπητη ροή του χρόνου. Ένα κορυφαίο αντιπολεμικό έργο, αλλά κι ένας σπαρακτικός ύμνος στην αδάμαστη θέληση της ανθρώπινης φύσης για ζωή.

Δύσκολο υλικό

Έχοντας υπόψη το βιβλίο του Ντάλτον Τράμπο -που κατά μια ειρωνική σύμπτωση δημοσιεύτηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1939, ακριβώς την ημέρα που η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία για την εισβολή στην Πολωνία- και έχοντας παρακολουθήσει πριν από χρόνια την ταινία, έφτασα στο θέατρο με μια αμφιβολία. Πώς θα μπορούσαν ηθοποιός και σκηνοθέτης να μεταφέρουν με επιτυχία αυτό το αντίξοο έργο στο θέατρο;
Δύσκολο το υλικό τους -η ιστορία ενός στρατιώτη που έχασε τα χέρια του, τα πόδια του και το πρόσωπό του διαλύθηκε σ’ ένα βαρύ τραυματισμό στο Μεγάλο Πόλεμο. Το σώμα του έχει γίνει μια φυλακή από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή.

Ο στρατιώτης

Αυτό ακριβώς βλέπουμε με το που μπαίνουμε στην αίθουσα. Λίγα λεπτά πριν από την έναρξη της παράστασης. Ο τραυματισμένος στρατιώτης είναι εκεί, ακίνητος σαν γλυπτό. Ηθοποιός και σκηνικό έχουν γίνει ένα. Ένα πρόσωπο και ένα σώμα τυλιγμένο σε έναν τεράστιο επίδεσμο. Μοιάζει με ένα δυνατό δέντρο εγκλωβισμένο στον πόνο.

Ξυπνάει στο νοσοκομειακό κρεβάτι. Θυμάται την έκρηξη της οβίδας. Καταλαβαίνει ότι έχει χάσει τα χέρια, τα πόδια του και σχεδόν όλο το πρόσωπό του: Μάτια, αφτιά, δόντια και γλώσσα. Η τραγωδία του όμως είναι ότι ο εγκέφαλός του είναι πλήρης. Το μυαλό του λειτουργεί τέλεια, φαινομενικά σε υπερκινητική ταχύτητα. Και είναι κρατούμενος στο σώμα του.

Δίχως όραση και ακοή, η μόνη αίσθηση που διατηρεί είναι αυτή της αφής. Μπορεί να αισθανθεί τα δάχτυλα της νοσηλεύτριας που σχηματίζουν γράμματα στο στήθος του και μπορεί να ανταποκριθεί χτυπώντας το κεφάλι του σύμφωνα με τον κώδικα Morse.

Ένα σύνθημα

Το έργο έχει πάρει τον τίτλο του «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» (Johnny Got His Gun) από ένα προπαγανδιστικό σύνθημα στρατολόγησης που χρησιμοποιείτο από τον αμερικανικό στρατό στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και παράλληλα έγινε ένα δημοφιλές τραγούδι.
Ο Τζο, καταδικασμένος σε μια ολοκληρωτική σιωπή, σκέφτεται, αισθάνεται, ονειρεύεται και θυμάται, διαψεύδοντας τις εκτιμήσεις της επιστήμης.
Ένας άνθρωπος – ζωντανή ενσάρκωση του πολέμου, ό,τι πιο κοντινό με έναν νεκρό άνθρωπο στη γη. Έτοιμος να εκραγεί οργισμένος με ό,τι άφησε πίσω του ο πόλεμος.

Θυμάται τη ζωή του: Το αγόρι που δουλεύει με πείσμα, που στηρίζει τη μητέρα και την οικογένειά του μετά το θάνατο του πατέρα του, που ερωτεύεται ένα κορίτσι με ανοιχτό και γλυκό πρόσωπο, που κατατάσσεται στο στρατό επειδή αυτό είναι κάτι που πρέπει να κάνει κάποιος όταν η πατρίδα του αντιμετωπίζει πρόβλημα.
Μια από τις πολλές ευαίσθητες στιγμές της παράστασης, είναι όταν ο Τζο συνειδητοποιεί ότι κάποιος τοποθετεί ένα μετάλλιο σε ό,τι απομένει από το στέρνο του.

Μια ιστορία για την επιβίωση και την αδιάκοπη και επίμονη ανάγκη όλων των ανθρώπων να ζήσουν με αξιοπρέπεια και σκοπό, «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» μας θυμίζει ότι πίσω από κάθε τραυματισμό στον πόλεμο υπάρχει η ιστορία ενός νέου ανθρώπου του οποίου οι ελπίδες, οι φιλοδοξίες και τα όνειρα έχουν κλαπεί.

