13.8 C
Athens
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022
 

Ακόλαστοι και κωμικοί οι «Μίμοι του Ηρώνδα» με το δημιουργικό πάθος της Άννας Κοκκίνου

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

 

«Ο ηθοποιός-μίμος πρέπει να έχει το μυαλό ενός μυθιστοριογράφου, το σώμα και τους μύες ενός γυμναστή και προπάντων ένα ιδανικό στην καρδιά του». Etienne Decroux

Λίγα γνωρίζουμε για τον Ηρώνδα ή Ηρώδα ή Ηρωίδα ή Ηρώδη, που οι ελληνιστές τον προτίμησαν Ηρώνδα, για να μην μπερδεύεται το όνομά του με άλλους Ηρώδες της Ιστορίας.
Είναι Αλεξανδρινός ποιητής, σύγχρονος του Θεόκριτου. Ενδείξεις από τα έργα του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έζησε στα πρώτα 50 χρόνια του 3ου αιώνα π.Χ. Γεννήθηκε μάλλον στην Κω, που την εποχή εκείνη είχε στενούς δεσμούς με την Αλεξάνδρεια.
Έγραψε τα έργα του σε χωλίαμβους, έχοντας ως πρότυπο τον Ιππώνακτα, δηλαδή σε ίαμβους που είναι “κουτσοί” στο τέλος του μέτρου για να ταιριάζουν περισσότερο στον πεζό -και μάλιστα κωμικό- λόγο. Τα έργα του είναι μίμοι, δηλαδή σκετς για “επιθεώρηση”. Γι’ αυτό και ονομάστηκαν από κατοπινούς σχολιαστές μιμίαμβοι.

Ο μίμος, ως θεατρικό είδος, είναι μια παλιά παράδοση γνωστή από τα έργα του Συρακούσιου μιμογράφου Σώφρονα (5ος αι. π.Χ.) που έφερε ο Πλάτωνας στην Αθήνα. Από αναφορές τρίτων γνωρίζουμε πως το περιεχόμενο ήταν σατιρικές μιμήσεις ζώων και επώνυμων προσώπων με αρκετά αισχρά και ακατονόμαστα σχόλια. Θεατρίνοι (ή μίμοι) γύριζαν στα χωριά της Αττικής και έδιναν μπουφόνικες παραστάσεις, αλλά έπαιζαν και στα συμπόσια. Ψήγματα από τους μίμους θα βρούμε και στον Αριστοφάνη, με απομιμήσεις γνωστών προσώπων και ζώων.

Είναι πιθανό ο Ηρώνδας να έγραψε τους μιμίαμβούς του για να διαβαστούν και όχι για να παιχτούν. Τους έγραψε όμως “κατά μίμηση” του θεατρικού αυτού είδους. Σήμερα θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε σκετς ή μονόπρακτα. Έχουν αρχή, μέση και τέλος, θέμα, πλάσιμο χαρακτήρων, συγκρούσεις και δράση. Και πριν απ’ όλα, μας δίνουν εικόνες από την καθημερινή ζωή, τη συμπεριφορά και τα ήθη της εποχής.
Από επιστολή του Ρωμαίου συγκλητικού Πλίνιου του Νεότερου, γραμμένη περί το 100 π.Χ., γνωρίζουμε ότι ο Ηρώνδας ήταν σύγχρονος του Καλλίμαχου και συγγραφέας ενός βιβλίου ιαμβικής ποίησης. Το συγγραφικό έργο του Ηρώνδα τοποθετείται μεταξύ 275 και 245 π.Χ.

 

 

Η ανακάλυψη

Επειδή στην αρχαιότητα ο Ηρώνδας σπάνια αναφέρεται ή μνημονεύεται, τα περισσότερα ποιήματά του χάθηκαν, εκτός από είκοσι στίχους. Ωστόσο το 1891, ανακαλύφθηκε στον τάφο ενός Σέραπι (ελληνο – αιγυπτιακός θεός της αρχαιότητας) πάπυρος που περιλάμβανε περίπου 700 στίχους. Η ανακάλυψη αυτή στάθηκε η αφορμή για το ποίημα του Καβάφη “Οι μιμίαμβοι του Ηρώδου”. Συνολικά, υπάρχουν περίπου οκτώ πλήρεις μίμοι, όπως λέγονται τα ποιήματά του και αποσπάσματα από άλλους τρεις.

