2.3 C
Athens
Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023

Ο κόσμος της μόδας αποχαιρετά τον Emanuel Ungaro

Απεβίωσε σε ηλικία 86 ετών ο Γάλλος σχεδιαστής μόδας Εμανουέλ Ουνγκαρό, που μαθήτευσε με τον κορυφαίο Βάσκο μόδιστρο Κριστόμπαλ Bαλενθιάγα προτού να αναδειχθεί και ο ίδιος σε έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της γαλλικής μόδας επί τέσσερις δεκαετίες.

Ο Ουνγκαρό, ο οποίος είχε αποχωρήσει από τον ομώνυμο οίκο μόδας το 2004, επειδή «η υψηλή ραπτική έπαψε να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των σύγχρονων γυναικών», αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας τα δύο τελευταία χρόνια, όπως ανέφερε η οικογένειά του στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων.

«Μολονότι αποχώρησε από τον οίκο μόδας, ήταν πάντα παρών και μας ενέπνεε. Πρόκειται για πολύ μεγάλη απώλεια», δήλωσε εκπρόσωπος της εταιρείας Ungaro.

 

 

Ο Εμανουέλ Ουνγκαρό γεννήθηκε στο Εξ αν Προβάνς της νότιας Γαλλίας στις 13 Φεβρουαρίου 1933, από Ιταλούς γονείς. Γιος ράφτη, απογείωσε το πατρικό επάγγελμα ανανεώνοντας την αρχιτεκτονική της μόδας με τις καθαρές γραμμές που υιοθέτησε δημιουργώντας κολεξιόν υψηλής ραπτικής αλλά και πρετ-α-πορτέ.

Σε ηλικία 23 ετών άρχισε να δουλεύει στο ατελιέ του Ισπανού μόδιστρου Κριστόμπαλ Βαλενθιάγα, τον μετρ που αναγνώρισε ως τον μοναδικό μέντορά του. Το 1965 ξεκίνησε τον δικό του οίκο ραπτικής με την επωνυμία Ungaro και δύο χρόνια αργότερα τον μετέφερε στην καρδιά της παριζιάνικης μόδας, στη Λεωφόρο Μοντέν.

Τα γυναικεία ενδύματa του Ουνγκαρό, τόσο εκείνα της υψηλής ραπτικής όσο και τα πρετ-α-πορτέ, ξεχωρίζουν για τα εντυπωσιακά χρώματά τους και τις κομψές σιλουέτες τους. Τα υλικά εναλλάσσονται και συνδυάζονται στο ίδιο ρούχο, διαφορετικά εμπριμέ συνυπάρχουν, το μετάξι βάφεται στα πιο ζωηρά χρώματα.

Το στυλ του γοήτευσε πολλές διάσημες γυναίκες της εποχής, όπως τη στενή φίλη του, Ανούκ Αιμέ. Είχε ντύσει με δημιουργίες του, μεταξύ άλλων, την Τζίνα Ρόουλαντς, την Τζάκι Κένεντι, την Κατρίν Ντενέβ και την Ιζαμπέλ Ατζανί.

Όπως και άλλοι σχεδιαστές, λάνσαρε επίσης αρώματα και αξεσουάρ. Το 1996 πούλησε τη φίρμα του στον οίκο Φεραγκάμο και το 2004 αποχώρησε οριστικά από τον κόσμο της μόδας. Τη φίρμα Ungaro ανέλαβαν να συνεχίσουν διάφοροι άλλοι μάνατζερ και σχεδιαστές – μεταξύ αυτών, για μικρό χρονικό διάστημα το 2009 ήταν και η σταρ του Χόλιγουντ, Λίντσεϊ Λόχαν.

 

 

Η ζωή του

Μεσογειακή πληθωρικότητα και ιταλική πολυτέλεια, αέρας γαλλικής Ριβιέρας, πάθος για τις γυναίκες, ένα μυαλό που το διαπερνούσαν διαρκώς φράσεις του Φουκώ, του Σαρτρ, του Πικάσο: είναι τα βασικά υλικά αυτού που υπήρξε για την παγκόσμια μόδα, για το φαντασιακό της ιδανικής γυναίκας, ο Emanuel Ungaro ο οποίος έφυγε από τη ζωή μέσα στο χτισμένο τον 18ο αιώνα σπίτι του στο Saint German του Παρισιού. Ήταν 86 ετών, βαριά άρρωστος τα τελευταία δύο χρόνια, για πάντα αποτραβηγμένος από τον κόσμο της μόδας από το 2004.