Ένα συνταρακτικό “κατηγορώ” για το σύστημα που στέλνει ανθρώπους να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον.

Μια κραυγή πόνου και οργής για τη φρίκη του πολέμου και για την αδιαφορία και τον κυνισμό πολιτικών και στρατηγών.

Οι συντελεστές

Εξαιρετική η σκηνοθεσία από τη Θάλεια Ματίκα που βαδίζει σε καλό δρόμο, μοναδικών συναισθηματικών αποχρώσεων η μουσική του Τάσου Σωτηράκη, έξοχη ιδέα το σκηνικό – κοστούμι – εικαστική εγκατάσταση της εξαίρετης Ηλένιας Δουλαδήρη, δυναμικοί και πρωταγωνιστικοί οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, σοβαρή η δουλειά της Σοφίας Αδαμίδου στην απόδοση του κειμένου και συγκλονιστικότερη όλων η ερμηνεία του Τάσου Ιορδανίδη που καθηλώνει.
Το σημαντικό για τον Τάσο Ιορδανίδη είναι ότι δεν φοβάται τους κινδύνους. Δεξιοτέχνης και εκλεκτικός καλλιτέχνης, με την ευλογία της υπομονής και της επιμονής τολμά να εκτίθεται επί σκηνής. Εκτίθεται και γνωρίζει τις δυνατότητές του, τη φυσική του αντοχή, τις προϋποθέσεις και τις ανάγκες του ρόλου. Έχει ένα αλάνθαστο ένστικτο που μπορεί να τον καθοδηγήσει όταν παίρνει ένα ρίσκο. Η ερμηνεία του είναι αναμφισβήτητα σπουδαία και αποτελεί σταθμό για τη μέχρι τώρα σταδιοδρομία του. Συγκινητικός, νευρώδης, ώριμος, θριαμβικός, απεγνωσμένος, προδομένος, κουβαλά μια απέραντη εγκατάλειψη, μια μοναξιά λες από κατασκευής.

Το έργο «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» δεν αφορά μόνο τη φρίκη του πολέμου, αποκαλύπτει επίσης τη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος στις πιο απελπισμένες συνθήκες.

Αξίζει να παρακολουθήσει κανείς την παράσταση και να ακούσει την εξομολόγηση του στρατιώτη Τζο Μπόναμ -γιατί οι νεκροί δεν μπορούν να μιλήσουν και να μας πουν ποιος ήταν ο πόλεμος.

*Σημειωτέον ότι ο ρόλος του στρατιώτη Τζο Μπόναμ αποτέλεσε το πρώτο επαγγελματικό θεατρικό εγχείρημα του Τάσου Ιορδανίδη (2006) και μάλιστα στο Black Box του θεάτρου Επί Κολωνώ. Γεγονός που δίνει και μια συναισθηματική αξία στη μεταφορά της παράστασης στον συγκεκριμένο θεατρικό χώρο.

 

(Photo by John Swope/The LIFE Images Collection/Getty Images)

Ποιος ήταν ο Dalton Trumbo 

Το θέατρο είναι ένας εξαιρετικός τρόπος για να μνημονεύσουμε ιστορικά γεγονότα και προσωπικότητες. Ευκαιρία λοιπόν να αναφερθούμε και στην προσωπικότητα του Ντάλτον Τράμπο.
Ο James Dalton Trumbo (9 Δεκεμβρίου 1905 – 10 Σεπτεμβρίου 1976) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, διάσημος για το αντιπολεμικό μυθιστόρημα Ο Τζόνι πήρε το όπλο του. Έγραψε επίσης δεκάδες σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, δύο εκ των οποίων τιμήθηκαν με το βραβείο Όσκαρ.

Έντονα πολιτικοποιημένος διανοούμενος, με αριστερές πεποιθήσεις που εξέφραζε ακόμα και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, ο Τράμπο υπέστη απηνή διωγμό από το Χόλιγουντ μεταξύ 1947-1960, ενώ γνώρισε και τη φυλακή. Το όνομά του βρισκόταν στην κορυφή της διαβόητης Μαύρης Λίστας, δηλαδή των ανθρώπων που θεωρούνταν φιλικοί προς τη Σοβιετική Ένωση και γι’ αυτό κανένα στούντιο παραγωγής δε δεχόταν να συνεργαστεί μαζί τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα δύο οσκαρικά σενάριά του (Διακοπές στη Ρώμη 1953, Ο Γενναίος 1956) είχαν δηλωθεί με άλλα ονόματα, με αποτέλεσμα τα αγαλματίδια να του απονεμηθούν αναδρομικά, πολλές δεκαετίες αργότερα.

