Κωστής Παπαγιώργης, το σκηνικό της αγάπης

36

“Όσο κι αν βυθιστούμε στον εαυτό μας, στην αυταπάτη ότι διαθέτουμε ένα μονήρες καταφύγιο, όπου κανένας δρόμος δεν φτάνει, καμιά ξένη φωνή δεν ακούγεται, ο άλλος –η αγορά ολόκληρη– μας ακολουθεί, μόνο και μόνο επειδή βγαίνει από τα ίδια μας τα σπλάχνα.
Το «εγώ» συγκροτείται σαν άθυρμα του «εσύ», σαν θύμα των άλλων. Μόνο αν δεχθούμε ότι η παρουσία του άλλου συγκροτεί το «εγώ», το υφαίνει λέξη τη λέξη, νεύμα το νεύμα, βλέμμα το βλέμμα, μπορούμε να έχουμε μια πειστική πρόληψη για τα τεκταινόμενα στην ψυχή”.
“Μυστικά της συμπάθειας”, Κωστής Παπαγιώργης.

“Ο άνθρωπος συχνά γίνεται θηρίο. Αυτό είναι γνωστό. Αλλά το θηρίο —όπως και ο Θεός— διάγει βίο μονήρη, ενώ ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό, ζει δηλαδή μέσα στην πόλη και μέσα στον όμιλο. Συνεπώς, όσο ζοφερά όνειρα κι αν βλέπει ο εγωισμός, μόνο μέσα στις κοινωνικές σχέσεις έχει τη δυνατότητα να τα αξιοποιήσει. Διαφορετικά θα παραμείνουν φαντάσματα και παράταιρες ιδεοληψίες. Το συμβόλαιο με τους άλλους είναι πολύ πιο ισχυρό από τον οιονδήποτε αυτισμό. Ο έξω κόσμος επιβάλλεται κατά κράτος.
Αφότου απαγορεύτηκε η ελεύθερη έκφραση της βίας, η αυτοδικία, η βεντέτα, η μονομαχία και τα παρόμοια, όπου το άτομο στο πεδίο της τιμής είχε τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τον εγωισμό του, έπρεπε να επινοηθούν τα υποκατάστατα για να διοχετευτούν έμμεσα αυτές οι ροπές.
Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας ότι κάποτε οι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία —γιατί περί αυτού πρόκειται— να πολεμούν μία, δύο και τρεις φορές στη ζωή τους, να πνίγουν αντιπάλους στο αίμα, να βλέπουν από κοντά το σφαγείο, ενώ σήμερα όλα αυτά μόνο στα βιβλία και στους σινεματόγραφους μπορούν να τα βλέπουν, είναι φανερό ότι οι κοινωνικές σχέσεις φέρουν φορτίο πολλών σωπασμένων κινδύνων.
Ακόμα και οι πρωτόγονοι ήξεραν —και πολύ καλά μάλιστα— ότι πρέπει κάποτε κάποτε να αίρονται οι κοινωνικοί φραγμοί και οι άνθρωποι να παραδίδονται παράφορα σε όλα τα απαγορευμένα. Σήμερα όμως αυτό το δικαίωμα έχει εκλείψει. Στην αμεσότητά του εννοούμε, όχι στις έμμεσες εκφράσεις του. Γιατί κι αν εξέλειπε η χειροδικία, ως νόμιμο δικαίωμα και όχι ως παραβίαση του νόμου, ισχύει η δίκη διά του στόματος. Η βία έχει βρει διέξοδο στη ρητορική.
Όπως η ανταλλαγή ξεκίνησε με τα ίδια τα πράγματα και κατέληξε στα χαρτονομίσματα, η βία ξεκίνησε κι αυτή από τη χειροκρατία και τη χειροδικία για να προσλάβει σήμερα την (ένδικη) μορφή του νομικού χαρτοβασίλειου και της καθημερινής καταλαλιάς. Τίποτε πιο φυσικό λοιπόν αν ο σημερινός πολίτης θεωρεί υποχρέωσή του να μαγαρίζει το στόμα του, να αναδεικνύεται σε στωμύλο εκδικητή, σε θρασύδειλο φλήναφο που μολύνει και καυτηριάζει σαλεύοντας τη γλώσσα και μόνο δίκην σπάθης. Παντού φώτες που μιλώντας παθαίνουν σκοτοδίνη. Σκατόστομοι κουλοί”.
[Αποκαλώντας τους ανθρώπους φώτες (θνητούς, κατά μια εκδοχή εκ του φημί), σε μια εποχή που ο Λόγος δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα, ούτε η ηθική, ο Όμηρος προδιαγράφει κάτι από τη μελλοντική τους ιστορική περιπέτεια.]”.
Κωστής Παπαγιώργης, Η κόκκινη αλεπού, Οι ξυλοδαρμοί, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 45-46

