25.7 C
Athens
Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Η «Νοσταλγός» με την Αριέττα Μουτούση μας γνωρίζει την άλλη πλευρά του Παπαδιαμάντη…

Του Παναγιώτη Μήλα

Πηγαίνοντας κάποτε στη Σκιάθο και επισκεπτόμενος το σπίτι του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Αγίου των ελληνικών γραμμάτων, ένιωσα δέος όταν είδα τον χώρο που ζούσε, όταν άγγιξα το γραφείο όπου έγραφε τα διηγήματά του.
Αυτόματα ήρθαν τότε στο νου μου οι σελίδες από τα βιβλία του δημοτικού σχολείου με τα κλασικά χριστουγεννιάτικα κείμενά του, όπως είναι: «Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη» (1896), «Το Χριστόψωμο» (1887) και το αγαπημένο μου με τον τίτλο «Στο Χριστό στο Κάστρο» (1892). Φυσικά θυμήθηκα και την «Παιδική Πασχαλιά» (1891) όπως και το «Πάσχα ρωμέικο» (1891).
Ήταν αυτά που επίσημα μελετούσαμε σύμφωνα με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα της εποχής.
Όμως ανεπίσημα ο Παπαδιαμάντης με άλλα κείμενά του ξυπνούσε ανομολόγητες κρυφές επιθυμίες. Μια από αυτές με τη Μοσχούλα, που μας τη γνώρισε στο μοναδικό «Όνειρο στο κύμα» (1900). Από τότε μέσα μου «η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν ηξεύρω τί γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι».
Το ίδιο είχα νιώσει και για το Λιαλιώ, τη σύζυγο του μπάρμπα Μοναχάκη. Η «Νοσταλγός» την είχε φωτίσει στα εφηβικά μου μάτια:

«Η Λιαλιώ έμεινε με το μεσοφούστανον, κοντόν έως τας κνήμας, λευκόν όσον και το κολόβιον, και με τας λευκάς περικνημίδας, υφ᾽ ας εμάντευε τις τας τορνευτάς και κομψάς κνήμας, λευκοτέρας ακόμη. Έμεινε με τα κρίνα του λαιμού της ατελώς καλυπτόμενα από την πορφυράν μεταξωτήν τραχηλιάν της, κ᾽ εκάθισε συνεσταλμένη παρά την πρύμνην, βραχυσωμοτέρα ή όσον ήτο, με το μέτριον και χαρίεν ανάστημά της».

Όταν έμαθα ότι η Αριέττα Μουτούση θα ανέβαζε το διήγημα του Παπαδιαμάντη στο θέατρο “Αλκμήνη”, δεν μπορούσα παρά να σπεύσω για να κοινωνήσω το νάμα του κοσμοκαλόγερου της λογοτεχνίας μας.
Η «Νοσταλγός» είναι ένα από τα πιο τρυφερά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, του “αυτοδίδακτου”, του ιδιόμορφου, του ασκητικού συγγραφέα, με ήρωες τον Μαθιό και τη Λιαλιώ, τους δύο νέους που το ειδύλλιό τους είναι καταδικασμένο σε αποτυχία. Ανεκπλήρωτος παραμένει ο έρωτάς τους με υπομονετικό παρατηρητή τον σύζυγό της. Θυμίζω ότι η Λιαλιώ είναι μια εικοσιπεντάχρονη κοπέλα που είναι παντρεμένη με έναν κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερό της, τον μπάρμπα Μοναχάκη. Ο Μαθιός είναι ένας δεκαοχτάχρονος νέος που είναι ερωτευμένος μαζί της. Μέσα από το διήγημα προβάλλονται αρκετές αντιλήψεις και πολλές εικόνες από τη ζωή των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Η ηθογραφία του Παπαδιαμάντη είναι μόνον ο σκηνικός διάκοσμος, όπου κινούνται τα πρόσωπα και ξετυλίγονται τα γεγονότα. Ο Παπαδιαμάντης δεν αντιγράφει ήθη και έθιμα. Βλέπει τη λαϊκή ψυχή, ζει τις εκδηλώσεις της και αποτυπώνει όλα αυτά στο έργο του, ένα έργο τελείως προσωπικό και ιδιότυπο ως προς την επιλογή των θεμάτων, την έμπνευση και τη γλώσσα. Ο Παπαδιαμάντης αγάπησε την απλοϊκή ζωή, τη νοσταλγούσε και την ονειροπολούσε συνεχώς και είχε το μεγάλο μυστικό να μεταμορφώνει τα ονειροπολήματά του σε εκλεκτά διηγήματα.

