Ο «Πικάσο της μόδας»: Ο Balenciaga και η έμπνευσή του από την ισπανική ζωγραφική

 

Καινοτόμος, μυστηριώδης (έδωσε μία και μοναδική συνέντευξη στη διάρκεια της καριέρας του), ο Κριστόμπαλ Μπαλενσιάγκα θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης μόδας μέσα από «αρχιτεκτονικές» σιλουέτες και τη χρήση ανατρεπτικών υφασμάτων.

 

 

Tο σύμπαν του Balenciaga

«Με το ύφασμα, κάνουμε ό,τι μπορούμε, αλλά ο Μπαλενσιάγκα κάνει ό,τι θέλει» είχε πει κάποτε ο Κριστιάν Ντιόρ. Την επιρροή της ζωγραφικής στις κρεασιόν αυτού του ανεπανάληπτου μετρ του fashion design είχε εξερευνήσει το 2019 η έκθεση «Balenciaga and Spanish Painting», η οποία φιλοξενήθηκε στο Μουσείο Τίσεν-Μπορνεμίσθα της Μαδρίτης.

Γιος ψαρά και μιας ράφτρας στην Γκετάρια, στην επαρχία Γκιπούθκοα της Χώρας των Βάσκων, ο μικρός Κριστόμπαλ Μπαλενσιάγκα κάθε Κυριακή έβλεπε με θαυμασμό τη Μικαέλα Ελίο ι Μαγκαγιόν, μαρκησία ντε Κάσα Τόρες, να βγαίνει από την άμαξά της και να εισέρχεται στον ναό. Εντυπωσιασμένος από τα παρασόλια της και τα φορέματά της με ουρά, βρήκε το κουράγιο να της ζητήσει να επισκεφθεί την ντουλάπα της.

 

 

Μετά το σχολείο, μαθήτευε στο προσωπικό του παλατιού που ήταν επιφορτισμένο με το σιδέρωμα, παρατηρούσε και μελετούσε τα ενδύματα της μαρκησίας έως ότου εκείνη του επέτρεψε να σχεδιάσει ένα φόρεμα για αυτήν. Όταν την επόμενη Κυριακή μαρκησία ντε Κάσα Τόρες το φόρεσε στην εκκλησία, ο 12χρονος Κριστόμπαλ Μπαλενσιάγκα εισήλθε στον κόσμο της υψηλής μόδας. Και θα εξελισσόταν στον πιο φημισμένο Ισπανό μόδιστρο.

Οι μέρες στο παλάτι της μαρκησίας ήταν για τον Μπαλενσιάγκα περίοδος σπουδών, μέσω των περιοδικών μόδας, των βιβλίων και, ιδιαιτέρως, της συλλογής έργων ζωγραφικής, εκεί.

 

 

Κάποια από τα έργα τα οποία είδε στο παλάτι ο Μπαλενσιάγκα εκτέθηκαν στο Μουσείο Τίσεν-Μπορνεμίσθα: στην έκθεση, 56 πίνακες ζωγραφικής από τον 16ο έως τον 20ό αιώνα παρουσιάστηκαν μαζί με 90 σχέδια του Μπαλενσιάγκα, συμπεριλαμβανομένων 36 κρεασιόν του οι οποίες επιδεικνύονται για πρώτη φορά.

Η «Balenciaga and Spanish Painting» ιχνηλάτησε την αδιαμφισβήτητη επιρροή την οποία εμβληματικοί Ισπανοί ζωγράφοι, όπως οι Ελ Γκρέκο, Φρανθίσκο ντε Θουρμπαράν, Ντιέγκο Βελάσκεθ και Φρανθίσκο Γκόγια, άσκησαν στο εικαστικό σύμπαν του Κριστόμπαλ Μπαλενσιάγκα. Άνοιξε την πρώτη μπουτίκ του στο Σαν Σεμπαστιάν, το 1919.

 

 

Όταν ξέσπασε ο Ισπανικός εμφύλιος έφυγε για το Παρίσι και εισήγαγε την ισπανική μόδα στο παγκόσμιο κοινό. Θεωρείται σταθμός στην ιστορία της μόδας – στο επίπεδο της Έλσα Σκιαπαρέλι ή της Κοκό Σανέλ – και δεν είναι τυχαίο που ο διάσημος φωτογράφος μόδας και προσώπων της υψηλής κοινωνίας Σέσιλ Μπίτον τον αποκάλεσε «Πικάσο της μόδας».

Στις μάλλον αμήχανες εποχές της μόδας, όπου το mix ‘n’ match δίνει την πρόφαση στους πάντες να αναμείξουν τα πάντα, συνήθως με αποτελέσματα αμφίβολης αισθητικής, σε εποχές όπου τα ερωτήματα περί μόδας και στυλ συνήθως μένουν αναπάντητα, αυτό που φέρνει η αύρα και η δημιουργική ματιά του Κριστομπάλ Μπαλενσιάγκα φαντάζει ως ηχηρή απάντηση μέσα στη σύγχυση.

