Cat Is Art

«Ο Τροπικός του Καρκίνου» του Χένρι Μίλερ (αποσπάσματα)

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Το αριστούργημα του Χένρι Μίλερ, ένα μυθιστόρημα που εξακολουθεί να σκανδαλίζει. O συγγραφέας περιπλανιέται στο φαντασμαγορικό Παρίσι του Μεσοπολέμου και μέσα από πολλές μικρές και μεγάλες περιπέτειες και σπαρταριστές ερωτικές δραστηριότητες ανακαλύπτει τον ίδιο του τον εαυτό και το βαθύτερο ψεύδος του κόσμου που τον περιβάλλει.

«Ο Τροπικός του Καρκίνου» είναι ένα έργο αντισυμβατικό που περιγράφει την ωμή αλήθεια, χωρίς εξιδανικεύσεις και δήθεν ηθική. Επί τριάντα χρόνια τα έργα του Χένρι Μίλερ ήταν απαγορευμένα στην πατρίδα του. Τα βιβλία του Αμερικανού συγγραφέα θεωρούνταν «χυδαία» και «πορνογραφικά». Όταν κυκλοφόρησε πρώτη φορά στη Γαλλία ο «Τροπικός του Καρκίνου» ο Μίλερ ήταν περίπου 40 χρονών, ενώ πέρασαν ακόμη 30 χρόνια, ώσπου ο αγγλόφωνος κόσμος να μπορέσει να διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο, όπως και τα υπόλοιπα έργα του. «Ο Τροπικός του Καρκίνου» θεωρήθηκε έργο πορνογραφικό, γιατί μιλάει ανοιχτά για το σεξ χωρίς ανούσιες σεμνοτυφίες. Τα πρότυπα της τότε ηθικής ήταν πολύ πουριτανικά για να αντέξουν το τολμηρό εγχείρημα του Μίλερ, γι’ αυτό και απαγορεύτηκε. Απλά παρουσιάζει την ωμή πραγματικότητα.

Ο ίδιος λέει για το βιβλίο του: «Αυτό δεν είναι βιβλίο. Είναι ένας λίβελος, ένα κακολόγημα, η δυσφήμηση κάποιου ανθρώπου. Δεν είναι βιβλίο στην κανονική έννοια του όρου. Καθόλου. Δεν αποτελεί παρά μια παρατεταμένη διαρκή προσβολή, δεν αντιπροσωπεύει παρά μια ροχάλα εκσφενδονισμένη στο πρόσωπο της Τέχνης, μια κλωτσιά στα μαλακά των Θεών, του Ανθρώπου, της Μοίρας, του Χρόνου, της Αγάπης, της Ομορφιάς του καθετί, του οποιουδήποτε θελήσετε. Σκοπεύω να σας πω ένα τραγούδι, λίγο παράφωνα ίσως, αλλά θα το πω. Θα το πω ενώ εσείς θα κοάζετε και θα χορέψω πάνω στα βρώμικά σας πτώματα».