Μια φεγγαρόλουστη νύχτα, η Λιαλιώ, μια παντρεμένη γυναίκα, το σκάει από το νησί όπου ζει με τον αρκετά μεγαλύτερo άνδρα της για να επιστρέψει στο απέναντι νησί, την ιδιαίτερη πατρίδα της. Ένας νεαρός βοσκός, τη βοηθά να δραπετεύσει με μια μικρή βαρκούλα. Kατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, που κρατάει μια νύχτα, ο Mαθιός, μυστικά ερωτευμένος μαζί της, ελπίζει πως θα μείνουν για πάντα μαζί. H Λιαλιώ του προσφέρει το φουστάνι της για πανί. Ένας λανθάνων ερωτισμός κρύβεται και στη δική της ψυχή, αλλά η πραγματική αιτία της φυγής της είναι η νοσταλγία για τον τόπο που γεννήθηκε.

«Ο Μαθιός, εκάθισεν εις τας κώπας και ήρχισε να ελαύνη. Εκείνη, εις την πρύμνην καθημένη, εδέχετο κατ᾽ όψιν το ωχρόν φως της σελήνης, το οποίον επέχριεν ως με αργυράν κόνιν τους αβρούς χαρακτήρας του ωραίου προσώπου της. Ο νέος την εκοίταζε δειλώς».

Όσο προχωράει η νυχτερινή βαρκάδα, αρχίζει δειλά δειλά το ερωτικό παιγνίδι του Μαθιού με τo Λιαλιώ:
«Ο νέος, ως γείτων, είχε πληροφορηθή τα συμβαίνοντα, και την ηγάπησε κρυφά. Η χάρις του λιγυρού αναστήματός της δεν εξηλείφετο από την άνευ μέσης περιβολήν την οποίαν εφόρει. Και τα κατσαρά, τα οποία εκόσμουν το ηδυπαθές μέτωπόν της, ήσαν φυσικά και όχι επίπλαστα. Η λάμψις των βαθέων και μαύρων οφθαλμών της έκαιεν αμαυρά, υπό τας καμαρωτάς οφρύς, και τα πορφυρά χείλη της ερρόδιζον επί της ωχράς και διαυγούς χροιάς των παρειών της, αίτινες εβάπτοντο μ’ ελαφρόν ερύθημα εις τον παραμικρόν κόπον ή εις την ελαχίστην συγκίνησιν. Αλλά το λεπτόν και ήρεμον πυρ των οφθαλμών της έκαιε την καρδίαν του νέου».
Όταν το Λιαλιώ της “Νοσταλγού” ξεμακραίνει με το Μαθιό στην κλεμμένη βάρκα και τα ρέματα τους απομακρύνουν, για να μην τους βρουν ο άντρας της και οι άντρες της μεγάλης σκαμπαβίας, δεν διστάζει να δει το δάκτυλο κάποιου θεού σ’ αυτό, που ήθελε να καλύψει την όποια της διάθεση φυγής ή απιστίας. Σ’ αυτή την απιστία ωστόσο και την απάτη από μέρους της γυναίκας, βρίσκει ο συγγραφέας μας ένα μέσο για να ωριμάσει ο άντρας.