 

 

Δεν είναι τυχαία η προσπάθεια αναβίωσης του πνεύματος του Μπαλενσιάγκα, του μάγιστρου της υψηλής ραπτικής, τα τελευταία χρόνια, που μπροστά στην Τέχνη του -και στην τέχνη του γυναικείου φορέματος, ειδικώς- πραγματοποίησαν βαθιά υπόκλιση ακόμη και φυσιογνωμίες όπως η Σανέλ και ανάγκασαν ακόμη και τον μέγα Κριστιάν Ντιόρ να τον αποκαλεί “δάσκαλο”.

Σκυθρωπός, πάντα σκεπτόμενος, απόμακρος και αυστηρός, ο άνθρωπος που ήθελε να τα κάνει όλα μόνος του, αλλά η μόδα, όπως έλεγε, ήταν συνεργατική υπόθεση, ήταν εκείνος στον οποίο μέχρι σήμερα “απευθύνονται” έστω και νοερά οι νέοι designers: όταν το ζητούμενο είναι ένα ολοζώντανο, αλλά αυστηρό μπούστο, μία θηλυκή, αλλά bossy γραμμή, ένα φόρεμα που θα αποπνέει θηλυκότητα και απόσταση, το πνεύμα που επικαλείται ο σχεδιαστής είναι αυτό του Μπαλενσιάγκα.

 

 

Διότι εκείνος ήταν που έδωσε σημασία στα ελευθερωμένα γυναικεία χέρια και τον παραμελημένο λαιμό, κάνοντας τις δημιουργίες του να θυμίζουν γλυπτά πάνω σε ζωντανά σώματα, επιμένοντας στην απλότητα της εντύπωσης, αλλά στο περίπλοκο ράψιμο, στο φινίρισμα, στο κέντημα, δίνοντας μάχες για την υφή και τη λεπτότητα του υφάσματος, που έπρεπε να αγκαλιάζει το γυναικείο σώμα, αλλά να μην κουβαριάζεται πάνω του.

Ο Μπαλενσιάγκα, πρωτοπόρος, λακωνικός, λιγομίλητος, εσωστρεφής, σχεδόν αντικοινωνικός, απέφευγε τις συνεντεύξεις και απεχθανόταν αυτό που λέγεται μόδα για τις μάζες: ο Οίκος Μόδας που διατηρούσε στο Παρίσι γνώρισε στιγμές κρίσης τη δεκαετία του ’60, καθώς παρά την εύπορη πελατεία του τα νεανικά κοινά στράφηκαν τότε με μανία στα ρούχα του εμπορίου. Ο ίδιος δεν δίστασε το 1968 να κλείσει αυτόν τον Οίκο σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις βίαιες πολιτικές διαδηλώσεις που σημάδεψαν τη γαλλική πρωτεύουσα.

 

 

Βάσκος, γιος ταπεινής οικογένειας από την Getaria της επαρχίας Gipuzkoa, πιστός καθολικός, ο Μπαλενσιάγκα δεν ξέχασε ποτέ το επάγγελμα της μητέρας του. Η μοδίστρα που κάποτε τον έπαιρνε μαζί της, μην έχοντας πού να τον αφήσει, έβαλε στην τέχνη του όλα εκείνα τα διακριτικά της γενέτειράς τους. Έντονα χρώματα, βαριά κεντήματα σαν εκείνα που μέχρι σήμερα βλέπουμε στις στολές των Ματαδόρ, αυστηρές γραμμές και πιέτες που πάνω στο γυναικείο σώμα θα αποκτούσαν δεύτερη ζωή και ερμηνεία.

 

 

Ραπτική σαν όραμα από το παρελθόν, που μπορεί να γίνει πυξίδα για το μέλλον της μόδας. Μέχρι τον Ισπανικό Εμφύλιο, ο Μπαλενσιάγκα θα ντύνει την αριστοκρατία της χώρας του. Μετά, αυτό που φαινομενικά του ψαλιδίζει τα φτερά, τον οδηγεί στο Παρίσι, για να ανοίξει τις πύλες του θριάμβου. Αυτή ήταν η πορεία του, από το ψαροχώρι της μητέρας του έως το κατώφλι της “Βίβλου της Μόδας” Vogue. Και η ξεχωριστή φιλοσοφία του ήταν ότι μια γυναίκα δεν πρέπει να είναι όμορφη, δεν οφείλει να είναι τέλεια, το μόνο που χρειάζεται είναι το σωστό ρούχο για να αναδείξει αυτά που ήδη διαθέτει και που κατά περίπτωση είναι υπεραρκετά.