 

Η πρώτη στήλη του παπύρου του Ηρώνδα που αφορά τον πρώτο Μιμίαμβο 1-15_1892_Βρετανικό μουσείο E. Scott [Public domain], via Wikimedia Commons
 

Μίμοι

Ο Ηρώνδας χαρακτηρίζεται ως μιμογράφος, διότι το ποιητικό του έργο περιλαμβάνει ποιήματα Ιωνικής διαλέκτου, τα οποία ονομάζονται μίμοι ή μιμίαμβοι, δηλαδή μίμοι γραμμένοι σε ιαμβικό μέτρο.

Οι μίμοι αποτελούσαν σύντομες κωμικές περιγραφές ακόλαστων περιστατικών του καθημερινού βίου με στοιχεία αυτοσχεδιασμού (φάρσες). Επειδή αρχικά το συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας δεν αναγνωριζόταν από τους ιστορικούς και φιλοσόφους, οι πρώτες αναφορές σε αυτό εμφανίστηκαν τον 4ο αιώνα π.Χ.

Ο ίαμβος ήταν είδος ποιητικού μέτρου από ιαμβικούς στίχους (∪ – ∪ – ∪ – κ.λπ.) ιδιαίτερα δημοφιλές στα νησιά του Αιγαίου από τον 7ο αιώνα π.Χ. Τα ιαμβικά ποιήματα ήσαν προσωπικά και μπορούσαν να είναι τραγούδια αγάπης και τραγούδια μίσους. Αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος ήταν ο Ιππώναξ, ο οποίος φαίνεται να αποτελεί πρότυπο για τον Ηρώνδα. Τα ιαμβικά ποιήματα του Ιππώνακτα ενέπνευσαν τόσο το μέτρο όσο και τη διάλεκτο (Ιωνική) αρκετών διαδόχων του, μεταξύ αυτών και του Ηρώνδα. Κατά την Ελληνιστική εποχή, πριν από τον Ηρώνδα, οι μιμίαμβοι, χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από τον Θεόκριτο.

Παρόλο που περιέχουν διάλογους και περιγράφουν σκηνές από την καθημερινή ζωή, οι μίμοι δεν προορίζονταν να εκτελούνται από ηθοποιούς, αλλά εκφράζονταν από έναν μόνο καλλιτέχνη, ο οποίος έπρεπε να αποδώσει τους ποικίλους χαρακτήρες χρησιμοποιώντας διαφορετικές φωνές και εκφράσεις του προσώπου. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι ερμηνευτές ήσαν επαγγελματίες ηθοποιοί των συγκεκριμένων κωμωδιών και τραγωδιών στις οποίες ο ηθοποιός έπρεπε να υποδυθεί πολλούς ρόλους. Η διαφορά είναι ότι σε μία παράσταση, ο ηθοποιός μπορούσε να χρησιμοποιήσει διαφορετικές μάσκες, κάτι που πιθανώς δεν συνέβαινε σε μια μίμηση.

Παρουσιάζουν με ρεαλιστικό τρόπο και λόγο που διανθίζεται με πολλές παροιμίες συνηθισμένα πρόσωπα (ή τύπους) σε καταστάσεις της καθημερινότητας, που κατά κανόνα δεν είναι ό,τι πιο ανεπίληπτο θα μπορούσε να συναντήσει κανείς (επί παραδείγματι: μια γριά μαστροπός προσπαθεί -ανεπιτυχώς- να πείσει τη γυναίκα ενός ναυτικού που ταξιδεύει να συνάψει σχέσεις με έναν στιβαρό αυλητή, ή: μια κυρία, που έχει ερωτική σχέση με έναν δούλο της, βάζει να τον δείρουν ανηλεώς επειδή λοξοκοιτάζει κ.o.κ.). Έμφαση δίνεται στη διαγραφή του χαρακτήρα των προσώπων, ένα από τα οποία συνήθως κατέχει δεσπόζουσα θέση.