Ο Τζέιμς Ντάλτον Τράμπο, όπως ήταν το πλήρες ονοματεπώνυμό του, γεννήθηκε στο Μοντρόουζ του Κολοράντο στις 9 Δεκεμβρίου 1905. Από μικρός είχε κλίση προς τη δημοσιογραφία και, μαθητής ακόμα στο γυμνάσιο, κάλυπτε το δικαστικό και εκπαιδευτικό ρεπορτάζ σε τοπική εφημερίδα του Γκραντ Τζάνξιον, όπου είχε μετακομίσει η οικογένειά του. Μετά το θάνατο του πατέρα του εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, όπου εργάστηκε για οκτώ χρόνια ως αρτεργάτης. Παράλληλα δημοσιογραφούσε σε περιοδικά, παρακολουθούσε μαθήματα στο University of South Carolina και έκανε τις πρώτες του λογοτεχνικές απόπειρες, χωρίς πάντως να βρει εκδότη.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’30 προσλήφθηκε στη Warner Bros ως αναγνώστης (μία ειδικότητα που «χτένιζε» τα σενάρια πριν από την τελική έγκρισή τους). Την ίδια περίοδο εξέδωσε και το πρώτο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Έκλειψη, με εμφανείς επιρροές από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό.
Το 1937 προήχθη σε σεναριογράφο και πολύ σύντομα αναδείχτηκε σε έναν από τους πιο ακριβοπληρωμένους του Χόλιγουντ, με εβδομαδιαίες απολαβές που έφταναν τα 4.000 δολάρια.
Το 1940 έλαβε την πρώτη υποψηφιότητα για Όσκαρ, για το διασκευασμένο σενάριο της ταινίας Κίτι Φόιλ (ελληνικός τίτλος: Το δράμα μιας γυναίκας). Ένα χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει το θεωρούμενο ως σημαντικότερο μυθιστόρημά του, το Ο Τζόνι πήρε το όπλο του.

Το 1947 κλήθηκε στο Κογκρέσο για να καταθέσει ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων, η οποία ερευνούσε την «άλωση» του κόσμου του θεάματος από κομμουνιστές. Μαζί με εννέα ακόμα σεναριογράφους και σκηνοθέτες, ο Τράμπο παρουσιάστηκε αλλά αρνήθηκε να καταθέσει, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες διαδικασίες καταστρατηγούσαν τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία συνείδησης. Οι Δέκα, όπως πέρασαν στην Ιστορία, απολύθηκαν αμέσως από τις εργασίες τους, ο δε Τράμπο το 1950 πέρασε και έντεκα μήνες στη φυλακή για την άρνησή του να συνεργαστεί με την Επιτροπή.

Μετά την αποφυλάκισή του αυτοεξορίστηκε στην Πόλη του Μεξικού, γράφοντας σενάρια για μεξικανικές ταινίες και βιβλία. Έστελνε επίσης σενάρια σε εταιρείες παραγωγής του Χόλιγουντ, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο ή παρένθετα πρόσωπα. Στο Μεξικό έζησε περίπου μια δεκαετία. Με την υποχώρηση του μακαρθισμού και της Μαύρης Λίστας, επέστρεψε στις ΗΠΑ και ξανάπιασε δουλειά σε υπερπαραγωγές όπως ο Σπάρτακος και ο Πεταλούδας. Γενικά, υπήρξε ένας απ’ τους «μάγους» του διασκευασμένου σεναρίου, δηλαδή της μετατροπής ενός βιβλίου σε κινηματογραφικό σενάριο. Το 1971 έκανε και τη μοναδική σκηνοθετική του απόπειρα, γυρίζοντας σε ταινία το Ο Τζόνι πήρε το όπλο του.

Πέθανε από καρδιακή προσβολή στο Λος Άντζελες στις 10 Σεπτεμβρίου 1976. Σύμφωνα με την επιθυμία του, το σώμα του δεν τάφηκε αλλά χρησιμοποιήθηκε για ερευνητικούς σκοπούς. Ήταν παντρεμένος επί τριάντα επτά χρόνια με την Κλίο Φίντσερ (1916-2009) και είχαν τρία παιδιά, τον Κρίστοφερ, τη Μελίσσα και τη Νίκολα. Ο Κρίστοφερ Τράμπο έγινε ειδικός σε ζητήματα της Μαύρης Λίστας.

