Ο «Αμπιγιέρ» και οι αφανείς ήρωες των παρασκηνίων

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Το θεατρικό μπουλούκι είναι μέρος της καλλιτεχνικής ιστορίας της ανθρωπότητας, είναι απόγονος του περιπλανώμενου διονυσιακού θιάσου, του αοιδού και του ραψωδού, των θιάσων της κομέντια ντελ άρτε. Τα μπουλούκια ήταν ένας από τους πιο φθηνούς τρόπους ψυχαγωγίας μιας εποχής στα μέσα 19ου ως το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Αλλά και πιο βαθιά στο χρόνο, στην ελισαβετιανή εποχή, οι περιοδεύοντες ηθοποιοί έπαιζαν στα κάστρα ή στις ταβέρνες μέχρι το 1570.
Οι περιπλανώμενοι θίασοι, με τους άψογα εκπαιδευμένους ηθοποιούς τους, ήταν οι σούπερ σταρ μιας άλλης εποχής. Μια θεατρική παράδοση που στηριζόταν στον ηθοποιό και τον θεατρικό αυτοσχεδιασμό και αφομοιώθηκε από γενιές και γενιές ηθοποιών, επηρεάζοντας το θέατρο έως και σήμερα.

Ο κόσμος του θεάτρου

Ο θεατρικός συγγραφέας Ρόναλντ Χάργουντ, στην παράσταση «Αμπιγιέρ», που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας (Β’ Σκηνή), σε σκηνοθεσία Μανώλη Δούνια, μας μεταφέρει στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εν μέσω εχθρικών βομβαρδισμών, σε ένα ετοιμόρροπο θέατρο της αγγλικής περιφέρειας. Ένας ματαιωμένος σαιξπηρικός ηθοποιός καταρρέει και κυριεύεται από τις ανασφάλειές του. Μοναδικό του στήριγμα ο αφοσιωμένος αμπιγιέρ του. Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς και ο Μάνος Βακούσης πρωταγωνιστούν σε μια παράσταση για τη φιλία, την αφοσίωση, τις φιλοδοξίες και τις χαμένες προσδοκίες. Ο σαγηνευτικός κόσμος του θεάτρου προβάλλεται κι αυτός ολοκάθαρα: η σχέση του με την πολιτική, οι θίασοι και η ιεραρχία τους, οι ηθοποιοί και οι μεταξύ τους σχέσεις, οι προλήψεις και οι προκαταλήψεις τους, οι περιοδείες, τα θέατρα και το κοινό τους. Δίπλα σ’ αυτόν τον απροσδόκητο για την έκτασή του πραγματολογικό πλούτο, η καίρια ανάλυση των χαρακτήρων και των καταστάσεων προσφέρει στον θεατή, μαζί με τις ευπρόσδεκτες γνώσεις, γνήσια θεατρική απόλαυση.

Ο συγγραφέας και η πορεία του έργου

Συγγραφέας θεατρικών έργων, μυθιστορημάτων και κινηματογραφικών σεναρίων, ο Ρόναλντ Χάργουντ (Ronald Harwood), που γεννήθηκε στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής το 1934, σημείωσε διεθνή επιτυχία με τον αυτοβιογραφικό «Αμπιγιέρ» (1981). Το έργο έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο (1983) από τον Πίτερ Γέιτς («Bullit»), με τους σπουδαίους Άλμπερτ Φίνεϊ και Τομ Κόρτνι και ήταν υποψήφιο για 5 Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, 2 Υποψηφιότητες Α’ Ανδρικού Ρόλου, Σκηνοθεσίας και Διασκευασμένου Σεναρίου).

Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο Λονδίνο στις 6 Μαρτίου 1980 με τον Freddie Jones, στο ρόλο του Σερ και τον Tom Courtenay στο ρόλο του Νόρμαν.
Πολλοί ίσως το γνωρίζουν από την τηλεοπτική μεταφορά του στο BBC με τους Ιαν Μακ Κέλεν και Άντονι Χόπκινς.

