33.5 C
Athens
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024

Μίλαν Κούντερα, “Το αστείο” (αποσπάσματα)

«Το αστείο» είναι το μυθιστόρημα με το οποίο έγινε παγκοσμίως γνωστός ο Μίλαν Κούντερα.
«Ο οπτιμισμός είναι το όπιο του λαού. Το υγιές πνεύμα βρομάει βλακεία. Ζήτω ο Τρότσκι». Με αυτά τα λόγια θέλησε να πειράξει την ενθουσιώδη φίλη του ο Λούντβιχ, ο ήρωας του βιβλίου. Και γι’ αυτό το αστείο θα διαγραφεί από το κόμμα, θα αποβληθεί από το πανεπιστήμιο, θα καταταγεί στο στρατό σε τάγμα «τιμωρημένων» και θα υπηρετήσει τη θητεία του δουλεύοντας στα ορυχεία, στα οποία θα παραμείνει «εθελοντικά» άλλα 3 χρόνια.
«Το αστείο» γράφτηκε το 1965 και πρόλαβε να εκδοθεί στην Τσεχοσλοβακία το 1967. Την εποχή της «Άνοιξης της Πράγας» και του βίαιου τερματισμού της με την εισβολή των ρωσικών τανκς «Το αστείο» αποτελούσε μια ηχηρή καταγγελία του σοβιετικού σοσιαλιστικού μοντέλου· έγινε έτσι το «ευαγγέλιο της εποχής» και γνώρισε τεράστια επιτυχία διεθνώς. Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα, όπου κυκλοφόρησε το 1971, με την επιπλέον φόρτιση που συνεπαγόταν για μας η δικτατορία της 21ης Απριλίου και η νωπή διάσταση του έργου, και παραμερίστηκε η καθαυτό μυθιστορηματική του αξία.

* Έχουν να λένε για τον κεραυνοβόλο έρωτα· είμαι βέβαιος πως η αγάπη έχει κλίση να δημιουργεί τον δικό της μύθο· δεν θέλω λοιπόν να υποστηρίξω, πως ήταν μια κεραυνοβόλα αγάπη· αλλά οπωσδήποτε ήταν κάτι το ξεχωριστό· την καθαυτό ουσία της ύπαρξης της Λουτσίας, ή —αν θέλω νάμαι πιο ακριβής— την ουσία αυτού, που ήταν η Λουτσία μετά για μένα, την κατάλαβα, την ένιωσα, την είδα αμέσως· η Λουτσία που έφερε τον εαυτό της, όπως φέρνουν στους ανθρώπους μια φανερή αλήθεια.
Την κοιτούσα, πρόσεχα το ακαθόριστο επαρχιώτικό της χτένισμα, πρόσεχα το γκρίζο της μαντό, φτωχό και τριμμένο και ίσως λιγάκι κοντό· πρόσεχα το αφάνταστα όμορφο και καθαρό πρόσωπό της· αιστάνθηκα πως το κορίτσι αυτό κλείνει μέσα του μια γαλήνη, απλότητα και μετριοφροσύνη και πως όλα αυτά είναι αξίες που χρειάζομαι· μου φάνηκε, πως είμαστε πολύ κοντά ο ένας στον άλλον· πως έχουμε και οι δυο το μυστηριώδες δώρο της φυσικότητας· μου φάνηκε, πως αρκεί μόνο να πάω κοντά της και να της μιλήσω κι αμέσως τη στιγμή που θα με αντικρύσει στο πρόσωπο, θα μου χαμογελάσει, λες και ξαφνικά στάθηκε μπροστά της αδερφός, που έχει να τον δει εδώ και μερικά χρόνια.
Η Λουτσία έπειτα σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε στο ρολόι που ήταν απέναντι. (ακόμα κι αυτή της την κίνηση την έχω αποτυπώσει στη θύμησή μου· μια κίνηση κοπέλας που δεν έχει μαζί της ρολόι και εντελώς τυχαία κάθεται απέναντι στο μεγάλο ρολόι). Σηκώθηκε και τράβηξε προς τον κινηματογράφο· ήθελα να την σταματήσω· δεν μου έλειπε το θάρρος, αλλά ξαφνικά μου έλειπαν τα λόγια· είχα βέβαια το στήθος γεμάτο με συναισθήματα, αλλά στο κεφάλι μου δεν υπήρχε ούτε μια συλλαβή· προχώρησα πίσω της ώς τη μικρή αίθουσα που ήταν το ταμείο κι απ’ όπου φαινόταν η σάλα του κινηματογράφου τελείως άδεια. […]
Στο μεταξύ η κοπέλλα πέρασε μέσα· την ακολούθησα από πίσω. Στην σχεδόν άδεια σάλα, τα αριθμημένα εισιτήρια χάσαν την έννοιά τους κι ο καθένας καθόταν όπου ήθελε· προχώρησα προς την αράδα της Λουτσίας και κάθησα δίπλα της. Ύστερα άρχισε να παίζει μουσική από φθαρμένους δίσκους, τα φώτα στη σάλα έσβυσαν και στην οθόνη άρχισαν οι ρεκλάμες.
Η Λουτσία έπρεπε να αντιλήφθηκε, πως δεν είναι σύμπτωση που κάθεται δίπλα της ένας στρατιώτης και μάλιστα με μαύρα διακριτικά, ασφαλώς όλο αυτό το διάστημα πρόσεξε κι αιστάνθηκε την παρουσία μου. […]
Πηγή: Μίλαν Κούντερα, Το αστείο, μτφρ. Ανδρέας Τσάκαλης, εκδ. Κάλβος, Αθήνα 1971, σ. 79-80

