Ο Φεβρουάριος του Μπόρις Πάστερνακ

Επιμέλεια: Catisart.gr

 

 

Φεβρουάριος! Πιάσε μελάνη και κλάψε!
Θρηνώντας για τον Φλεβάρη γράψε,
Ενώ η λασπουριά βροντοκοπάει
Και καίγεται την μαύρη άνοιξη.

Βρες παϊτόνι. Δεκάρες δώσε έξι
Με τον ήχο της καμπάνας, με των τροχών την κλαγγή
Πήγαινε εκεί, όπου η νεροποντή
Βροντοκοπάει πιο πολύ από τα δάκρυα και τη μελάνη.

Εκεί, σαν καρβουνιασμένα αχλάδια,
Χιλιάδες κουρούνες από τα δέντρα
Στους λάκκους θα πέσουν, θα καταστρέψουν
Τη στεγνή θλίψη στο βυθό των ματιών.

Σαν μαύρα στίγματα εκεί που έλιωσαν τα χιόνια,
Αυλακωμένος ο αγέρας από τα κρωξίματα,
Όσο πιο τυχαία, τόσο πιο σωστά
Θρηνώντας γράφονται τα ποιήματα.

*Μετάφραση από τα Ρώσικα του Δημήτρη Τριανταφυλλίδη

 

 

Ο Μπόρις Πάστερνακ (Boris Pasternak) ήταν Σοβιετικός (Ρώσος) ποιητής και πεζογράφος, γνωστός για το μυθιστόρημά του «Δόκτωρ Ζιβάγκο» και τα προβλήματα που αντιμετώπισε από το κομμουνιστικό καθεστώς της πατρίδας του. Τιμήθηκε το 1958 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για «το σημαντικό του επίτευγμα, τόσο στη σύγχρονη λυρική ποίηση, όσο και στον τομέα της μεγάλης ρωσικής επικής παράδοσης». Αν και αρχικά αποδέχτηκε το επίζηλο βραβείο, στη συνέχεια το αποποιήθηκε, κατόπιν πιέσεων των σοβιετικών αρχών.

Ο Μπόρις Λεονίντοβιτς Πάστερνακ γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου (10 Φεβρουαρίου με το νέο ημερολόγιο) 1890 στη Μόσχα, στους κόλπους μιας καλλιεργημένης εβραϊκής οικογένειας. Ο πατέρας του Λεονίντ Πάστερνακ ήταν καθηγητής καλών τεχνών και είχε φιλοτεχνήσει τα πορτρέτα του Λέοντος Τολστόι, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε και του Σεργκέι Ραχμάνινοφ, οι οποίοι σύχναζαν στο σπίτι του, καθώς και του Λένιν. Μητέρα του ήταν η πιανίστρια Ρόζα Κάουφμαν.

Ο νεαρός Μπόρις σκόπευε να ακολουθήσει σταδιοδρομία μουσικού, παρότι ήταν ταλαντούχος ποιητής. Αφού σπούδασε θεωρία και σύνθεση επί έξι χρόνια, ξαφνικά διέκοψε τις σπουδές του για να μελετήσει φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Μόσχας και του Μαρβούργου στη Γερμανία. Λόγω της ασθενικής του κράσης απαλλάχθηκε από τη στρατιωτική θητεία και κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εργάστηκε σε χημικό εργοστάσιο στα Ουράλια.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917) εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του Σοβιετικού Κομισαριάτου (Υπουργείου) Παιδείας. Όπως και πολλοί σύγχρονοί του διανοούμενοι αποδέχθηκε το νέο καθεστώς και αρνήθηκε να ακολουθήσει την οικογένειά του που εγκαταστάθηκε στην Αγγλία. Η αποδοχή του, όμως, δεν ήταν πλήρης και ξεκάθαρη.