Οι πολιτικές διώξεις και τα «ορφανά» Όσκαρ

Φωτογραφία του Τράμπο από τη φυλακή, 9 Ιουνίου 1950

Χωρίς υπερβολή, στο πρόσωπο του Ντάλτον Τράμπο συμπυκνώνεται ολόκληρη η περίοδος που το Χόλιγουντ επιδιδόταν σε κυνήγι μαγισσών εναντίον όποιου βρισκόταν αριστερότερα των κατεστημένων πολιτικών κομμάτων. Από αυτόν ξεκίνησε η Μαύρη Λίστα, με αφορμή δικές του δουλειές ξεκίνησε και το ξήλωμά της.

Ο Τράμπο ήταν όχι απλά φιλελεύθερος, όπως αποκαλούνται γενικά οι αριστεροί στις ΗΠΑ, αλλά θαυμαστής της Σοβιετικής Ένωσης και κατά τη δεκαετία του ’40 μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στο ξεκίνημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εναρμονιζόμενος με τη σοβιετική γραμμή, υποστήριζε ανοιχτά τη γραμμή της μη γενίκευσης του πολέμου. Όταν αργότερα ο Χίτλερ επιτέθηκε στη Σοβιετική Ένωση, όχι μόνο άλλαξε άποψη, αλλά συμφώνησε με τον εκδότη του να αποσυρθεί από την κυκλοφορία το Ο Τζόνι πήρε το όπλο του για να μη δίνει επιχειρήματα στους οπαδούς της ουδετερότητας. Το 1946, με τον Ψυχρό Πόλεμο στα σπάργανα, δημοσίευσε ένα άρθρο όπου χαρακτήριζε την πολιτική των Δυτικών δυνάμεων ως απειλή για την ειρήνη. Όλα αυτά τον έκαναν εύκολο στόχο της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων. Εξάλλου ο Τράμπο ουδέποτε απέκρυψε την ιδεολογία του. Αυτό που αρνήθηκε, ήταν η δικαιοδοσία της Επιτροπής να τον κρίνει βάσει της ιδεολογίας του.

Ενόσω βρισκόταν στο Μεξικό, δύο σενάριά του κέρδισαν το Όσκαρ Καλύτερης Ιστορίας (μια κατηγορία που αργότερα συγχωνεύτηκε με το Όσκαρ Σεναρίου), κανένα όμως δεν έφερε το όνομά του. Για τις Διακοπές στη Ρώμη (1953) είχε χρησιμοποιήσει ως «βιτρίνα» τον άσημο Βρετανό σεναριογράφο Ίαν Μακλέλαν Χάντερ, ο οποίος και παρέλαβε το αγαλματίδιο. Για το Γενναίο (1956) είχε χρησιμοποιήσει το φανταστικό ψευδώνυμο Ρόμπερτ Ριτς.

Τον Ιανουάριο του 1960, ο Ότο Πρέμινγκερ ανακοίνωσε ότι προσέλαβε τον Τράμπο για το σενάριο της ταινίας Έξοδος. Λίγους μήνες μετά, ο Κερκ Ντάγκλας αποκάλυψε ότι ο Τράμπο ήταν ο σεναριογράφος της πολυαναμενόμενης νέας ταινίας του – επρόκειτο για το Σπάρτακο σε σκηνοθεσία Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Όταν ο Σπάρτακος έκανε πρεμιέρα τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, σήμανε την αρχή του τέλους για τη Μαύρη Λίστα: Το όνομα του Τράμπο εμφανιζόταν στην οθόνη, σπάζοντας με τον πλέον επίσημο τρόπο τον αποκλεισμό των προγραμμένων, και ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Τζον Κένεντι έσπευδε να παρακολουθήσει την ταινία, στέλνοντας μήνυμα ότι δε θα επέτρεπε στο εξής παρόμοιες πρακτικές.

Το 1975 η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου αναγνώρισε επίσημα τον Τράμπο ως δικαιούχο του Όσκαρ για το Γενναίο και του απέμεινε το αγαλματίδιο. Έπραξε το ίδιο για τις Διακοπές στη Ρώμη το 1993, ενώ ο Τράμπο είχε προ πολλού πεθάνει – μάλιστα ο γιος του Μακλέλαν Χάντερ είχε αρνηθεί να επιστρέψει το αγαλματίδιο του πατέρα του, με αποτέλεσμα να παραγγελθεί ένα αντίγραφο για να δοθεί στη χήρα του Τράμπο.