Τα οργιαστικού χρώματος και υφών πολυτελή ρούχα του, με τη θύελλα μοτίβων, τα μπροκάρ και τα μετάξια που θύμιζαν από ηρωίδες του Ντεγκά ως εξωτικές πριγκίπισσες, δεν συμβάδιζαν με την κυριαρχία του εφήμερου, φτηνού, εντυπωσιακού ως πυροτεχνήματος ύφους στην εποχή του lifestyle.

Όταν το 2009 -και ενώ είχε ήδη περάσει ο έλεγχος του οίκου του στον μεγιστάνα της Silicon Valley, Asim Abdulah, έναντι 84 εκατομμυρίων δολαρίων- ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του οίκου η Λίντσεϊ Λόχαν, o Ungaro είχε χαρακτηρίσει την επιλογή καταστροφική για τον οίκο. Και όμως: ο θάνατος του μετρ που λάτρεψε τις γυναίκες και έφερε την υψηλή μόδα κοντά στα μεσαία εισοδήματα με τα ready to wear ενδύματα, καταγράφηκε από κάποιους μέσω αυτής της «σχέσης».

Ο τίτλος της λαϊκής εφημερίδας “Μirror” έλεγε: «Ο Γάλλος σχεδιαστής Emanuel Ungaro που συγκρούστηκε με την Lindsay Lohan πέθανε στα 86 του χρόνια». Αυτός που έντυσε και σαγήνευσε από την Τζάκι Κένεντι ως την Κατρίν Ντενέβ και φυσικά την αιώνια μούσα του και ίσως και ερωμένη του, Ανούκ Αιμέ.

Μίσος για το φασισμό

Γεννήθηκε το 1933 στο Νότο της Γαλλίας, στην Aix-de-Provence, από γονείς Ιταλούς μετανάστες που εγκατέλειψαν τη χώρα τους με την άνοδο του Μουσολίνι και την επέλαση του φασισμού στη χώρα.

Γαλουχήθηκε με το μίσος για τον φασισμό και τη διαρκή δίψα για δημοκρατία και ελευθερία. Οι πολιτικές συζητήσεις στο σπίτι του αλλά και τα τέσσερα χρόνια που ως παιδί μπαινόβγαινε σε σανατόρια χτυπημένος από φυματίωση, καθόρισαν την προσωπικότητά του.

Στα σανατόρια αγάπησε βαθιά τη λογοτεχνία και τη μουσική. Διάβαζε σαν ενήλικος, υπογράμμιζε αράδες, κρατούσε σημειώσεις. Μπήκε σε αυτόν τον κόσμο της γνώσης και της δημιουργίας, αγαπούσε να αναφέρει φράσεις σημαντικών διανοητών και δημιουργών στη ροή του λόγου του. Και ήξερε ότι αν δεν γινόταν μόδιστρος, τότε θα γινόταν διευθυντής ορχήστρας.

Η ενασχόληση με τη μόδα ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Ο πατέρας του Cosimo ήταν ράφτης και ο μικρός Εmanuel μεγάλωσε στο ραφείο, έδινε καρφίτσες, έπαιρνε μέτρα, έμαθε να ξεχωρίζει υφάσματα, να κόβει πατρόν. Και βυθιζόταν στον κόσμο των περιοδικών μόδας που έφταναν από το Παρίσι. Είκοσι χρονών, γεμάτος ενθουσιασμό, έφυγε για τη γαλλική πρωτεύουσα.

Με έναν Ισπανό

Και βρέθηκε στα 22 του να δίνει καρφίτσες, να παρατηρεί με κομμένη την ανάσα τις κινήσεις του μαέστρου της γαλλικής μόδας που -τι σύμπτωση!- και αυτός δεν ήταν Γάλλος. Ήταν ο Ισπανός Balenciaga, δίπλα στον οποίο ο Ιταλός Εmanuel μεταμορφώθηκε σε αυτό που ο κόσμος έμαθε ως Ungaro.

Εσωστρεφής, σχεδόν αμίλητος ο Balenciaga, μοναχικός, απόμακρος, μια μορφή καθοριστική που φεύγοντας από το ατελιέ και τις δημιουργίες του ήταν σαν να μην άφηνε ίχνη πίσω του. Πλάι του ο Ungaro έμαθε να είναι και αυτός λιγομίλητος και να συγκρατεί τα συναισθήματά του – μόνο στο ατελιέ μπορούσε να είναι σαρωτικός.