Στη χώρα μας ανέβηκε για πρώτη φορά τη σεζόν 1989- ’90, στο τότε θέατρο «Αθήναιον» -νυν «Τζένη Καρέζη»- σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου με Σερ τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, Νόρμαν τον Νικήτα Τσακίρογλου και Λαίδη -η οποία είναι επίσης ηθοποιός και σύντροφος του Σερ- την Ελένη Χατζηαργύρη. Το 1993- ’94 τον «Αμπιγιέρ» ανέβασε στη Λευκωσία, στο «Σατιρικό θέατρο», ο Αντώνης Φουστέρης με τους Πολύκαρπο Πολυκάρπου, Νεοκλή Νεοκλέους και Πόπη Αβραάμ στους τρεις ρόλους και το 2000-2001, ξανά στην Αθήνα, στο «Αλκυονίς», ο Γιώργος Μεσσάλας κρατώντας και το ρόλο του Σερ, με Νόρμαν τον Πάνο Χατζηκουτσέλη και Λαίδη την Όλγα Τουρνάκη.
Το 2009 ανέβηκε σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη στο θέατρο «Κάππα» με τους Γιώργο Κωνσταντίνου (Σερ), Χρήστο Στέργιογλου (Αμπιγιέρ). Μαζί τους οι Υβόννη Μαλτέζου, Γιώτα Φέστα, Φώτης Θωμαΐδης, Δημήτρης Λιόλιος και Ερατώ Πίσση. Μετάφραση: Εύα Γεωργουσόπουλου. Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη. Κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος.

Ψυχολογικό δράμα

Είναι ένα έργο χαρακτήρων που περιγράφει την ιδιόμορφη συναισθηματική σχέση μεταξύ του βετεράνου διάσημου σαιξπηρικού ηθοποιού και του αφοσιωμένου αμπιγιέρ του. Ο ηθοποιός (Σερ) είναι ένας δύστροπος και εγωκεντρικός άνθρωπος, που ηγείται ενός περιοδεύοντα θιάσου στην Αγγλία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Αμπιγιέρ (Νόρμαν) είναι ο αφοσιωμένος βοηθός του, που επί 16 συναπτά έτη τον φροντίζει και προσπαθεί να προλάβει όλες τις απαιτήσεις του.
Πρωτίστως πρόκειται για ένα ψυχολογικό δράμα το οποίο δείχνει ανάγλυφα τη σχέση ενός ξακουστού ηθοποιού με τον άνθρωπο που τον βοηθά να ντυθεί και να μακιγιαριστεί. Καθώς ετοιμάζεται για τη 227η παράσταση του «Βασιλιά Ληρ», ο πρωταγωνιστής γίνεται τυραννικός, με παράξενες απαιτήσεις και ο αμπιγιέρ του βρίσκεται πάντα εκεί για να τον φροντίζει και να πραγματοποιεί τις πιο παράλογες επιθυμίες του.
Λίγο πριν από τη συγκεκριμένη παράσταση, ο Σερ καταρρέει ψυχολογικά και σωματικά. Διαπιστώνοντας ότι οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν, καταλαμβάνεται από τις αναπόφευκτες ανασφάλειές του. Ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο μπορεί να βασιστεί, είναι ο αμπιγιέρ του. Ο Νόρμαν προσπαθεί απεγνωσμένα να τον εμψυχώσει και να του τονώσει την αυτοπεποίθηση, ώστε να μη ματαιωθεί η παράσταση.
Ταυτόχρονα η Λαίδη (Άννυ Λούλου) και η διευθύντρια σκηνής Ματζ (Ευγενία Αποστόλου) πασχίζουν να πείσουν τον Σερ -ο οποίος δεν είναι καθόλου σερ, όπως διακαώς επιθυμούσε σε όλη του τη ζωή- ότι ίσως έχει έρθει η ώρα να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Και όλα αυτά ενώ το κοινό στην πλατεία του θεάτρου περιμένει και οι σειρήνες δεν αφήνουν κανέναν να ξεχάσει ότι ο κίνδυνος των αεροπορικών βομβαρδισμών τους απειλεί ανά πάσα στιγμή.
Το έργο τοποθετεί το κοινό να παρακολουθεί τον κόσμο του θεάτρου μέσα από τη σχέση εξάρτησης που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους. Ο καθένας για τους δικούς του αποκλειστικά λόγους, στηρίζεται στον άλλον. Γινόμαστε μάρτυρες καταστάσεων που κατακλύζονται από δυνατά αλλά και οικεία συναισθήματα. Αφοσίωση, εγωισμός, αχαριστία, απόρριψη, αγνωμοσύνη, απογοήτευση, θλίψη, εγκατάλειψη, μοναξιά…

 

Ο αφανής ήρωας

«Ο αμπιγιέρ» είναι αφιερωμένος σε έναν υπαρκτό ηθοποιό που όντως επέμενε να παίζει κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιδρομών των ναζί κατά της Μεγάλης Βρετανίας. Κυρίως όμως είναι αφιερωμένο στον ανώνυμο εργάτη του θεάτρου. Τον αφανή εκείνον θεατράνθρωπο που αγωνιά και μοχθεί στα παρασκήνια. Πρωταγωνιστής στην ουσία είναι ο αφανής ήρωας της ζωής μας! Εκείνος που προτεραιότητά του γίνεται ο άλλος άνθρωπος, για τον οποίο θυσιάζει σημαντικά πράγματα ώστε να είναι επιτυχημένος και ικανοποιημένος. Για να τον βλέπει να χαμογελάει, να καυχιέται, να καμαρώνει. Αυτός που υπηρετεί και γεμίζει το κενό, κι ίσως διαδραματίζει πολλούς ρόλους για να τα καταφέρει, που αψηφά τον εγωισμό και το θυμό, που θα παρηγορήσει, θα συγχωρήσει, θα αναστήσει και θα κάνει τον άλλον να νιώθει σαν ένας μικρός θεός.
Οι αφανείς ήρωες είναι οι ανεκτίμητοι θησαυροί της ζωής, οι πυγολαμπίδες στα σκοτάδια μας, το φως στο μικρό μας ταξίδι. Δίχως αυτούς όλα θα είχαν χρώματα θαμπά. Δίχως αυτούς οι νέες εμπειρίες, οι ίδιες ή οι παλιές εικόνες θα είχαν άλλη γεύση. Είναι αυτοί που κανένας ίσως δεν θα τους θυμάται έτσι ασήμαντοι που έφυγαν.

Ο κόσμος της σκηνής

«Ο αμπιγιέρ» όμως αποτελεί και μια εμπεριστατωμένη μελέτη της τέχνης του θεάτρου, ειδικά του βρετανικού θεάτρου και της πορείας του στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Μελέτη του «κόσμου» της θεατρικής σκηνής. Του καθημερινού τρόπου ζωής και της βιοποριστικής ανάγκης των θεατράνθρωπων. Των ηθών, των συνηθειών και των φιλοδοξιών τους. Των ανταγωνιστικών συχνά σχέσεών τους. Μελέτη, κυρίως, της ιδιαιτερότητας της ψυχοδιανοητικής «φύσης» και λειτουργίας των θεατρίνων.
Το έργο είναι σχεδιασμένο πάνω στο πρότυπο του σερ Ντόναλντ Γούλφιτ καθώς ο συγγραφέας αξιοποίησε την εμπειρία του ως αμπιγιέρ στο πλευρό του. Ο Donald Wolfit (1902 –1968) ήταν Βρετανός ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου. Λαμπερός πρωταγωνιστής της βρετανικής σκηνής από το 1920, έπαιξε σε εκατοντάδες παραστάσεις κλασικών έργων, με ειδίκευση στον Σαίξπηρ. Θεωρείται μάλιστα από τους κορυφαίους σαιξπηρικούς ερμηνευτές.
Πρόκειται για έργο ευφυές, με πολλά δραματουργικά προτερήματα. Ο συγγραφέας κάνει θέατρο μέσα στο θέατρο, ηθογραφεί τη ζωή και τον επαγγελματικό βίο, τα βάσανα, τους εφιάλτες και τον αγώνα των θεατρίνων όπου γης. Με συμπάθεια, κατανόηση, αλλά και κριτική ματιά, «αναπαριστά» τους γερασμένους, συχνά μεγαλομανείς, συχνά ερωτοτροπούντες με νεαρές θεατρίνες πρωταγωνιστές – θιασάρχες, τον «άνθρωπο» για όλες τις δουλειές τους – τον αμπιγιέρ τους, τη σχέση των θιασαρχικών ζευγαριών, τη θέση των γυναικών ηθοποιών, τους ηθοποιούς εν καιρώ πολέμου, τους δευτεραγωνιστές, τους αποτυχημένους, τους αγαθούς και τους πονηρούς, τους εργάτες της σκηνής. Θέατρο ζωντανό, χυμώδες, με γνώση της σκηνής και των παρασκηνίων, με δραστικούς, γλαφυρούς διαλόγους, σε καθημερινή, άμεση γλώσσα.
Με ευρηματική πλοκή, γνήσιους χαρακτήρες, ισορροπία του δραματικού και κωμικού στοιχείου. Κυρίως με αίσθηση του χιούμορ. Χιούμορ συχνά πικρό, λεπτά ειρωνικό, δηλητηριώδες, αλλά και κάποτε ευφρόσυνα παιγνιώδες.

 