Δεν γνωρίζουμε επίσης αν οι μιμίαμβοι ερμηνεύονταν από ένα πρόσωπο, που υποδυόταν όλους τους ρόλους, ή από περισσότερα.

 

 

Η παράσταση

Οι “Μίμοι του Ηρώνδα” σε σκηνοθεσία Άννας Κοκκίνου επέστρεψαν δριμύτεροι στο θέατρο “Σφενδόνη”, απ’ την 1η Νοεμβρίου 2019, μετά την περσινή επιτυχία τους, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Ξαναδουλεμένοι (γιατί ποτέ δεν ησυχάζουν!), ανανεωμένοι και, πάνω απ’ όλα, αποφασισμένοι να προκαλέσουν μεγάλη ταραχή, παρουσιάζονται στο θέατρο “Σφενδόνη” κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 18.30.

Η παράσταση είναι χρωματιστή, ευδιάθετη, ευφορική, γεμάτη ταλέντο και φαντασία. Ανακαλύπτεις παρακολουθώντας την μια περιγραφή της κοινωνίας για την οποία γράφτηκαν αυτά τα κείμενα.

Έπειτα από σχεδόν δύο χιλιάδες τριακόσια χρόνια, τα κείμενα του Ηρώνδα παρουσιάζονται σε επτά (όχι και τόσο καθημερινές) σκηνές καθημερινότητας.

Αναπαριστώνται σκηνές από την καθημερινότητα των φαυλοτέρων, σκιαγραφούνται χαρακτήρες και καταστάσεις ακραίες σε γλώσσα τολμηρή και τόνο άσεμνο.

Σαρκασμός παιδικός, επινοητικότητα, τόλμη που στηρίζεται στο υπονοούμενο, πρωτοτυπία, κωμικότητα, ρυθμοί και χρόνοι σφιχτοί, εικαστικότητα εντυπωσιακή.

Η σκηνοθέτις και ηθοποιός Άννα Κοκκίνου, μια καλλιτέχνις που δεκαετίες τώρα μας συναρπάζει με τη δουλειά της, επινοεί τεχνικές, λύσεις, δράσεις, σκηνές, με οδηγό το ασίγαστα δημιουργικό πάθος της, το καλλιτεχνικό της ένστικτο και μια βαθιά και αδιάκοπη αναζήτηση των τρόπων του εκφράζεσθαι. Και επειδή είναι πολύ ανήσυχη δεν επιστρέφει ποτέ, από το επικίνδυνο κυνήγι του ωραίου, με άδειο σακούλι. Έχει όσφρηση και ξέρει σημάδι.

Αξιοποίησε ένα λογοτεχνικό είδος προορισμένο για απαγγελία, όπου το κλίμα που κυριαρχεί είναι αυτό των καθημερινών σκηνών σε αστικό κατά κανόνα περιβάλλον, με ρεαλισμό, δίνοντας με πληρότητα τους χαρακτήρες των λαϊκών ανθρώπων. Έδωσε ζωντάνια στους διαλόγους, οι οποίοι συχνά είναι ελάχιστα ευπρεπείς -όπως τουλάχιστον το εννοούμε σήμερα- και έφτιαξε μια πιστή, εν τέλει, καταγραφή της ζωής, τοιχογραφία ηθών και προσώπων, με ειρωνική ματιά, με πολλά στοιχεία παρωδίας, δίχως όμως καμία εκζήτηση.

 

 

Οι συντελεστές

Οι ηθοποιοί -νεότεροι και πιο έμπειροι- έκαναν μια γλαφυρή σκιαγράφηση των ανθρώπινων ηθών μέσα από καταστάσεις του καθημερινού βίου σε διαλογική-θεατρική μορφή και σε ένα είδος ρυθμικής πρόζας. Πραγματικά δεν χορταίνεις να τους παρακολουθείς.

Η Ρηνιώ Κυριαζή, ο Νίκος Νίκας και η Ρίτα Λυτού -καλλιτέχνες ατόφιοι- έδειξαν το ανήσυχο πνεύμα τους, απέδειξαν ότι ελκύονται πραγματικά από την τέχνη τους και ότι στοχεύουν στην ιδιαίτερα βαθιά τελειότητα της υποκριτικής με την αφοσίωση όλων των ενεργειών τους.