Το 1914 εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του, τη χρονιά που γνώρισε κι έγινε φίλος με τον φουτουριστή ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Την ίδια περίοδο επηρεάστηκε από τους Φουτουριστές της ομάδας «Τσεντριφούγκα». Μεγάλη αίσθηση προκάλεσε το 1917 με το έργο του «Πέρα από τα φράγματα» (Poverkh baryerov), ενώ το 1922 με το «Αδελφή μου ζωή» (Sestra moya zhizn) αναγνωρίστηκε ως ένας μεγάλος νέος λυρικός ποιητής. Τα ποιήματα αυτής της εποχής ήταν επηρεασμένα από τους συμβολιστές και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, παρά το γεγονός ότι με τα ρωσικά μέτρα ήταν πολύ πρωτοποριακά και εσωστρεφή.

Η διάσταση ανάμεσα στο έργο του και στην επίσημη τάση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού την περίοδο 1933-1943 ήταν τόσο μεγάλη, που δεν του επέτρεπε να δημοσιεύει, και με τις δίκες και τις σταλινικές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του ‘30 φοβόταν για την ασφάλειά του. Ορισμένοι πιστεύουν ότι ο Στάλιν τον έσωσε, γιατί ο Πάστερνακ είχε μεταφράσει έργα των ποιητών της γενέτειράς του Γεωργίας. Για να κερδίζει τα προς το ζην μετέφραζε έργα των Σαίξπηρ, Γκέτε, Βερλέν, Ρίλκε κ.ά.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος του έδωσε την αφορμή να συμφιλιωθεί με το καθεστώς, με τις συλλογές πατριωτικών ποιημάτων «Τα πρωινά τρένα» («Na rannikh poezdakh», 1943) και «Γήινες εκτάσεις» («Zemnoy prostor», 1945).

Το 1956 ο Παστερνάκ υπέβαλε με πολλές ελπίδες το χειρόγραφο του μυθιστορήματος «Δόκτωρ Ζιβάγκο» στο μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό της Μόσχας «Novy Mir» («Νέος Κόσμος»), αλλά το έργο απορρίφθηκε, με την κατηγορία ότι συκοφαντούσε την Οκτωβριανή Επανάσταση, την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και τον σοβιετικό λαό.

Ένα χειρόγραφο του μυθιστορήματος έφθασε στη Δύση το 1957 και πρωτοκυκλοφόρησε στα Ιταλικά από τον εκδοτικό οίκο «Φελτρινέλι», ο οποίος είχε αγοράσει τα δικαιώματα από τον Πάστερνακ. Μέσα σ’ ένα χρόνο, μέχρι το 1958, οπότε εκδόθηκε στα Αγγλικά, το μυθιστόρημα είχε μεταφραστεί σε 18 γλώσσες. Το έργο είχε παγκόσμια επιτυχία, αλλά στην ΕΣΣΔ κυκλοφορούσε κρυφά και μάλιστα όχι στο πρωτότυπο, αλλά στις ξένες μεταφράσεις του.

Ο «Δόκτωρ Ζιβάγκο» ήταν ένα μυθιστόρημα περιπλάνησης, πνευματικής απομόνωσης κι ενός έρωτα, με ήρωα τον γιατρό και ποιητή Γιούρι Ζιβάγκο (άλτερ έγκο του συγγραφέα) και χρονικό ορίζοντα που ξεκινά από το 1900, περνά μέσα από τη Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1905, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον Εμφύλιο Πόλεμο και καταλήγει με το θάνατο του ήρωα το 1928. Σε αντίθεση με την επίσημη ιδεολογία ο Πάστερνακ, υπερβαίνοντας τους απλουστευτικούς σχηματικούς διαχωρισμούς σε «καλούς» και «κακούς», έδωσε μία συνθετική εικόνα της ζωής και της εξέλιξης της ρωσικής κοινωνίας, όπως τη βίωσε ένας καλλιτέχνης.

Η απονομή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας ξεσήκωσε μία εκστρατεία συκοφάντησης εναντίον του. Ο Πάστερνακ εκδιώχθηκε από τη Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων κι έτσι στερήθηκε από τα μέσα επιβίωσής του. Οργανώθηκαν δημόσιες συγκεντρώσεις, στις οποίες ζητήθηκε η εκτόπισή του. Σε μία επιστολή του στον Νικήτα Χρουστσόφ, ο Πάστερνακ έγραψε ότι «το να φύγω από την πατρίδα μου θα είναι ο θάνατός μου».