Σημείωμα της Σοφίας Αδαμίδου

«Πρόκειται για ένα τραγικά επίκαιρο έργο που συγκλονίζει με τη δύναμη και την αμεσότητά του. Ένα έργο γροθιά στο στομάχι. Ένα έργο που θέτει όλους μας απέναντι στην ευθύνη όπως την ορίζει ο Καζαντζάκης “Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω”. Μπροστά σ’ αυτή την ευθύνη θέτει όλους μας ο Τράμπο. Δεν ασχολείται με τον πόλεμο ως θέαμα, αλλά με τα αποτελέσματά του. Σκιαγραφεί τη μεγαλύτερη παράνοια του πολιτισμού μας σαν ένα εργοστάσιο παραγωγής κουφαριών. Στο βιβλίο μάλιστα είναι ιδιαίτερα αιχμηρός με αυτούς που «σπέρνουν» πολέμους, «θερίζοντας» κέρδη. Διαβάζοντας το βιβλίο από τα αγγλικά, το τέλος μου θύμισε το Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου, του Μπρεχτ, που κατά μαγική σύμπτωση γράφτηκε επίσης το 1939: “Ο πόλεμος που έρχεται δεν είναι ο πρώτος. Πριν από αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι. Όταν τελείωσε ο τελευταίος, υπήρχαν νικητές και νικημένοι. Στους νικημένους, ο φτωχός λαός πέθαινε από την πείνα. Στους νικητές ο φτωχός λαός πέθαινε το ίδιο… Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ. Ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει. Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: Ξέρει να σκέφτεται”. Αυτό μας λέει και ο Τράμπο. Η σκέψη μπορεί να αναχαιτίσει τα σχέδιά τους.»

***

Ο Τάσος Ιορδανίδης αναμετριέται με τον συγκεκριμένο μονόλογο ακολουθώντας τις σκηνοθετικές οδηγίες της Θάλειας Ματίκα, η οποία σημειώνει “ο Τζο, όπως κάθε άνθρωπος, το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια όμορφη χώρα. Δεν έχει σημασία σε ποια. Όλες οι χώρες είναι όμορφες. Ο πόλεμος όμως ακύρωσε τη ζωή του. Δεν ήταν δικός του αυτός ο πόλεμος. Ποτέ δεν έμαθε κι ούτε θα μάθει για ποιο λόγο πραγματικά έγινε αυτός ο πόλεμος, για ποιο λόγο γίνονται οι πόλεμοι. Το μόνο που νιώθει είναι το αίμα του να χτυπάει στα μηνίγγια του. Αλλά δεν πονάει. Είναι ένας ζωντανός που είναι νεκρός. Ένας νεκρός που είναι ζωντανός. Μπορεί να μην έχει ούτε πόδια, ούτε χέρια, ούτε ακοή, ούτε φωνή, να μην έχει πρόσωπο, να είναι ένα κομμάτι κρέας που το τρέφουν με σωληνάκια, αλλά χτυπάει η καρδιά του και το κυριότερο σκέφτεται. Έχει μνήμη. Θυμάται, σκέφτεται, θυμώνει, επιθυμεί, παλεύει για επικοινωνία”.

Ταυτότητα παράστασης

Θεατρική διασκευή – απόδοση κειμένου: Σοφία Αδαμίδου
Σκηνοθεσία: Θάλεια Ματίκα
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Σκηνογραφία – Κοστούμι: Ηλένια Δουλαδήρη
Μουσική: Τάσος Σωτηράκης
Υπεύθυνη επικοινωνίας παράστασης: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου
Τον Τζο ερμηνεύει ο Τάσος Ιορδανίδης

  • Εισιτήρια στο ταμείο του θεάτρου και μέσω της viva.gr: ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ

Πληροφορίες

Έναρξη παραστάσεων: Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Δευτέρα & Τρίτη στις 9:00 μ.μ.
Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό: 13,00€
Φοιτητικό/Ανέργων/Άνω των 65: 10,00€
Έως 30/9 τιμή προπώλησης 8,00€
Διάρκεια: 60’
Χώρος: Επί Κολωνώ – Κεντρική Σκηνή
Διεύθυνση: Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94
Τηλέφωνο: 210 5138067, Site: www.epikolono.gr
Facebook: https://www.facebook.com/epikolono.gr/
Στάση Μετρό: Μεταξουργείο
***
Κράτηση θέσεων & πώληση εισιτηρίων:
Στο ταμείο του Επί Κολωνώ, Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94, Κολωνός
Τηλ. 210 5138067, email: xkolono@otenet.gr, site: www.epikolono.gr
Στάση Μετρό Μεταξουργείο

Εκτύπωση
Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Ο Τζόνι πήρε το όπλο του»: Είδαμε το αντιπολεμικό “κατηγορώ” του Dalton Trumbo στο “Επί Κολωνώ”

Related Posts