***

“Λαχταρώ έναν κόσμο, όπου οι άντρες και οι γυναίκες θα ’ναι σιωπηλοί σαν τα δέντρα (γιατί, αλίμονο, στον κόσμο μας μιλούμε τόσο πολύ, που το πράγμα έχει καταντήσει αφόρητο). Έναν κόσμο όπου οι ποταμοί – ανώνυμοι, άγνωστοι, ελεύθεροι από κάθε μυθολογία – θα σε κουβαλούν από μέρος σε μέρος και θα σε φέρνουν σ’ επαφή μ’ άλλους ανθρώπους και θα σε βοηθούν να γνωρίσεις την αρχιτεκτονική, τη θρησκεία, τα φυτά και τα ζώα διάφορων τόπων. Ποθώ μεγάλους κι αδάμαστους ποταμούς, χωρίς βάρκες και πλοία, ποταμούς που μέσα τους θα πνίγονται τα ανθρώπινα όντα, βουλιάζοντας όχι πια στο μύθο, την παράδοση, τα βιβλία και τη σκόνη του παρελθόντος, αλλά στο χρόνο, στο διάστημα και στην ιστορία. Ποταμούς τεράστιους, δημιουργούς απέραντων ωκεανών, όμοιων με τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, ποταμούς που δε θα κινδυνεύουν να ξεραθούν μες στο κενό του παρελθόντος. Ωκεανούς, ναι! Ας βρούμε, στην ανάγκη ας εφεύρουμε νέους ωκεανούς, παρθένους, άγνωστους, που θα μας ξεπλύνουν απ’ το παρελθόν, ωκεανούς που θα δημιουργήσουν νέες γεωλογικές κατατάξεις και νέους γεωλογικούς σχηματισμούς, νέες τοπογραφικές θέσεις και παράξενες, τρομαχτικές ηπείρους. Εμπρός! (…) Μας χρειάζεται ένας κόσμος κατοικημένος από άντρες και γυναίκες που θα κουβαλούν ανάμεσα στα σκέλια τους ένα μοτέρ, μας χρειάζεται ένας κόσμος κυριευμένος από φυσική μανία, πάθος, δράμα, δράση, όνειρα, τρέλα. Ένας κόσμος δημιουργός εκστατικών στιγμών, όχι παραγωγός πορδών. Πιστεύω πως σήμερα, πιότερο από ποτέ, είμαστε υποχρεωμένοι να σκαλίζουμε τα βιβλία, ακόμα κι αν στο καθένα απ’ αυτά δεν υπάρχει παρά μονάχα μια αξιόλογη σελίδα, γιατί οφείλουμε να ψάχνουμε ακατάπαυστα, για να βρούμε το κάθε κομμάτι, το κάθε ξεσκαλίδι, το κάθε θραύσμα που θα μπορούσε να περικλείει μέσα του λίγο μέταλλο, το καθετί που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάσταση των ψυχών και των σωμάτων. Μπορεί βέβαια να ‘μαστε όλοι καταδικασμένοι, μπορεί να μην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για κανέναν μας, αλλά ακόμα κι αν αυτό αληθεύει, δεν είναι σωστό να παραδοθούμε και να υποκύψουμε στη μοίρα μας δίχως μάχη”. (Απόσπασμα από το έργο του Χένρι Μίλλερ «Ο Τροπικός του Καρκίνου»)

*Το βιβλίο άρχισε να γράφεται το 1931 και εκδόθηκε το 1934 με τη χρηματική βοήθεια της Αναΐς Νιν. Το 1939 ο Χένρι Μίλερ εγκαταλείπει το Παρίσι, αφού δημοσιεύθηκε και το δεύτερο βιβλίο του “Ο Τροπικός του Αιγόκερω”. Ωστόσο, στις ΗΠΑ τα έργα του δεν εκδίδονται νωρίτερα από το 1960.

~ ~ ~

Υπάρχουν μέρες, μολαταύτα, με τον ήλιο να λάμπει κι εμένα να βγαίνω απ’ τα συνηθισμένα μονοπάτια και να τη λαχταρώ σαν τρελός. Μια στις τόσες, παρά την αλαμπή μου ικανοποίηση, κάθομαι και σκέφτομαι έναν άλλο τρόπο ζωής, κάθομαι και αναρωτιέμαι μήπως θα ήταν αλλιώτικα τα πράγματα αν είχα ένα νεαρό, σφριγηλό, αεικίνητο πλάσμα στο πλάι μου. Το πρόβλημα είναι ότι μετά βίας θυμάμαι πώς είναι η όψη της ή, ακόμα, πώς είναι να τη σφίγγω στην αγκαλιά μου. Όλα όσα ανήκουν στο παρελθόν φαίνεται να έχουν καταποντιστεί – έχω αναμνήσεις, αλλά οι εικόνες έχουν χάσει τη ζωντάνια τους, μοιάζουν νεκρές και ασύνδετες, σαν μούμιες φαγωμένες απ’το χρόνο και κολλημένες σ’ ένα τέλμα. Κάθε που πασχίζω ν’ αναθυμηθώ τη ζωή μου στη Νέα Υόρκη, το μόνο που φτάνει στο μυαλό μου είναι θραύσματα γεμάτε σκλήθρες, εφιαλτικά και καλυμμένα με χαλκοπράσινη σκουριά. Φαίνεται πως η κανονική μου ύπαρξη είχε φτάσει σ’ ένα κάποιο τέρμα, αλλά πού ακριβώς δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Δεν είμαι Αμερικανός πια, μήτε Νεοϋορκέζος, κι ακόμα λιγότερο Ευρωπαίος, ή έστω Παριζιάνος. Δεν έχω καμία υπηκοότητα, ευθύνη καμιά, μήτε μίση, μέριμνες, διόλου προκαταλήψεις, πάθη μηδέν. Δεν είμαι υπέρ, δεν είμαι και κατά. Είμαι ουδέτερος.