* Η φυσική αγάπη σχεδόν σπάνια ενώνεται με την αγάπη της ψυχής. Τι ακριβώς κάνει η ψυχή, όταν το σώμα σμίγει με κινήσεις τόσο αιώνιες, τόσο καθολικές κι αμετάβλητες με άλλο σώμα; Τι δεν επινοεί σ’ αυτές τις στιγμές φανερώνοντας την υπεροχή της πάνω στην αδρανή μονοτονία της σαρκικής ζωής!
Πόσο ξέρει να εκδικείται το σώμα και να το χρησιμοποιεί μόνο σαν πρότυπο για μια παράφρονη φαντασία χίλιες φορές πιο σαρκικό κι απ’ αυτά τα ίδια τα δυο κορμιά!
Ή αντίθετα: πόσο ξέρει να το υποτιμά αφήνοντάς το σ’ αυτό το εκκρεμές και στο μεταξύ στέλνει τις σκέψεις της κουρασμένες από την ιδιοτροπία του σώματός τους κάπου αλλού: σε μια παρτίδα σκάκι, στο φαγητό ή σ’ ένα διαβασμένο βιβλίο…
Δεν είναι κάτι σπάνιο να ενώνονται μαζί δυο ξένα κορμιά. Κι ίσως και η ένωση της ψυχής τους κάποτε να συμβαδίσει.
Αλλά χίλιες φορές πιο σπάνιο είναι να ενωθεί το σώμα με την ψυχή του και να υπάρξουν σαν ένα μπροστά στο πάθος.
Αλλά κι αυτό κάποτε συμβαίνει όταν ο άνθρωπος πραγματικά αγαπάει∙ ίσως∙ το πιστεύω∙ θέλω να το πιστεύω αυτό πάντα∙ Αλλά τι έκανε λοιπόν η ψυχή μου τις στιγμές που το σώμα μου ασχολιόταν μ’ ένα φυσικό έρωτα με την Έλενα;
Η ψυχή μου είδε ένα γυναικείο κορμί. Έμεινε αδιάφορη μπροστά του.
Ήξερε πως το σώμα αυτό έχει γι’ αυτήν νόημα μόνο σαν σώμα που δίνεται κι αγαπιέται από κάποιον τρίτο, από κάποιον που δεν είναι εδώ, και γι’ αυτό ακριβώς δοκίμασε να δει αυτό το κορμί με τα μάτια εκείνου του τρίτου, του απόντος∙ προσπάθησε να γίνει το μέσον εκείνου∙ φαινόταν εδώ ένα γυμνό κορμί γυναίκας, οι διπλώσεις των ποδιών, της κοιλιάς και του στήθους, αλλά όλ’ αυτά πήραν μια σημασία μόνον τη στιγμή που τα μάτια μου μεταμορφώθηκαν σε μάτια αυτού του τρίτου απόντος∙ σ’ αυτό το ξ έ ν ο βλέμμα μετά πέρασε η ψυχή μου κι έγινε δική του∙ δεν επικράτησα απλώς πάνω στις καμπύλες των ποδιών, της κοιλιάς και του στήθους, επικράτησα επάνω τους, έτσι ακριβώς όπως τα έβλεπε εκείνος ο τρίτος απών.
Κι όχι μόνον η ψυχή μου έγινε το μέσον αυτού του τρίτου απόντος, αλλά πρόσταξε και το σώμα μου να γίνει μέσον του σώματός του κι αποχώρησε μετά να παρακολουθήσει την πάλη δύο κορμιών, δυο συζυγικών κορμιών, για να δώσει ξαφνικά διαταγή στο κορμί μου να μείνει πάλι μόνο και εισχωρώντας σ’ αυτήν τη συζυγική συνουσία να την ανατρέψει κτηνώδικα.
Στον τράχηλο της Έλενας πετάχτηκε μια μπλε φλέβα και το σώμα της όλο ανατρίχιασε σ’ έναν σπασμό∙ τίναξε μια το κεφάλι και τα δόντια της δάγκωσαν το μαξιλάρι.
Μετά ψιθύρισε το όνομά μου και τα μάτια της παρακαλούσαν για δυο στιγμές ανάπαυσης. Αλλά η ψυχή μου με πρόσταξε να μη σταματήσω∙ με πρόσταξε να την ωθώ από ηδονή σε ηδονή∙ να τη βασανίζω∙ ν’ αλλάζω τις στάσεις του κορμιού της για να μη μείνει κρυμμένη και μυστική ούτε μια θέα απ’ αυτό που κοιτούσε εκείνος ο τρίτος απών∙ όχι, να μην την αφήσω ν’ ανασάνει∙ να επαναλάβω ξανά και ξανά εκείνον το σπασμό που είναι πραγματικός, ακριβής κι αυθεντικός, που μέσα του δεν κρύβει καμιά προσποίηση και που είναι χαραγμένος στη μνήμη αυτού του τρίτου, αυτού που δεν είναι εδώ, σαν σημάδι, σαν σφραγίδα, σαν κρυπτογράφημα!
Αυτήν τη βασιλική σφραγίδα! Nα ληστέψω το δεκατριετές δωμάτιο του Πάβελ Ζεμάνεκ∙ ν’ αφήσω σ’ αυτό μονάχα
ερήμωση!

Πηγή: Μίλαν Κούντερα, Το αστείο, σελ. 232-233, μτφρ.: Ανδρέας Τσάκαλης, Εκδόσεις Κάλβος, 1985

Σχετικά άρθρα

Κυνηγήστε μας

6,398ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
713ΑκόλουθοιΑκολουθήστε


Τελευταία άρθρα

- Advertisement -