Ο Ήρκος Ρ. Αποστολίδης αναλύει την “Αγριόπαπια” του Ίψεν (Δείτε το video)

Επιμέλεια κειμένου: Ειρήνη Αϊβαλιώτου / catisart.gr 

Ο Ήρκος Ρ. Αποστολίδης συζητάει με το κοινό με αφορμή το έργο του Ερρίκου Ίψεν “Η Αγριόπαπια”, σε συνάντηση στο Πατάρι του Gutenberg (7/12/2019), στο πλαίσιο των “Συναντήσεων με αφορμή σημαντικά βιβλία”.

Ο Ίψεν είναι μια απ’ τις σημαντικώτερες πνευματικές προσωπικότητες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Όχι μόνο στον περιωρισμένο χώρο του θεάτρου, αλλά και στο ευρύτερο πεδίο των νεωτερικών ιδεών. Ζώντας στον πυρήνα του καπιταλισμού που τρέφεται απ’ την ηθική του προτεσταντισμού, έγινε ο καταλύτης που διάλυσε τους αστικούς μύθους, τη σεμνοτυφία, την υποκρισία, την ιεροποίηση της εργασίας και την αποθέωση της κερδοσκοπικής συσσώρευσης πλούτου. Η πινακοθήκη των ηρώων του είναι πλέον μια παγκόσμια πινακοθήκη της αστικής παθογένειας που ενάμισυ αιώνα πριν πρόβλεψε τ’ αδιέξοδα των κοινωνιών της νεωτερικότητας που σήμερα μας συνθλίβουν.
Ο Ίψεν με τη γεωμετρικά αυστηρή φόρμα των έργων του, σχεδόν καρτεσιανή, και τις συγκρούσεις διανοιών, νοοτροπιών κ’ ηθών που αναδιπλώνουν στην εποχή μας τ’ αρχαία τραγικά ελληνικά πρότυπα, γέννησε το σύγχρονο θέατρο και δεν μπορεί κανείς να φανταστή το έργο του Ο’Νηλ, του Τ. Ουίλλιαμς, του Άρθ. Μίλλερ, του Άλμπη, του Πιραντέλλο, του Ανούιγ, του Τσέχοφ, του Γκόρκι, του Πίντερ χωρίς την ιψενική μαγιά.
Σαν τον κοινωνικό Χριστό έδιωξε τους εμπόρους απ’ το ναό και πολλαπλασίασε τους άρτους.
Το έργο του Ίψεν είναι και πολυμεταφρασμένο και πολυπαιγμένο στην Ελλάδα. Πεπαίδευκεν το Ελληνικό Θέατρο. Η παρούσα όμως άρτια και πλήρης σειρά των αριστουργημάτων του μεγάλου Νορβηγού είναι μια πολύτιμη, σύγχρονη, δραματουργικά ενημερωμένη, θεατρικώτατη, γλωσσικά πλούσια κ’ ερεθιστική προσφορά γενικής Παιδείας, σκηνικής πρόκλησης και παρακλητική της σκηνοθετικής, υποκριτικής κ’ εικαστικής φαντασίας.
Οι εκδόσεις Gutenberg στην έρημο του παρόντος μας οδηγούν σε αρτεσιανά πηγάδια πνευματικής όασης.
(Κώστας Γεωργουσόπουλος, “Ο Άρτος και το Μαστίγιο”, από την παρουσίαση της έκδοσης)

Ο Χένρικ Ίψεν (Henrik Ibsen, 20 Μαρτίου 1828 – 23 Μαΐου 1906) ήταν Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας εγκαταστημένης στο λιμάνι Skien, ο Ίψεν έζησε, μετά την πτώχευση της πατρικής επιχείρησης και τη μετακίνηση της οικογένειάς του στο γειτονικό Vernstpop, δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια.