Το 1959 έγραψε την τελευταία ποιητική συλλογή του «Όταν θα φτιάξει ο καιρός». Υπέφερε από καρκίνο και από καρδιοπάθεια και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο σπίτι του στο Περεντέλκινο, στα περίχωρα της Μόσχας, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Μαΐου 1960, σε ηλικία 70 ετών. Ο Πάστερνακ είχε παντρευτεί δύο φορές και από τον πρώτο του γάμο απέκτησε ένα γιο, τον κριτικό λογοτεχνίας και ιστορικό Γεβγένι Πάστερνακ (1923-2012).

 

 

Το 1965 ο «Δρ Ζιβάγκο» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Άγγλο σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λιν, με πρωταγωνιστές τον Ομάρ Σαρίφ και την Τζούλι Κρίστι. Η ταινία είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία και προτάθηκε για 10 Όσκαρ, κερδίζοντας τελικά 5.

Το 1987, στην εποχή της «περεστρόικα» και της «γκλάσνοστ» του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, η Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων αποκατέστησε τον Πάστερνακ και τα έργα του άρχισαν να κυκλοφορούν ελεύθερα στη Σοβιετική Ένωση. Η επιτροπή αποκατάστασης του Πάστερνακ, της οποίας επικεφαλής ή­ταν ο ποιητής Αντρέι Βοζνεσένσκι, πρότεινε να μετατραπεί το σπίτι του στο Περεντέλκινο σε μουσείο.

 

Ο Boris Pasternak με την Olga Ivinskaya και την κόρη της, Irina Emelyanova, 1957

 

«Δόκτωρ Ζιβάγκο»: Η ιστορία που συγκίνησε εκατομμύρια ανθρώπους, άφησε στο παρασκήνιο ένα τραγικό πολιτικό θρίλερ με θύμα τον ίδιο τον συγγραφέα της.

«Αυτός είναι ο Δόκτωρ Ζιβάγκο, ας κάνει τον γύρο του κόσμου». Με αυτή τη φράση εμπιστεύθηκε τον Μάιο του 1956 ο Μπορίς Πάστερνακ το χειρόγραφό του σε έναν άνθρωπο που γνώριζε ελάχιστα. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας Ιταλός δημοσιογράφος, ο Σέρτζο Ντ’ Αντζελο, συνεργάτης του Ραδιοφώνου της Μόσχας και πρώην διευθυντής του βιβλιοπωλείου του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στη Ρώμη.

Ο Ντ’ Αντζελο θα φύγει από τη Μόσχα για να συναντήσει στο Βερολίνο τον εκδότη και μέλος του ΙΚΚ Τζαντζάκομο Φελτρινέλι. Ο Φελτρινέλι θα επιστρέψει στο Μιλάνο και θα ζητήσει τη γνώμη του σλαβολόγου Πιέτρο Ζβετερεμίτς. «Η μη δημοσίευση ενός τέτοιου μυθιστορήματος αποτελεί έγκλημα κατά του πολιτισμού», ήταν η απάντηση.

Στην Ιταλία

Στις 23 Νοεμβρίου του 1957 ο «Δόκτωρ Ζιβάγκο», παρά τις πιέσεις που δέχεται ο Φελτρινέλι από τους συντρόφους του, εμφανίζεται στις προθήκες των ιταλικών βιβλιοπωλείων και από εκεί παίρνει τον δρόμο της παγκόσμιας εκδοτικής επιτυχίας – μόνο στην Ιταλία εκείνο τον χρόνο θα ακολουθήσουν 24 εκδόσεις. Όμως, η ιστορία του Ρώσου γιατρού που παρασύρεται από έναν έρωτα και τη δίνη της Οκτωβριανής Επανάστασης, στα μάτια της σοβιετικής νομενκλατούρας, αλλά και των Ιταλών κομμουνιστών δεν είναι παρά μια απαράδεκτη επιχείρηση αντισοβιετικής προπαγάνδας. Ο Φελτρινέλι διαγράφεται με συνοπτικές διαδικασίες από το κόμμα. Και ο Πάστερνακ, ο οποίος ήδη αντιμετώπιζε προβλήματα λογοκρισίας, θεωρείται προδότης. Εκδιώκεται από την Ένωση των Συγγραφέων, ενώ από τους λογοτέχνες του καθεστώτος εισπράττει απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς: «Είναι χειρότερος από γουρούνι», «Ένα λογοτεχνικό μηδενικό».

Το 1958 ο Πάστερνακ εξαναγκάζεται να αρνηθεί το βραβείο Νόμπελ. Και από τις αρχές του ’59 αρχίζει να καταρρέει σωματικά και ψυχολογικά. Αποπειράται να αυτοκτονήσει και αρχίζει να μην εμπιστεύεται κανέναν, ούτε καν τη γυναίκα του Ζιναΐδα, που προσπαθεί να τον προστατεύσει μέσω της προσωπικής της γνωριμίας με τον Χρουστσόφ. Η ΚGΒ τον παρακολουθεί στενά, όπως και την ερωμένη του Όλγα Ιβίνσκαγια. Και οι δυο τους φοβούνται την εξορία. Τον Νοέμβριο του 1959 ο Πάστερνακ αρνείται την επίσκεψη του Φελτρινέλι: «Μη θυμώσετε, πρέπει να κάνετε θυσίες για μένα», σημειώνει σε επιστολή του, που δημοσίευσε για πρώτη φορά την Τετάρτη η «La Repubblica». Έξι μήνες αργότερα, στις 30 Μαΐου του 1960, αφήνει την τελευταία του πνοή. Η τελευταία του επιθυμία να μην αναλάβουν οι σοβιετικές αρχές την ταφή του δεν γίνεται σεβαστή. Ανάμεσα στο πλήθος που τον συνοδεύει στην κηδεία του βρίσκονται και πολλοί πράκτορες της ΚGΒ.

Η Όλγα κατέληξε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης

Ο Σέρτζιο Ντ’ Αντζελο περιγράφει ο ίδιος το κρυφό ταξίδι του Ζιβάγκο από τη Μόσχα στο Βερολίνο και από εκεί στο Μιλάνο, στην «Υπόθεση Πάστερνακ». Το βιβλίο εκδόθηκε τον περασμένο χρόνο και κρύβει ένα εξίσου ενδιαφέρον παρασκήνιο, καθώς για τη ρωσική έκδοση ζητήθηκε από τον γιο του Παστερνάκ, Εβγκένι, να γράψει τον πρόλογο. Αντίθετα, εκείνος έγραψε ένα επίμετρο στο οποίο ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του παρέδωσε το χειρόγραφό του στον Ντ’ Αντζελο δημοσίως και παρουσία άλλων Ρώσων συγγραφέων, ενώ κατηγορεί τον Ιταλό δημοσιογράφο ότι κράτησε πολλά χρήματα από τα πνευματικά δικαιώματα του Παστερνάκ. Το βέβαιο είναι ότι ο Ντ’ Αντζελο έστελνε τακτικά χρήματα στην Όλγα Ιβίνσκαγια. Όμως, μία από τις τελευταίες αποστολές έπεσε στα χέρια της ΚGΒ και η ερωμένη του Παστερνάκ κατέληξε μαζί με την κόρη της σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.

 

 

Με μια ματιά

● Ο «ΔΟΚΤΩΡ ΖΙΒΑΓΚΟ» εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ιταλία στις 23 Νοεμβρίου του 1957 και γνωρίζει παγκόσμια εκδοτική επιτυχία.

● ΤΟ 1958 ο Μπορίς Παστερνάκ, που ήδη θεωρείται «εχθρός του λαού», αναγκάζεται να αρνηθεί το βραβείο Νόμπελ.

● ΤΟ 1965 ο «Δόκτωρ Ζιβάγκο» μεταφέρεται στον κινηματογράφο με τους Ομάρ Σαρίφ και Τζούλι Κρίστι, κερδίζοντας πέντε Όσκαρ.

● ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ το θρυλικό μυθιστόρημα του Παστερνάκ εκδόθηκε μόλις το 1988.

  • Αρχική φωτογραφία: Ο Μπόρις Παστέρνακ και η σύντροφός του Όλγα Ιβίνσκαγια