-«Αν κάτι μας γοητεύει στα βιβλία είναι το άρωμα της ζωής, όχι της βιβλιοθήκης»

Κωστής Παπαγιώργης

-«Ανεπίδεκτη ορθολογισμού, η αγάπη στήνει το δικό της σκηνικό»
Κωστής Παπαγιώργης, “Ζώντες και τεθνεώτες”

* Γιος δημοδιδασκάλου, ο Κωστής Παπαγιώργης γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώρι Υπάτης και έζησε στην Παραλία της Κύμης (’51-’60), στο Χαλάνδρι, στη Θεσσαλονίκη (’66-’67) και στο Παρίσι (’69-’75). Οι απόπειρές του να σπουδάσει, νομικά στη Θεσσαλονίκη και φιλοσοφία στο Παρίσι, δεν είχαν συνέχεια, παρά ταύτα η παθολογική σχεδόν προσήλωση στην ανάγνωση τον οδήγησε συγκυριακά στην εμπορία βιβλίων· κατόπιν, με την επάνοδο στην Αθήνα, στη μετάφραση φιλοσοφικών έργων για βιοποριστικούς καθαρά λόγους και, όψιμα, στη συγγραφή εξομολογητικών εν πολλοίς δοκιμίων. Εξέδωσε και το θεωρητικό περιοδικό «Χώρα». Υπήρξε στενός φίλος του Χρήστου Βακαλόπουλου, για τον οποίο έγραψε και το βιβλίο “Γειά σου Ασημάκη”. Είχε επίσης συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά, διατηρώντας κατά καιρούς στήλες στην εφημερίδα “Επενδυτής”, στο περιοδικό “Αθηνόραμα” και στην εφημερίδα “Lifo”.

Το 2002 τιμήθηκε με το κρατικό λογοτεχνικό βραβείο μαρτυρίας – χρονικού για τον Κανέλλο Δεληγιάννη.

Έγραψε για τη μέθη, τη ζηλοτυπία, τη μισανθρωπία, τους νεκρούς, τη μνησικακία, τη φιλία και τον πόλεμο.

Ζούσε με τη γυναίκα του, Ράνια Σταθοπούλου. Έφυγε από τη ζωή στις 21 Μαρτίου 2014 ύστερα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο.

Τίτλοι βιβλίων του

(2014) Υπεραστικά, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2014) Υπεραστικά, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2008) Περί μέθης, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2008) Περί μνήμης, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2006) Κέντρο δηλητηριάσεων, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2006) Τρία μουστάκια, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2005) Εμμανουήλ Ξάνθος, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2004) Τα γελαστά ζώα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2003) Τα καπάκια, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2002) Κανέλλος Δεληγιάννης, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2000) Ο Χέγκελ και η γερμανική επανάσταση, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1998) Η κόκκινη αλεπού. Οι ξυλοδαρμοί, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1998) Σύνδρομο αγοραφοβίας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1997) Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996) Ίμερος και κλινοπάλη, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1996) Λάδια ξίδια, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1995) Ζώντες και τεθνεώτες, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1995) Σωκράτης, ο νομοθέτης που αυτοκτονεί, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1994) Γεια σου, Ασημάκη, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1994) Μυστικά της συμπάθειας, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1993) Η ομηρική μάχη, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1990) Ντοστογιέφσκι, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1990) Σιαμαία και ετεροθαλή, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1988) Ο νομοθέτης που αυτοκτονεί, Εξάντας