Οικογένεια και νεανικά χρόνια

Ο Χένρικ Ίψεν γεννήθηκε στη μικρή πόλη Skien, με γονείς τους Knud Ibsen και την Marichen Altenburg. “Οι γονείς μου και από τις δύο πλευρές ήταν μέλη των πιο διάσημων οικογενειών της Skien”, γράφει ο ίδιος σε ένα γράμμα του προς τον κριτικό Georg Brandes το 1882. Η μητέρα της Marichen και ο πατριός του Knud ήταν αδέλφια, και οι γονείς του Χένρικ είχαν μεγαλώσει μαζί και πρακτικά ανατραφεί σαν αδέλφια. Η Μarichen Altenburg θεωρούνταν καλή νύφη, ήταν κόρη ενός από τους πλουσιότερους εμπόρους της Skien. Ο πατέρας του Χένρικ προερχόταν από μια μακριά γραμμή καπετάνιων, αλλά ο ίδιος αποφάσισε να γίνει έμπορος. Ο γάμος του με την Marichen ήταν ένα “υπέροχο οικογενειακό προξενιό”. Όταν ο Ίψεν ήταν επτά ετών, η τύχη του πατέρα του άλλαξε προς το χειρότερο, η οικογένεια έχασε την περιουσία της και αναγκάστηκε να μετακομίσει μόνιμα σε ένα μικρό εξοχικό σπίτι στο Ventop, έξω από την πόλη. Η χρεοκοπία του έκανε τον Knud Ibsen έναν δύσκολο και πικραμένο άντρα, ο οποίος στράφηκε στον αλκοολισμό, και η Marichen στράφηκε στην εκκλησία. Η οικογένεια Ίψεν τελικά μετακόμισε σε ένα σπίτι στην πόλη Snipetorp, που ανήκε στον ετεροθαλή αδελφό του Knud, τον πλούσιο τραπεζίτη και ιδιοκτήτη πλοίων Christopher Blom Paus. Η χρεοκοπία και η ταξική πτώση της οικογένειας έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο μετέπειτα έργο του Ίψεν. Οι χαρακτήρες στα έργα του συχνά καθρεφτίζουν τους γονείς του, και τα θέματα του συχνά ασχολούνται με θέματα οικονομικών δυσκολιών, καθώς και ηθικές συγκρούσεις που προέρχονται από σκοτεινά μυστικά κρυφά από την κοινωνία.

Στην ηλικία των δεκαπέντε, ο Ίψεν αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο. Μετακόμισε στη μικρή πόλη Grimstad για να γίνει βοηθός φαρμακοποιού. Προκειμένου να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του Grimstad αρχίζει να διαβάζει και να γράφει. Το 1846, όταν ο Ερρίκος ήταν σε ηλικία 18 χρονών, απόκτησε ένα νόθο παιδί με μια υπηρέτρια, το οποίο αργότερα αναγνώρισε χωρίς όμως ποτέ να γνωρίσει. Η ιστορία του νόθου γιου του πιθανολογείται πως ήταν και η αιτία που διέκοψε κάθε σχέση με την οικογένειά του. Ο Ερρίκος Ίψεν δεν συνάντησε ποτέ ξανά τον πατέρα του, ενώ είδε τη μητέρα του μόνο μία φορά ξανά πριν πεθάνει. Διατηρούσε αλληλογραφία μόνο με μία από τις αδελφές του.

Το 1850, ο Ίψεν μετακόμισε στη Χριστιανία (αργότερα μετονομάστηκε σε Όσλο) με σκοπό να μπει στο πανεπιστήμιο. Σύντομα εγκατέλειψε αυτό το σχέδιο, όταν κόπηκε στις εισαγωγικές εξετάσεις, αποτυγχάνοντας στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει σε εφημερίδες και έρχεται σε επαφή με τον μικρό λογοτεχνικό κύκλο της Νορβηγίας της εποχής.

Η ζωή του

Σύντομα μετακομίζει στο Μπέργκεν όπου περνά τα επόμενα χρόνια δουλεύοντας στο Det norske Theater, όπου είχε αυξημένες αρμοδιότητες και συμμετείχε στην παραγωγή 145 έργων ως συγγραφέας, σκηνοθέτης, δραματολόγος και παραγωγός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεσμευόταν από το θέατρο βάσει συμβολαίου, να γράφει ένα έργο το χρόνο για να ανεβαίνει στο συγκεκριμένο θέατρο. Το 1858 επιστρέφει στη Χριστιανία και γίνεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου της Χριστιανίας, ενώ ασχολείται και με τη ζωγραφική. Την ίδια χρονιά νυμφεύεται την Suzannah Thoresen, η οποία θα γίνει και μητέρα του γιου του Sigurd (1859). Η σύζυγός του θα τον στηρίξει συναισθηματικά και θα τον ενισχύσει στη σταδιοδρομία του, πείθοντάς τον να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη θεατρική τέχνη. Το ζευγάρι έζησε υπό δύσκολες οικονομικές καταστάσεις και σταδιακά ο Ίψεν έγινε πολύ απογοητευμένος από τη ζωή στη Νορβηγία. Το 1864, εγκαταλείπει τη Χριστιανία και πηγαίνει στο Σορέντο της Ιταλίας. Αρχικά φεύγει για ένα χρόνο, αλλά τελικά κάνει 27 χρόνια να επιστρέψει στην πατρίδα του, εργαζόμενος κυρίως στη Νότιο Ιταλία και τη Γερμανία. Εκεί, ο Ίψεν καταξιώνεται πλέον σαν καλλιτέχνης και τελικά γυρίζει στην πατρίδα του το 1895, όπου και συγγράφει τα δύο τελευταία του έργα. Τότε, μπόρεσε να ορθοποδήσει οικονομικά, αγοράζοντας ένα πολύ ακριβό σπίτι απέναντι από τα ανάκτορα του Όσλο, το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο και δέχεται καθημερινά πολλούς επισκέπτες. Ο Ίψεν είχε μια αμφιλεγόμενη σχέση με τον πλούτο, κάτι που αποδεικνύεται και από τη διακόσμηση αυτού του σπιτιού, η οποία διατηρείται στο ακέραιο έως σήμερα. Συνήθιζε επίσης να κάνει καθημερινούς περιπάτους, αλλά δεν επεδίωκε την επαφή με το κοινό (ήταν εσωστρεφής) και τον ενδιέφερε η μελέτη των ανθρωπίνων αντιδράσεων και συμπεριφορών. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις αλλά και συχνή αλληλογραφία με αρκετές νεαρές κοπέλες, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί κάποιο ίχνος απιστίας του σε αυτές. Έπινε σχεδόν σε καθημερινή βάση την μπίρα του στο γνωστό στέκι της πόλης του Όσλο “Grand Cafe”, του πολυτελούς ξενοδοχείου “Grand Hotel”. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού είχε υποστεί αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια και ήταν πια ανήμπορος να δημιουργήσει.