Με δύο μοδίστρες

«Εμμονικός με τον αισθησιασμό», δήλωνε ο ίδιος. Το έδειξε ήδη από την πρώτη του κολεξιόν το 1965. Σε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα, στο 17ο διαμέρισμα του Παρισιού, μαζί με δύο μοδίστρες από τον οίκο Βalenciaga που τον ακολούθησαν, έφτιαξε την πρώτη του συλλογή με μόλις 17 φορέματα – άλλωστε δεν γινόταν να φτιάξει περισσότερα λόγω του περιορισμένου χώρου!

Η πρώτη του κολεξιόν ήταν μια έκρηξη. Μια αποκάλυψη. Όλα τα μάτια έπεσαν πάνω του. Τα πολύχρωμα ντραπέ του, τα αποκαλυπτικά ντεκολτέ, οι γυμνές πλάτες, τα κύματα υφάσματος που έπεφταν ως το πάτωμα, τα τεράστια μανίκια πάνω από μικροσκοπικές μέσες ήταν μια έκπληξη για τη μόδα. Η Κατρίν Ντενέβ για χάρη του «απατά» τον Yves Saint Laurent και ντύνεται με δημιουργίες του Ungaro ακόμα και στις ταινίες της. Η Τζάκι Κένεντι κυκλοφορεί με Ungaro και κατόπιν τον ανακαλύπτει και η Αμερική. Μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια μετακομίζει στο ατελιέ που έγινε η βάση του στην Avenue Montaigne.

Η ντροπαλή ντίβα, από τον Φελίνι στην αγκαλιά του Ungaro

Συνάπτει ερωτικές σχέσεις με γνωστές γυναίκες φροντίζοντας να κρατά άκρα μυστικότητα και να μην απαντά σε ερωτήσεις – ούτως ή άλλως έδωσε ελάχιστες συνεντεύξεις στη ζωή του. Η Ανούκ Αιμέ που ως Μανταλένα στη Dolce Vita του Φελίνι έγινε το σύμβολο της ιδανικής γυναίκας, γίνεται η μούσα του και πιθανόν και η ερωμένη του. Όταν ρωτήθηκαν για τη μορφή της σχέσης τους, ο Ungaro απάντησε «Το τσέλο θα είχε μια απάντησε σε αυτό. Ο διάλογος ανάμεσα στο βιολί και το τσέλο σε ένα κουαρτέτο εγχόρδων – είναι σαν ένα πραγματικό love story». Έλεγε ότι η Αιμέ είναι μια ντροπαλή ντίβα.

Ο Ungaro είχε όμως και επιχειρηματικό δαιμόνιο. Δημιούργησε οικονομικά ready to wear ρούχα, σχεδίασε ειδικές συλλογές για μεγάλες μαζικές εταιρείες ρουχισμού ή πολυκαταστήματα, έφτιαξε μια σειρά από αρώματα με πρωταγωνίστρια στις διαφημίσεις την Αιμέ. Ταυτόχρονα θέλει να φτιάχνει φορέματα που κάθε γυναίκα δεν θα επιθυμεί απλώς να τα φορέσει, αλλά να ζήσει μέσα σε αυτά. Η βιογράφος του Christine Orban γράφει: «Ένα απλό πουλόβερ, λόγω της απαλότητας του υλικού του σε καλεί να το χαϊδέψεις. Ένα φόρεμα είναι σχεδιασμένο να κινείται, να συνοδεύει κάθε κίνηση του σώματος. Ο Ungaro ακριβώς επειδή αγαπά τις γυναίκες ξέρει τα όρια της ανδρικής ανοχής: θα δημιουργήσει ένα ρούχο πολύ όμορφο για να το σκίσεις, αλλά αρκετά έξυπνο για να υπονοήσει ότι πρέπει να το αφαιρέσεις από το σώμα σχεδόν με τρυφερότητα».

Η «τρομοκρατία του μινιμαλισμού»

Σήμερα που ο συνδυασμός διαφορετικών prints αποτελεί υψηλή χειρονομία της μόδας, έχει ενδιαφέρον να δούμε ότι πρώτος τόλμησε να το κάνει ήδη από το 1969 ο Ungaro. Έχει δηλώσει ότι ταλαιπωρήθηκε αλλά επέζησε από την «τρομοκρατία του μινιμαλισμού» και δεν σταμάτησε ποτέ να θέλει κι άλλο, να θέλει περισσότερα. Ο Ungaro τόλμησε να είναι διαφορετικός. Με τον τρόπο που του δίδαξε ο δάσκαλός του Balenciaga – με τόλμη και διαρκή αναζήτηση της τελειότητας.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
696ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art