Είναι αδύνατον να κοιτάξεις έστω και μια γωνίτσα των ονείρων του δίχως να αισθανθείς το φούσκωμα του κύματος και τη δροσιά του αφρού. Κι αυτός, ο Ματίς, στο δοιάκι να στέκει ατενίζοντας με ακλόνητα γαλάζια μάτια το χαρτοφυλάκιο του χρόνου. Ω, σε τι αλαργινές γωνιές έχει ρίξει τη μακριά, λοξή ματιά του! Κοιτάζοντας πέρα από το αχανές ακρωτήριο της μύτης του έχει δει τα πάντα – τις Κορδιλιέρες που πέφτουν μες στον Ειρηνικό, την ιστορία της Διασποράς όπως είναι αποτυπωμένη στην περγαμηνή, φωτοφράκτες να μελωδούν με το θρόισμα της ακρογιαλιάς, το πιάνο να καμπυλώνει σαν κοχύλι, στεφάνες ανθέων να αναδίνουν διαπασών φωτός, χαμαιλέοντες να συστρέφονται σπασμωδικά κάτω από το βάρος βιβλίων, σεράγια ν’αφανίζονται αφήνοντας ωκεανούς κονιορτού, μουσική να ξεχύνεται σαν φωτιά μέσα από την κρυμμένη χρωμόσφαιρα της οδύνης, σπόρια και μικροοργανισμοί να γονιμοποιούν τη γη, ομφαλοί να εμέσσουν τους λαμπρούς γόνους της αγωνίας… Είναι ο έξοχος σοφός, ένας μάντης χορευτής που, με μια κίνηση του χρωστήρα, αφαιρεί το άσχημο ικρίωμα όπου το σώμα του ανθρώπου είναι αλυσοδεμένο από τα αδιάσειστα γεγονότα της ζωής. Αυτός είναι, ναι αυτός, αν κάποιος σήμερα έχει το χάρισμα, αυτός γνωρίζει πού να διαλύσει μιαν ανθρώπινη μορφή, αυτός έχει το σθένος να θυσιάσει μιαν αρμονική γραμμή προκειμένου να ανιχνεύσει το ρυθμό και το μουρμουρητό του αίματος, αυτός παίρνει το φως που έχει διαθλαστεί εντός του και το αφήνει να πλημμυρίσει την παλέτα των χρωμάτων.

Τα πάντα είναι γκρίζα, μακάβρια, σφύζουν από ευθυμία, πρησμένα από μέλλον, σαν φλεγμονή στα ούλα. Μεθυσμένος από τούτο το έκλυτο έκζεμα του μέλλοντος, τρεκλίζω ίσαμε την πλατεία Βιολέ, τα χρώματα να είναι ιώδη όλα και φαιοκύανα, τα ανώφλια τόσο χαμηλά ώστε μονάχα νάνοι και καλικάντζαροι μπορούν χωλαίνοντας να μπουν∙ πάνω από το μουντό κρανίο του Ζολά, οι καμινάδες ξερνάνε καθαρή κοκαΐνη, ενώ η Παναγία των Σάντουιτς αφουγκράζεται με αυτιά σαν λάχανα το κόχλασμα των δεξαμενών του αερίου, αυτά τα όμορφα, παραφουσκωμένα βατράχια που κάθονται ανακούρκουδα στην άκρη του δρόμου.

Είμαι απάνθρωπος! Το λέω μ’ ένα τρελό παραισθησιακό χαμόγελο, και θα συνεχίσω να το λέω ο κόσμος να χαλάσει. […] Πλάι πλάι με την ανθρώπινη φυλή οδεύει και μια άλλη ράτσα όντων, η ράτσα των απάνθρωπων, η ράτσα των καλλιτεχνών που, κεντρισμένοι από άγνωστες παρορμήσεις, παίρνουν τη δίχως ζωή μάζα της ανθρωπότητας και, με τον πυρετό και τον αναβρασμό που της προσδίδουν, μετατρέπουν αυτή τη λασπώδη ζύμη σε άρτο, και τον άρτο σε οίνο, και τον οίνο σε τραγούδι. Από το νεκρό κοπρόχωμα και την αδρανή σκωρία, οι καλλιτέχνες γεννάνε ένα τραγούδι που μεταδίδεται και μολύνει. Βλέπω αυτή την άλλη ράτσα να λεηλατεί το σύμπαν, να ανατρέπει τα πάντα, ενώ τα πόδια τους κινούνται πάντα μες στο αίμα και στα δάκρυα, τα χέρια τους είναι πάντα αδειανά, πάντα πασχίζουν το πέραν να αδράξουν, τον Θεό που είναι τόσο απροσπέλαστος. […] Βλέπω πως όταν ξεριζώνουν τα μαλλιά τους στην προσπάθεια τους να καταλάβουν, να κατακτήσουν αυτό που μένει πάντα απρόσιτο, βλέπω πως όταν αλαλάζουν σαν τρελαμένα τέρατα και ξεσκίζουν και ξεκοιλιάζουν, βλέπω ότι αυτό είναι το σωστό, ότι δεν υπάρχει άλλη ατραπός ν’ακολουθήσεις. […] Όλα τα υπόλοιπα είναι κίβδηλα, όλα τα υπόλοιπα είναι ανθρώπινα. Όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στη ζωή και την αζωία.

Σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες περιπλανήθηκα, και στον Καναδά, και στο Μεξικό. Η ίδια ιστορία παντού. Αν θες ψωμί, πρέπει ν’ αφήσεις να σε ζέψουν, να μπεις στην κρεατομηχανή. Σε όλο τον πλανήτη, μια γκρίζα έρημος, ένα χαλί από ατσάλι και τσιμέντο. Η Παραγωγή! Όλο και περισσότερες βίδες και παξιμάδια, όλο και περισσότερο συρματόπλεγμα, όλο και περισσότερες σκυλοτροφές, όλο και περισσότερες μηχανές για να κουρεύεις το γκαζόν, όλο και περισσότερα ρουλεμάν, όλο και περισσότερα εκρηκτικά, όλο και περισσότερα άρματα μάχης, όλο και περισσότερα δηλητηριώδη αέρια, όλο και περισσότερο σαπούνι, όλο και περισσότερες οδοντόκρεμες, όλο και περισσότερες εφημερίδες, όλο και περισσότερη εκπαίδευση, όλο και περισσότερες εκκλησίες, όλο και περισσότερες βιβλιοθήκες, όλο και περισσότερα μουσεία. Εμπρός! Ο χρόνος πιέζει. Το έμβρυο σπρώχνει το στόμιο της μήτρας, και δεν υπάρχει μήτε στάλα σάλιο να διευκολύνει την έξοδό του. Μια στεγνή στραγγαλιστική γέννα. Μήτε κλάμα μήτε τιτίβισμα. Salut au monde! Χαιρετισμός από είκοσι ένα κανόνια που βροντάνε από το απευθυσμένο.

Σκεφτόμουν όλο εκείνο τον καιρό που είχα χαραμίσει για να διαβάζω Βιργίλιο ή να τσαλαβουτάω σε ακατανόητες παρλαπίπες όπως το Χέρμαν και Δωροθέα. Τι παραφροσύνη! Μάθηση, αυτή η άδεια ψωμιέρα! Σκέφτηκα τον Καρλ που ξέρει να απαγγέλει τον Φάουστ από το τέλος προς την αρχή, που ποτέ δεν γράφει ένα βιβλίο δίχως να εγκωμιάσει παράφορα τον αθάνατο, αδιάφθορο Γκαίτε του. Κι ωστόσο, δεν έχει νου και γνώση να βάλει καμιά πλούσια να του αγοράσει μια αλλαξιά εσώρουχα. Υπάρχει κάτι το αισχρό σ’ αυτή την αγάπη για το παρελθόν που καταλήγει στις ουρές των απόρων και στα αμπριά. Υπάρχει κάτι αισχρό σ’αυτόν τον πνευματικό γκανγκστερισμό που επιτρέπει σ’έναν ηλίθιο να ραντίζει με αγιασμό τις Μεγάλες Βέρθες, και τα πανίσχυρα θωρηκτά, και τα τρομερά εκρηκτικά. Κάθε άνθρωπος με υπερβολική δόση κλασικών σπουδών είναι ένας εχθρός της ανθρώπινης φυλής.

[Εκδόσεις Μεταίχμιο]

Μετάφραση: Γ.Ι. Μπαμπασάκης

– Εικόνα: Μίλερ και Νιν, η πρώτη επαφή – 1931.

Εκτύπωση
Ειρήνη Αϊβαλιώτου«Ο Τροπικός του Καρκίνου» του Χένρι Μίλερ (αποσπάσματα)

Related Posts