Χαρακτηριστικά της τεχνοτροπίας του

Τον Ίψεν χαρακτηρίζει η έντονη διάθεση να θίξει ευαίσθητα θέματα της εποχής του, όπως τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, το κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια διατήρησης του πλούτου και του κοινωνικού status, καθώς και ζητήματα ηθικής τάξης.

Διαβάστε ένα απόσπασμα από το βιβλίο
ΚΛΙΚ ΕΔΩ

 

 

Ήρκος Ρ. Αποστολίδης

Γιος του Ρένου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Τελείωσε τη Φιλοσοφική Αθηνών. Αυτοχαρακτηρίζεται μάλλον ως συγγραφέας και ιστορικός. Κατά κύριο λόγο συνεργάστηκε με τον πατέρα του και τον αδερφό του Στάντη στην επτάτομη Ανθολογία της Ελληνικής Γραμματείας και, από το 1985, από κοινού μετέφρασαν και σχολίασαν το μνημειώδες έργο του Γερμανού ιστορικού Droysen (6 τόμοι – Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), έκδοση που ολοκληρώθηκε το 2009. Οι τρεις φιλόλογοι εξέδωσαν τη σχολιασμένη έκδοση των Απάντων του Καβάφη (2002). Μετά το θάνατο του Ρένου, μαζί με τον Στάντη, έβγαλε σε τρεις τόμους τα εμφυλιακά κείμενα του Ρένου με εισαγωγές και σχόλια (2006-14) και μια κριτική σχολιασμένη έκδοση των Απάντων του Βιζυηνού (2013). Έκτοτε συνεχίζει την έκδοση παλαιών και νέων κειμένων του Ρένου.

Ταυτόχρονα, οι Ήρκος και Στάντης Αποστολίδης από το 2012 έχουν ξεκινήσει μια εκτεταμένη συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Gutenberg για τη μετάφραση και το σχολιασμό θεμελιωδών έργων της αρχαίας ελληνικής και της νεότερης ευρωπαϊκής Γραμματείας. Έως σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πέντε τόμοι Νίτσε (Η Φιλοσοφία στα χρόνια της αρχαιοελληνικής Τραγωδίας, ο Αντίχριστος, Λυκόφως των Ειδώλων, Αγών Ομήρου και Πάθος για την Αλήθεια, σε μετάφραση Β. Δουβαλέρη), έξι τόμοι Ίψεν (Ιωάννης Γαβριήλ Μπόρκμαν, ο Αρχιμάστορας Σόλνες, Ο Μικρός Έγιολφ, Όταν Ξυπνήσουμε Εμείς Οι Νεκροί, Ένας Εχθρός του Λαού και Πέερ Γκυντ). Το 2015 κυκλοφόρησε σε αρχαίο κείμενο, μετάφραση και ευρύ σχολιασμό, ο περιεκτικός τόμος με τις Πρώτες πηγές και τα αποσπάσματα των αρχαίων ιστορικών του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που απέσπασε το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (2015) και το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης (2017).

Ακολουθούν, αμέσως μεν (2018) 3 έργα του Νίτσε (πάνω στην αρχαιοελληνική τραγωδία κλ.), και στα 2-3 επόμενα έτη ένας τόμος με όλα τα αποσπάσματα του Πρωταγόρα (με σχόλια και εισαγωγές), η πλατωνική Απολογία του Σωκράτη, η Αγριόπαπια και το Κουκλόσπιτο του Ίψεν, καθώς και μια πολύ σημαντική σχολιασμένη έκδοση του Βίου του Αλεξάνδρου του Πλουτάρχου.

***

Δείτε το βίντεο: