21.5 C
Athens
Τετάρτη 18 Μαΐου 2022
 

Ο στρατιώτης ποιητής του Μίλτου Σαχτούρη και ο στρατιώτης φωτογράφος Γεώργιος Προκοπίου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου.

Την μιαν ημέρα έτρεμα,
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο,
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου.

Δεν έχω γράψει ποιήματα,
δεν έχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω.

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958) κι εκφράζει τα αισθήματα της φρίκης και του φόβου, που κυριαρχούν στην ποίηση του Σαχτούρη και δίνουν μια ζωντανή εικόνα της εποχής του.

Ένα ποίημα – κραυγή του Μίλτου Σαχτούρη, ένα ποίημα που αποδίδει με τον πλέον εναργή τρόπο τη φρίκη που βίωσε ο ίδιος ο ποιητής, αλλά και όλοι οι Έλληνες, τα χρόνια της Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου.
Ο Σαχτούρης δηλώνει εμφατικά πως δεν έχει γράψει ποιήματα, θέλοντας να τονίσει στους αναγνώστες του πως ό,τι έχει πρώτιστη σημασία δεν είναι η ποιητική του παραγωγή, αλλά οι σκληρές συνθήκες υπό τις οποίες έζησε τη ζωή του. Τα ποιήματά του δεν είναι παρά καταγραφές επώδυνων κι εφιαλτικών βιωμάτων, που δε θα πρέπει να εξετάζονται ως ποιητικά δημιουργήματα, αλλά ως ντοκουμέντα μιας αιματηρής ιστορικής περιόδου.

***

Γεώργιος Προκοπίου

Λίγο μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το Γενικό Επιτελείο Στρατού με ανακοινώσεις του ζητούσε για εθελοντική κατάταξη φωτογράφους και κινηματογραφιστές για το μέτωπο. Μέσα στο γενικό κλίμα ενθουσιασμού που επικρατούσε τότε, πολλοί ήταν αυτοί που ανταποκρίθηκαν άμεσα. Ανάμεσά τους και ο Σμυρνιός ζωγράφος Γιώργος Προκοπίου, που είχε έρθει πρόσφυγας μετά το 1922. Ενώ ορισμένοι πολιτικοί και μεγαλοαστοί «θυμήθηκαν» ότι έπρεπε να στείλουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό για σπουδές, για να αποφύγουν τη στράτευση, ο Προκοπίου, σε προχωρημένη πια ηλικία και πάσχοντας από άσθμα και βρογχίτιδα, επιδιώκει με κάθε τρόπο να πάει.

Μετά την αρχική απόρριψη της αίτησής του δεν το βάζει κάτω. Χρησιμοποιεί διάφορα μέσα και φτάνει μέχρι τον Μεταξά για να του δοθεί η άδεια. Και τελικά το πετυχαίνει. Στο μέτωπο ο Προκοπίου τράβηξε έναν ικανό αριθμό φωτογραφιών, που θα αποτελούσαν τη βάση για αντίστοιχους ζωγραφικούς πίνακές του. Θα πεθάνει τελικά στα παγωμένα βουνά της Βόρειας Ηπείρου, στις 20 Δεκεμβρίου 1940, ενώ ζωγράφιζε εκ του φυσικού το χιονισμένο Αργυρόκαστρο.

Ο Γεώργιος Προκοπίου (1876-1940) ήταν σημαντικός Έλληνας ζωγράφος, φωτογράφος και κινηματογραφιστής. Υπήρξε κατεξοχήν πολεμικός ζωγράφος.

Γεννήθηκε στον Βουρνόβα της Σμύρνης το 1876. Έδειξε από νεαρή ηλικία την κλίση του προς τη ζωγραφική και έλαβε τα πρώτα του μαθήματα στο σχέδιο από μια Αγγλίδα ζωγράφο που ζούσε στη Σμύρνη. Το 1895 έγινε δεκτός στην ΑΣΚΤ όπου σπούδασε πλάι στους Γεώργιο Ροϊλό και Νικηφόρο Λύτρα και αποφοίτησε το 1901. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στη Σμύρνη εγκαινιάζοντας το εκθεσιακό του έργο.

Το 1903 πραγματοποίησε ταξίδι στην Αίγυπτο όπου φιλοτέχνησε μια σειρά από πορτρέτα Ελλήνων ομογενών και γνωρίστηκε μέσω του Παύλου Μελά με υψηλόβαθμο αξιωματικό της αβησσυνιακής στρατιωτικής αποστολής, ο οποίος τον προσκάλεσε στην Αντίς Αμπέμπα. Τον επόμενο χρόνο κατάφερε να αναδειχτεί νικητής σε διεθνή διαγωνισμό προσωπογραφίας του αυτοκράτορα της Αιθιοπίας Μενελίκ Α΄, έλαβε τιμητικές διακρίσεις και ορίστηκε ζωγράφος της αυτοκρατορικής αυλής. Παρέμεινε στην αφρικανική χώρα ως το 1906 και έπειτα έζησε μεταξύ Αθήνας και Σμύρνης, ερχόμενος ενδιάμεσα σε επαφή και με τους χώρους της φωτογραφίας και της κινηματογράφησης. Κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων παρακολούθησε διάφορες συγκρούσεις, τις οποίες απεικόνιζε σε πίνακες. Ανάλογη ήταν η δράση του κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και κατά την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας όταν έπειτα από παραγγελία του στρατηγού Λεωνίδα Παρασκευόπουλου ανέλαβε να απαθανατίσει από την πρώτη γραμμή τα γεγονότα του πολέμου μέσω της ζωγραφικής, της φωτογραφίας και της κινηματογράφησης. Σημαντική θεωρείται σήμερα η κινηματογράφηση από τον ίδιο της καταστροφής της Σμύρνης. Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την έξωση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Μικρά Ασία, ο Προκοπίου αιχμαλωτίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από τουρκικό στρατοδικείο, κατάφερε όμως να αποδράσει με τη βοήθεια του πρόξενου της Γαλλίας και να βρει καταφύγιο στην Αθήνα όπου εγκαταστάθηκε οριστικά. Το 1940 με το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου καταφέρνει, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του και το σοβαρό πρόβλημα υγείας που τον ταλαιπωρούσε (έπασχε από βρογχικά), να αποσπάσει ειδική άδεια από τον αρχιστράτηγο Παπάγο που του επιτρέπει να βρεθεί για άλλη μια φορά στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Πέθανε από συγκοπή στις 20 Δεκεμβρίου 1940 κοντά στο Τεπελένι της Αλβανίας, εξαντλημένος από τις κακουχίες των επιχειρήσεων και τις αντίξοες κλιματολογικές συνθήκες. Στη συνέχεια το άψυχο σώμα του μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου πραγματοποιήθηκε η κηδεία του με τιμές εν ενεργεία συνταγματάρχη. Ήταν παντρεμένος από το 1906 με τη Λούλα Φασιλή, με την οποία απέκτησε δύο γιους, τους Ανδρέα και Άγγελο.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
694ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art