Από την Άννα Κοκκίνου είδαμε τη σχολαστική μελέτη της και την αναλυτική εργασία της, που γίνεται με ένα σχεδόν μαθηματικό πνεύμα και με απόλυτη ειλικρίνεια.

Η Ειρήνη Κουμπαρούλη και ο Πάρις Λεόντιος στάθηκαν δυναμικά στη σκηνή με προσωπική πειθαρχία, ακρίβεια και αμεσότητα.

Αξίζουν σε όλους τους συντελεστές συγχαρητήρια. Στον Κέννι Μακ Λέλλαν για τα άψογα σκηνικά. Στη Ματίνα Μέγκλα για τη συνεργασία της στα αξιοθαύμαστα κοστούμια. Στη Μελίνα Μάσχα για την εκφραστικότητα των φωτισμών της. Στο Νίκο Βελιώτη για την εξαίρετη μουσική. Στη Μάρθα Φωκά για τις πραγματικά εξαίσιες μάσκες της. Στη Βρισηίδα Σολωμού για την ευφάνταστη επιμέλεια κίνησης.

Κομψή, καλοδουλεμένη η παράσταση της Άννας Κοκκίνου, με καθαρότητα, φωτεινότητα, χιούμορ και υπόγεια ένταση, μεταφέρει το θεατή σε άλλο τόπο και χρόνο. Σε έναν κόσμο, όπου η μιμική δίχως αρωματικά εφέ διηγείται ιστορίες για εμάς και για τους άλλους.

∼•∼

 

 

Ηρώνδας ή Ηρώδας (3ος αι. π.Χ.) ήταν μιμογράφος από την Κω. Το συγγραφικό έργο του τοποθετείται μεταξύ 275 και 245 π.Χ. Ένας πάπυρος που ανακαλύφθηκε το 1891 έκανε γνωστούς εννέα (οι επτά πλήρεις) σύντομους μίμους του σε ιωνική διάλεκτο (ονομάζονται και μιμίαμβοι, επειδή είναι γραμμένοι σε μέτρο ιαμβικό), οι οποίοι αποκαλύπτουν την προτίμησή του για την απεικόνιση μιας άθλιας και ακόλαστης ζωής, περίπτωση ήδη γνωστή από την ποίηση του Ιππώνακτα.

Οι μίμοι αυτοί θεωρήθηκαν υποδειγματικά πρότυπα ρεαλιστικών σκίτσων, ενώ πρόκειται για ψυχρά φιλολογικά ντοκουμέντα, μέσα στα οποία κινούνται πρόσωπα χωρίς ατομικότητα.

Από τους μίμους που διασώθηκαν ολόκληροι, ο πρώτος τιτλοφορείται Προκυκλίς Μαστροπός. Αποτελείται από 90 στίχους και παρουσιάζει τη νεαρά Μητρίχη, ο σύζυγος της οποίας απουσιάζει εδώ και δέκα μήνες στην Αίγυπτο. Την επισκέπτεται η γριά Γρυλλίς και της προτείνει για αντικατάσταση του συζύγου της έναν αθλητή, τον Τρύλλο· η Μητρίχη όμως αρνείται να απατήσει τον σύζυγό της.

Στον δεύτερο μίμο, τον Πορνοβοσκό (102 στίχοι), ο μέτοικος Βάτταρος, τύπος αναίσχυντος αλλά και κωμικός, κατηγορεί στους δικαστές της Κω τον σιτέμπορο Βαλή, που παραβίασε τον ανήθικο οίκο του.

Στον τρίτο μίμο, που τιτλοφορείται Διδάσκαλος (97 στίχοι), η Μητροτίμη, η οποία έχει γέρο σύζυγο, οδηγεί στο σχολείο του δασκάλου Λαμπρίσκου τον άτακτο και αμελή γιο της Κότταρο –που προτιμά τα παιχνίδια από τα μαθήματα– και παρακαλεί τον παιδαγωγό να τον συνετίσει. Ο δάσκαλος, για να συνετίσει τον μικρό, τον υποβάλλει σε άγριο ξυλοδαρμό.

Ο τέταρτος μίμος ονομάζεται Ασκληπιώ ανατεθείσαι και θυσιάζουσαι (95στίχοι) και εμφανίζει την Κυννώ και την Κοκκάλη να επισκέπτονται το ιερό του Ασκληπιού στην Κω για να προσφέρουν θυσία.

Στον πέμπτο μίμο, τον Ζηλότυπο, που αποτελείται από 85 στίχους, η Βίτυννα ζηλεύει τον δούλο της, Γάστρωνα, επειδή ερωτοτροπεί με την Αμφίταια, τον βρίζει και διατάζει τον άλλο της δούλο να τον οδηγήσει δέσμιο και γυμνό στον Έρμωνα για να τον μαστιγώσει· τελικά όμως τον συγχωρεί, υποχωρώντας στις παρακλήσεις της δούλης της, Κιδύλης.

Ο έκτος μίμος έχει τον τίτλο Φιλιάζουσαι Ιδιάζουσαι (94 στίχοι). Η Μητρώ επισκέπτεται τη φίλη της Κοριττώ και συζητούν για διάφορα θέματα.

Στον έβδομο μίμο, τον Σκητέα, που έχει 192 στίχους, υπάρχουν αρκετά χάσματα. Παρουσιάζεται η Μητρώ να οδηγεί στο υποδηματοποιείο του Κέρδωνα φίλες της, που έρχονται να αγοράσουν υποδήματα.

Ο όγδοος μίμος, το Ενύπνιον (79 στίχοι), έχει επίσης μεγάλα κενά. Ένας γαιοκτήμονας ξυπνάει πολύ νωρίς τις δούλες του για να φροντίσουν για τα ζώα του κτήματος και τις άλλες αγροτικές εργασίες. Διηγείται σε μία από αυτές το όνειρο που είδε τη νύχτα.

Ο ένατος μίμος ονομάζεται Απονηστιζόμεναι, αλλά έχουν διασωθεί μόνο 13 στίχοι. Οι μίμοι του Ηρώνδα είναι το σπουδαιότερο δείγμα του λογοτεχνικού αυτού είδους που έχει διασωθεί.

***

 

 

Ο πάπυρος που έσωσε τους μίμους του Ηρώνδα αγοράστηκε το 1889 από το Βρετανικό Μουσείο. Τους μετέγραψε και τους εξέδωσε πρώτος ο F. G. Kenyon, Classical Texts from Papyri in the British Museum, Λονδίνο 1891. Τον Νοέμβριο του 1892 ο Κ. Π. Καβάφης γράφει το ποίημα «Οἱ Μιμίαμβοι τοῦ Ἡρώδου», το οποίο πρωτοδημοσίευσε το 1968 ο Γ. Π. Σαββίδης.

 

 

Οι μιμίαμβοι του Ηρώδου – Κωνσταντίνος Καβάφης

Επί αιώνας μένοντες κρυμμένοι
εντός του σκότους Αιγυπτίας γης
μέσω τοιαύτης απελπιστικής σιγής
έπληττον οι μιμίαμβ’ οι χαριτωμένοι·

αλλά επέρασαν εκείν’ οι χρόνοι,
έφθασαν από τον Βορρά σοφοί
άνδρες, και των ιάμβων έπαυσ’ η ταφή
κι η λήθη. Οι ευτράπελοί των τόνοι
μας επανέφεραν τας ευθυμίας

ελληνικών οδών και αγορών·
κι εμβαίνομεν μαζί των εις τον ζωηρόν
βίον μιας περιέργου κοινωνίας.—
Μας απαντά ευθύς πονηροτάτη
μεσίτρια που σύζυγον πιστήν

ζητεί να διαφθείρει! Πλην την αρετήν
γνωρίζει η Μητρίχη να φυλάττει.
Άλλον κατόπιν βλέπομεν αχρείον
όστις κατάστημά τι συντηρεί
και άνδρα Φρύγα εμμανώς κατηγορεί

ως βλάψαντα το — παρθεναγωγείον.
Δύο πολύλογοι, κομψαί κυρίαι
επίσκεψιν εις τον Ασκληπιόν
κάμνουν· φαιδρύνουν δε μεγάλως τον ναόν
αι νοστιμόταταί των ομιλίαι.

Εις μέγα εργοστάσιον σκυτέως
εμβαίνομεν με την καλήν Μητρώ.
Ωραία πράγματα εδώ κείντ’ εν σωρώ,
εδώ ευρίσκετ’ ο συρμός ο τελευταίος.

Πλην πόσα έλειψαν εκ των παπύρων·

πόσον συχνά των μιαρών σηρών βορά
έγινεν ίαμβος λεπτός και είρων!
Ο ατυχής Ηρώδης, καμωμένος
διά τα σκώμματα και διά τα φαιδρά,
τί σοβαρά μάς ήλθε πληγωμένος!
[1892]

 

 

Η καρδιά του θεάτρου χτυπά στους Μίμους.

Το μαγικό σύμπαν των Μίμων, πιο κοντά στις περιοχές της Νέας Κωμωδίας, έρχεται πληθωρικό και υποκριτικά ακραίο, ν’ αποκαλύψει τις πρώτες ακόμα πηγές της έκφρασης. Με τους ανθρώπινους τύπους του, μαστροπούς, μεσίτρες, δασκάλους, βιοτέχνες, την ατμόσφαιρα της πολιτείας, τον θόρυβο των δρόμων της, τα μαγαζιά, τα δικαστήρια, τα σχολεία και τα κακόφημα σπίτια της. Ένας κόσμος που βρίσκει τρόπους να ευχαριστιέται και να ευχαριστεί, να διασκεδάζει, να επιβιώνει με πονηριά και χάρη, αν και φτωχός και ξεπεσμένος, προσφέροντας στιγμές ακριβής ευφορίας. Γιατί πάντα, σε στιγμές που όλα είναι μπερδεμένα και σκοτεινά, πηγαίνοντας κανείς στις πηγές, αποκομίζει γνώση κι ευχαρίστηση, την οποία ελπίζει απλόχερα να προσφέρει στους άλλους.

Οι μίμοι ήταν σύντομοι θεατρικοί διάλογοι που ζωντάνευαν μυθολογικά επεισόδια ή στιγμιότυπα του καθημερινού βίου. Η δωρική αυτοσχέδια φάρσα ήταν η πρώτη μορφή που είχε η δραματική τέχνη στην Ελλάδα. Με την άνθηση, όμως, της μεγάλης ποιητικής θεατρικής τέχνης στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα, η εικόνα άλλαξε. Το αυτοσχέδιο θέατρο συγκέντρωσε τα έθιμα και τα θέματά του και μετανάστευσε στις δωρικές αποικίες της Σικελίας. Η λέξη μίμος πρωτακούστηκε εκεί. Ο Ηρώνδας σταδιοδρόμησε στο πρώτο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα, πιθανότατα στην Αλεξάνδρεια και την Κω. Το έργο του ήταν άγνωστο έως το 1889, όταν βρέθηκε ένας παπύρινος κύλινδρος με οχτώ μιμοδράματά του. Βρέθηκε σ’ έναν τάφο στην πόλη Μεγίρ (Μοίρες) της Αιγύπτου μαζί με μια μούμια. Η ανακάλυψη, μάλιστα, αυτή ενέπνευσε στον Κωνσταντίνο Καβάφη το ποίημά του “Οι μιμίαμβοι του Ηρώνδα” (1892).

Όπως αναφέρει ο Αλέξης Σολομός στο έργο του ο Άγιος Βάκχος “[Από τον μίμο] λείπει ο τελετουργικός χαρακτήρας της τραγωδίας και η μαχητική επικαιρότητα της κωμωδίας. Του λείπει κι ο χορός. Είναι ένα θέατρο δωματίου, όπως θα λέγαμε σήμερα, με τάση για στοχασμό και επιγραμματισμό. Ένα ταπεινό ξύλινο πατάρι και ένας κουρελομπερντές τους είναι αρκετά. Η μόδα τους ξεπετάγεται σαν ρουκέτα στα μεγάλα ελληνικά κέντρα που είναι κορεσμένα από καλλιτεχνική ποιότητα και κουρασμένα από ωριμότητα σκέψης. Κερδίζουν επιδέξια τις λαϊκές μάζες, τον καιρό που αρχίζει η χρεοκοπία της ποιητικής τέχνης. Από ‘δω και μπρος, ο μίμος είναι ένας αυτοσχεδιαστής θεατρίνος που χορεύει, γελάει, τραγουδάει, κάνει τούμπες και μαϊμουδίζει τα πάντα με την έκφραση και την κίνηση. Τα πιο πολλά μιμοδράματα της ελληνιστικής εποχής, στηρίζονται στις πρωτεϊκές ικανότητες των εκτελεστών.

Οι μίμοι δεν έπαψαν να ξεχωρίζουν ανάμεσά μας σαν οι πιο θαυματουργοί ιεροφάντες της ψευδαίσθησης και να κατασκευάζουν με τα πολλά τους ψέματα πολλές αλήθειες. Η τέχνη τους είναι η μόνη δύναμη που βάσταξε αδιάσπαστη τη δύναμη του θεάτρου. Το μιμοθέατρο ήταν πιο προσιτό σε όλους. Τα θέματά του ήταν απλά κι η γλώσσα του λαϊκή. Δεν υπήρχαν γλωσσικοί φραγμοί. Τους καταργούσε η μιμική του προσώπου, του κορμιού και της φωνής. Οι βιοτικές συνθήκες συζητιούνταν πάνω στη σκηνή, οι αδικίες ξεσκεπάζονταν, οι μεγάλοι και τρανοί σατιρίζονταν.”

Οι πληροφορίες για τις παραστάσεις του Ηρώνδα στην αρχαιότητα είναι περιορισμένες. Οι μίμοι ανέβαζαν μπουφόνικες παραστάσεις περιοδεύοντας σε περιοχές της Αττικής και συμμετέχοντας σε συμπόσια. Σπάνια δείγματα ελληνικού μιμοθεάτρου, που διατήρησαν τη διαχρονικότητά τους. Και με την καρδιά του θεάτρου να χτυπά σήμερα μέσα τους, πιο δυνατά από ποτέ.

 

 

Συντελεστές

Μετάφραση: Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Σκηνοθεσία: Άννα Κοκκίνου
Σκηνικά: Κέννι Μακ Λέλλαν
Κοστούμια: Με τη συνεργασία της Ματίνας Μέγκλα
Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα
Πρωτότυπη μουσική: Νίκος Βελιώτης
Μάσκες: Μάρθα Φωκά
Επιμέλεια Κίνησης: Βρισηίδα Σολωμού
Βοηθός Σκηνοθέτιδος: Ειρήνη Κουμπαρούλη
Επιμέλεια περουκών: Αλέξανδρος Μπαλαμπάνης |Lock Hair Lab
Φωτογραφίες: Μαρούσα Θωμά
Trailer: Μαρίλη Ζάρκου
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Ελεάννα Γεωργίου

Παίζουν: Ρηνιώ Κυριαζή, Νίκος Νίκας, Ρίτα Λυτού, Ειρήνη Κουμπαρούλη, Πάρις Λεόντιος, Άννα Κοκκίνου

Trailer:

 

Πληροφορίες

Μέρες και ώρες παραστάσεων:
Παρασκευή και Σάββατο στις 21.00
Κυριακή στις 18.30

Τιμές εισιτηρίων:
15€, 10€ (φοιτητικό, ανέργων, ΑμεΑ)
Τηλεφωνικές κρατήσεις:
215 515 8968 (Τετάρτη έως Κυριακή 14.00-21.00)

Εκστρατεία “Βοηθήστε να σωθεί το θέατρο Σφενδόνη”: https://bit.ly/2HJMGeZ

Προπώληση: ΕΔΩ
ticketservices.gr, 210 72 34567

Θέατρο Σφενδόνη
Μακρή 4, Μακρυγιάννη (Μετρό στάση Ακρόπολη)
Τηλ.: 215 515 8968

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
696ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
- Advertisement -

Τελευταία άρθρα

Cat Is Art