Νικηφόρος Βρεττάκος: Ούτε δεξιά, ούτε ζερβά μπορούσαμε να πάμε…

«Η φωτιά»

Τα πεύκα κρέμονταν λιπόθυμα.
Μες στου μεσημεριού την πύρα μι’ άχνα ρετσινιού κρυφόβραζε•
Θρυβόταν σχεδόν ο αγέρας και δεν ήξερες αν ήτανε τα θάμνα,
οι πέτρες, ο ήλιος ή τα μαλλιά σου.

Όλα είχαν καεί κι έβγαζαν λάμψη και ρετσίνι:
και τα πεύκα και ο ήλιος και το θυμάρι κι οι μασχάλες σου.
Πάνω μας είχε γίνει ο ουρανός ολόκληρος ήλιος – λάμψη ολοστρόγγυλη,
και τύφλωνε τα αχνά βουνά κάτω και το νερό
βγαίνοντας μέσ’ απ’ την πηγή δεν έβλεπε κι η θάλασσα
πεσμένη ανάσκελα σπαρτάριζε.

Σταματημένους, άφωνους μας είχε ο ήλιος με χρυσούς κύκλους συρματοπλέξει
πάνω στου βράχου τη γυμνή πλαγιά
κι ούτε δεξιά ούτε ζερβά μπορούσαμε να πάμε•
κι απ’ ολούθε μας πάλευε με μια βροχή απ’ αχτίνες που τις έστριβε
μες στις καρδιές μας και άναβαν.
Και κάνοντας μισό βήμα μονάχα σφίξαμε με όλη τη δύναμή μας
ο ένας τον άλλον.
Οι καρδιές πήδαγαν μες στα στήθη μας
και με μικρά μπουμπουνητά χτυπιόντουσαν.
Μεγάλες σταγόνες διάπυρου αλατιού στάζαν τα πρόσωπά μας
ενώ έμπλεκαν και λύγιζαν κι έλιωναν οι λαιμοί μας
σαν μπερδεμένα μελαψά κεριά• όσο που γίναμε
μια όρθια φλόγα που έτριζε και γλώσσιζε σα να ‘χε
πηδήσει μέσ’ από τη γης• που άνοιξε –

Αιώνια, ζώσα, φλόγα που ράπιζε το χάος.
Που αναρπαγμένη από ένα χέρι μεγαλοδύναμου θα μπορούσε να λάμψει
σαν χρυσή σπάθα, κόβοντας στα δυο, σαν αστραπή το θάνατο –
Γιομίζοντας βεγγαλικά από αμέτρητους μικρούς ήλιους τη νύχτα.

***

Από τη συλλογή «Το βάθος του κόσμου» (1961) του Νικηφόρου Βρεττάκου.

***

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (Εκδόσεις Ποταμός, 2008).

***

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και ακαδημαϊκός «πέρασε στο φως» την Κυριακή 4 Αυγούστου 1991, στις Κροκεές Λακωνίας, σε ηλικία 79 ετών.