Τι είδα όταν έσβησαν τα φώτα

Ένα όνειρο ξεδιπλώθηκε από τις πρώτες φράσεις που ακούστηκαν στη σκηνή του θεάτρου. Η Αριέττα Μουτούση με τρόπο μαγικό μας μετέφερε στα χρόνια του κυρ-Αλέξανδρου και μας έκανε να πιστέψουμε ότι η γλώσσα του είναι και η δική μας καθημερινή γλώσσα. Ένα λαμπερό παραδοσιακό κέντημα η ερμηνεία της. Ένα κέντημα που άντεχε στους αέρηδες και στα κύματα όταν η βάρκα έκανε το ταξίδι της μέσα στη νύχτα. Στη νύχτα που τη φώτιζε με θεϊκό τρόπο η Ελευθερία Ντεκώ και που τη ζωγράφιζε με τις νότες του ο Δημήτρης Λαμπριανός. Οι φουρτούνες και οι μπουνάτσες στη θάλασσα, κάθε λίκνισμα της βάρκας, κάθε άγγιγμα των κουπιών στον αφρό του κύματος, όλα ήταν μελετημένα και με εξαιρετικό τρόπο δοσμένα από την Εριφύλη Στεφανίδου. Το άρωμα της εποχής το έφεραν τα κοστούμια της Ιωάννας Τιμοθεάδου και τα σκηνικά της Λένας Λέκκου. Με αυτούς τους ξεχωριστούς συνεργάτες η σκηνοθέτις Άννα Παπαμάρκου έχτισε μια παράσταση που αξίζει να την παρακολουθήσουν και όσοι νοσταλγούν το χθες, και όσοι αγαπούν το σήμερα, και όσοι σχεδιάζουν το αύριο. Πρόκειται για ένα μάθημα ζωής αφού μας δίνεται η ευκαιρία να διαπιστώσουμε πόσο σημερινό είναι το κείμενο που ο Παπαδιαμάντης έγραψε πριν από 121 χρόνια, το 1894… Ο τρόπος με τον οποίο η Άννα Παπαμάρκου δίδαξε τους ηθοποιούς της είχε σαν αποτέλεσμα να γευτούμε όλοι το μεγαλείο του Παπαδιαμάντη. Βέβαια η σκηνοθέτις είχε στο δυναμικό της ομάδας της την κυρία Μουτούση που για άλλη μια φορά προτίμησε τα δύσκολα δείχνοντας έτσι σε μας το πλούσιο και αστείρευτο ταλέντο της αλλά και την εμβάθυνση του πνεύματός της. Παράλληλα η Αριέττα Μουτούση έκανε μετάγγιση της εμπειρίας της στα δύο πολυτάλαντα παιδιά που τη συνόδευσαν σε αυτό το ταξίδι. Ήταν η Μαρία Λογοθέτη που μας χάρισε τη δροσιά της ερμηνείας της και ο Δημήτρης Λιόλιος που με μοναδική άνεση ανταποκρίθηκε στις ανάγκες του απαιτητικού ρόλου του. Την ομάδα συμπλήρωσε, μέσω του video, ο Θεόδωρος Κατσαφάδος που αποτέλεσε τον δεύτερο πυλώνα του οικοδομήματος. Τύχη αγαθή λοιπόν για όσους δουν τη «Νοσταλγό» που δυστυχώς παίζεται μόνο για 18 παραστάσεις…

Πληροφορίες για το έργο

Σκηνοθεσία: Άννα Παπαμάρκου
Σκηνικά, δημιουργία αφίσας, trailer: Λένα Λέκκου
Κοστούμια: Ιωάννα Τιμοθεάδου
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Μουσική Σύνθεση: Δημήτρης Λαμπριανός
Κίνηση: Εριφύλη Στεφανίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Βάσια Χρονοπούλου
Video: Δημήτρης Γκότσης
Φωτογραφίες: Αντώνης Λέκκος
Παίζουν: Αριέττα Μουτούση, Μαρία Λογοθέτη, Δημήτρης Λιόλιος
Στο ρόλο του μπάρμπα-Μοναχάκη εμφανίζεται ο Θεόδωρος Κατσαφάδος.
Παραγωγή: “Λώτινος Ήλιος”

Μέχρι και τις 17 Νοεμβρίου

Στο Θέατρο Αλκμήνη
Αλκμήνης 8-12, Γκάζι (μετρό Κεραμεικός)
Μέχρι και τις 17 Νοεμβρίου 2015
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.15

*Σύνδεσμοι

– «Η Νοσταλγός». Παρουσίαση.
https://www.catisart.gr/index.php/23-2010-03-10-10-32-41/3416-i-nostalgos-tin-iroida-tou-papadiamanti-ermineyei-i-arietta-moutoysi

– Συνέντευξη. Η Αριέττα Μουτούση, μιλάει στην Ειρήνη Αϊβαλιώτου και στο catisart.gr

https://www.catisart.gr/index.php/2010-05-03-21-16-20/2692-2014-11-04-15-09-25

*Τα αποσπάσματα από το κείμενο είναι από τα «Άπαντα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τ. 3, κριτ. έκδ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος, Αθήνα 1989, σ. 48, 52-53 & 56.