Οι ηθοποιοί

Η πένα του Ρόναλντ Χάργουντ και η επιμελημένη σκηνοθεσία του Μανώλη Δούνια δίνουν τη δυνατότητα στους ηθοποιούς, να αναμετρηθούν με ανθρώπινους και αληθινούς χαρακτήρες.
Οι ηθοποιοί της παράστασης, έχοντας ίσως ζήσει από κοντά παλιούς μεγάλους ηθοποιούς, άντλησαν αποχρώσεις από τη συμπεριφορά, τις ιδιοτυπίες, τα θεατρικά οράματα, το αγέραστο καλλιτεχνικό πάθος τους και τις επένδυσαν στην ερμηνεία των ρόλων τους.
Και οι δύο έμπειροι πρωταγωνιστές είναι από τους ηθοποιούς που θέλουν το κοινό να περνά καλά, καθώς μάλιστα έχουν συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν και γνωρίζουν ο ένας τους κώδικες του άλλου, διέπονται από μια εκπληκτική αλληλεπίδραση και αυτό περνάει στο κοινό.
Ο ευρηματικός και πνευματώδης Αλέξανδρος Μυλωνάς (Σερ), που έχει υποδυθεί με επιτυχία σπουδαίους ήρωες, παίζει έναν από τους πιο σημαντικούς ρόλους της ζωής του. Ο χαρακτήρας του γηραιού καραβοτσακισμένου Άγγλου θιασάρχη, που πεισματικά αλωνίζει τη βρετανική επικράτεια ανεβάζοντας Σαίξπηρ, του ταιριάζει απόλυτα και τον αποδίδει με φλέγμα, αξιοθαύμαστη ευελιξία, αδρότητα και πληθωρικότητα.
Αντίθετα με τον εγωκεντρικό Σερ, ο προχωρημένης πια ηλικίας, λεπτεπίλεπτος και ευαίσθητος Νόρμαν δείχνει να ξέρει να ελίσσεται. Διαθέτει οξυδέρκεια, διορατικότητα και ενσυναίσθηση. Ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, που στέκεται άοκνα και αγόγγυστα στο πλάι του δύστροπου πρωταγωνιστή, για να τον στηρίξει, να τον φροντίσει, να υπακούσει στις εντολές του, να του σερβίρει το τσάι, να του κάνει μασάζ, να τον προσέχει στον ύπνο του, ύστερα από 16 χρόνια αφοσιωμένης εργασίας εισπράττει την αδιαφορία, την αγνωμοσύνη, ακόμα και την περιφρόνηση. Στο ρόλο αυτό ο Μάνος Βακούσης χτίζει μια εκθαμβωτική ερμηνεία με μέτρο και εσωτερική υποκριτικότητα. Εγκεφαλικός, μελαγχολικός, μακιαβελικός, νευρωτικός, αστείος, τρυφερός. Αφαιρετικά αισθαντικός, συνεπής στις κλιμακώσεις των καταστάσεων, απολαυστικός στις αδυναμίες του ήρωα, συγκινητικός στην τελευταία σκηνή, σπαρακτικός στο φόβο του μπροστά στην ελευθερία…
Η Άννυ Λούλου εμπλούτισε με τη γλυκύτητά της, την απέριττη φινέτσα της, τη φυσική της κομψότητα, την παιδεία και την πλούσια πείρα της, αλλά και το υποκριτικό κύρος της, το ρόλο της Λαίδης.
Μέτρο, αλήθεια και ρεαλισμός διέκριναν την Ευγενία Αποστόλου που, για άλλη μια φορά πλήρης, με τη δική της αξιοπρόσεκτη τεχνική, κατέθεσε μια σκληρή εργαζόμενη γυναίκα των παρασκηνίων, μια λαβωμένη θηλυκή ψυχή και ήταν υπέροχη.
Μια ευχάριστη έκπληξη ο Νίκος Καλαμό, με το ευθύβολο πέρασμά του. Θαυμάσια σατιρικός ο έκτακτος και έμπειρος Δημήτρης Μαργαρίτης.

Η παράσταση

Το έργο ανέβηκε στην εξαίρετη και δοκιμασμένη, θεατρικά εύστροφη και με αίσθηση του χιούμορ μετάφραση της Εύας Γεωργουσοπούλου.
Σκηνογραφήθηκε από τον Δημήτρη Πολυχρονιάδη καλαίσθητα και λειτουργικά, με τα καμαρίνια, το παρασκήνιο, τη σκηνή, το προσκήνιο, παρά τη μικρή έκταση του χώρου.
Θετικά συνέβαλαν στην καλή παράσταση τα ωραιότατα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου και οι φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη.

Η σκηνοθετική ανάγνωση του λεπτολόγου Μανώλη Δούνια τόνισε τα δραματικά στοιχεία, ανέδειξε όμως και την απομυθοποιητική διάσταση του έργου, με την πλάστιγγα να γέρνει προς την πλευρά του κωμικού. Μια παράσταση με ευστροφία και σπιρτάδα, που θα ήταν ευχής έργον να επαναληφθεί και του χρόνου.

 

Συντελεστές

Μετάφραση: Εύα Γεωργουσοπούλου
Σκηνοθεσία: Μανώλης Δούνιας
Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Φωτισμοί: Βαλεντίνα Ταμιωλάκη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Χανδρά
Φωτογραφίες-trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας
Επικοινωνία: Ανζελίκα Καψαμπέλη-Έλενα Γρίβα
Παραγωγή: Kart Productions
Ερμηνεύουν: Αλέξανδρος Μυλωνάς, Μάνος Βακούσης, Άννυ Λούλου, Ευγενία Αποστόλου, Νίκος Καλαμό, Δημήτρης Μαργαρίτης

Πληροφορίες

Β’ Σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας
Κεφαλληνίας 18 Κυψέλη
2114117878 (νέο τηλέφωνο επικοινωνίας)

Διάρκεια: 1.45 λεπτά

H παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού.

 

Συμπληρωματικά στοιχεία

  • Το έργο έγινε κινηματογραφική ταινία το 1983 σε σκηνοθεσία Peter Yates με τον Albert Finney και τον Tom Courtenay, ενώ το 2015 το BBC πρόβαλε και την τηλεοπτική μεταφορά της σε σκηνοθεσία Richard Eyre με τον Ian McKellen στο ρόλο του Αμπιγιέρ, τον Anthony Hopkins στο ρόλο του Σερ και την Emily Watson στο ρόλο της Λαίδης. Ο ίδιος ο Harwood κέρδισε το Όσκαρ Σεναρίου για τον «Πιανίστα» του Roman Polanski, ενώ ήταν επίσης υποψήφιος για τον «Αμπιγιέρ» και «Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα».

 

  • Ο «Βασιλιάς Ληρ» για πολλούς σχολιαστές αποτελεί το κορυφαίο δημιούργημα του Σαίξπηρ. Η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, η τραγική του σύγκρουση με τη μοίρα, τα γηρατειά, τον θάνατο και την τρέλα, ο αγώνας για την κατάκτηση της εξουσίας αλλά και η φθορά που επέρχεται από την άσκησή της καταγράφονται με αξεπέραστο τρόπο στο ποιητικό αυτό αριστούργημα που, γραμμένο σε μια εποχή συγκρούσεων και ανακατατάξεων, ακούγεται σήμερα δραματικά επίκαιρο.
    Ο Βασιλιάς Ληρ, είναι μια εμπνευσμένη θεατρική ιστορία πάνω στο αιώνιο θέμα της πάλης των γενεών, αλλά και η μεγάλη τραγωδία δυο πατεράδων που αρνούνται να υποχωρήσουν ή να αμφισβητηθούν.
    Αυτάρκεις, κυρίαρχοι, δεσποτικοί αλλά και ματαιόδοξοι γέροι, ο τρομερός Βασιλιάς Ληρ και ο υπήκοός του Κόμης του Γκλόστερ δε βλέπουν και δεν ακούν. Αφήνονται μακάριοι στον εφησυχασμό και την κολακεία.
    Ο Ληρ εξορίζει άδικα την αγαπημένη του κόρη. Ο Γκλόστερ αποκληρώνει τον ανύποπτο γιο του.
    Και οι δυο τους θα βρεθούν αντιμέτωποι με την πιο απάνθρωπη ίντριγκα, τη σκληρότητα και την εγκατάλειψη. Έτσι, ο καθένας τους θα κατέβει σιγά σιγά όλα τα σκαλοπάτια της ζωής και θα ανακαλύψει για τον εαυτό του τα μεγάλα μυστικά της μέσα απ’ την απόγνωση, την τρέλα και τον πόνο. Η απώλεια και η μοναξιά θα οδηγήσουν τον άλλοτε κραταιό Βασιλιά Ληρ στα άκρα και θα φανερώσουν όλη την ευαισθησία και το μεγαλείο του. Ο Ληρ θα δοκιμαστεί και θα πονέσει όσο δεν έχει πονέσει άνθρωπος ως τώρα.
    Στο κορυφαίο του αυτό έργο, ο Σαίξπηρ δείχνει πως οι βασιλιάδες είναι μόνο προσωρινοί. Ατρόμητοι στην αρχή, απειλητικοί, αμείλικτοι τιμωροί, ώσπου ο χρόνος και η ιστορία να τους μετατρέψουν σε ανήμπορα, τραγικά γεροντάκια.
    Την ίδια στιγμή που οι νέοι βιάζονται, δε συγχωρούν και δεν περιμένουν, οι γέροι μαθημένοι στην εξουσία δεν ξέρουν πως ήρθε η ώρα να φύγουν και πως είναι αργά.