Υστερόγραφο για το θέατρο «Αλκμήνη»

Την ημέρα που πήγα να δω την παράσταση μου έτυχαν κάποια όχι και τόσο ευχάριστα περιστατικά: Αν και είχα δημοσιογραφική ατέλεια και πρόσκληση από το θέατρο, προτίμησα να πληρώσω κανονικό εισιτήριο. Μέχρι εκεί κανένα πρόβλημα. Το δελτίο Τύπου έγραφε ότι το εισιτήριο κοστίζει 10 ευρώ και όταν πήγα στο ταμείο μου ζήτησαν 12… Μού είπαν σε τηλεφωνική μας επικοινωνία να φτάσω νωρίς, μισή ώρα τουλάχιστον πριν από την έναρξη της παράστασης. Το δελτίο Τύπου έγραφε ότι το έργο αρχίζει στις 9 μ.μ., οπότε και φτάσαμε περίπου στις 8.30 μ.μ. Καθότι μάλιστα, τηλεφωνικώς πάλι, μας ενημέρωσαν πως δεν υπάρχουν αριθμημένες θέσεις. Όπως αναγραφόταν στο πρόγραμμα, το έργο θα άρχιζε στις 9.15 μ.μ. Άρχισε αργότερα. Στεκόμασταν όρθιοι κοντά στην πόρτα της σκηνής επί ημίωρον και πλέον περιμένοντας να ανοίξει και να πετύχουμε μια καλή θέση ώστε να κάνουμε απερίσπαστοι τη δουλειά μας και να παρακολουθήσουμε το έργο. Μπήκα πρώτος στην αίθουσα και πήγα να καθίσω στην πρώτη σειρά, μιας και δεν υπήρχαν αριθμημένες θέσεις, όπως μας είχαν πει. Αλλά φευ! Τη στιγμή εκείνη στον έλεγχο των εισιτηρίων μου είπαν πως πρέπει να καθίσω στην 7η σειρά και πως δεν είχα καταλάβει τι μου είχαν πει στο τηλέφωνο ή ότι δεν είχα τηλεφωνήσει στο σωστό νούμερο! Έδωσα τόπο στην οργή. Κάθισα όπου μου είπαν και άρχισα να παρακολουθώ. Όχι μόνο την παράσταση που είχε αρχίσει αλλά και έναν φωτορεπόρτερ ο οποίος, με την άδεια του θεάτρου, φωτογράφιζε κατά τη διάρκεια της παράστασης (!) κάτι δηλαδή που δεν θα το επέτρεπαν ούτε καν στο… «Δελφινάριο». Ο εκνευριστικός ήχος που κάνει η μηχανή όταν εστιάζει και ο ακόμη χειρότερος ήχος όταν πατάει ο φωτορεπόρτερ το «κλικ» δεν με άφησαν να χαρώ. Μάλιστα ο αγενής κύριος με τη φωτογραφική μηχανή όταν, μετά το τέλος, τον ευχαρίστησα για τη διακριτική παρουσία του, έδειχνε να μην αναγνωρίζει κάτι το περίεργο στην όλη συμπεριφορά του. Λες και δεν μπορούσε το θέατρο να πραγματοποιήσει τη φωτογράφιση στη γενική δοκιμή… Ας είναι. Ευτυχώς έγινε μια φορά, οπότε όλοι όσοι θα πάνε να δουν τις υπόλοιπες παραστάσεις, δεν θα ταλαιπωρηθούν από τα «κλικ» του φωτογράφου. Όλα αυτά συντελούνται με την ευθύνη και την υπογραφή της διεύθυνσης του θεάτρου «Αλκμήνη»; Αναρωτιέμαι… Τέλος, το ότι δεν διαβάζεται η δεύτερη σελίδα του προγράμματος, με τα… αχνά γράμματα στο σκούρο φόντο, αυτό δεν είναι παρά ένα πταίσμα μπροστά σε όλα τα άλλα.

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -