Cat Is Art

“Η Μαζώχτρα”. Διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη

Αποστολή σε φίλο Εκτύπωση

Πάνω: Από την παράσταση “Η Μαζώχτρα” σε σκηνοθεσία Κώστα Παπακωνσταντίνου. Θοδωρής Θεοδωρίδης, Αγγελική Μαρίνου, Δημοσθένης Ξυλαρδιστός (“Μικρό Γκλόρια”)

 

* Η Μαζώχτρα – θεατρική κριτική

ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗ
Η ΜΑΖΩΧΤΡΑ
ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΑΘΗΝΑ
ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
Κ. ΜΑΪΣΝΕΡ ΚΑΙ Ν. ΚΑΡΓΑΔΟΥΡΗ
1900

Αγαπητέ μου Αλέξαντρε,
Αυτό το βιβλιαράκι είνε δικό σου. Το γιατί φανερώνεται από της
“Μαζώχτρας„ τον πρόλογο. Να μ’ αφήσης λοιπό να σου το προσφέρω·
μικρό πράμα, θα πης, με μεγάλη όμως πονεσιά δουλεμένο.
Μαζί με τη “Μαζώχτρα„ σούβαλα και μερικά άλλα παραμυθάκια, Κρητικά
και Νησιώτικα. Στο τέλος θα βρης κ’ ένα έργο δραματικό που το
καταπιάστηκα χρόνια τώρα, και για να κάμω του Δροσίνη μας το
χατίρι, ίσως όμως και για να δείξω πως είμαι κ’ εγώ Ρωμιός, με τη
Ρωμαίικη την πετριά της “πολυτεχνωσύνης„.
Θα πης την είχε κι ο Γιαννίρης, ο μεγαλοπίχερος ο Γιαννίρης, τη
Ρωμαίικη αυτή την πετριά. Εκείνος όμως τάβγαζε πέρα και με μια
δύναμη που μας δείχνει τύπο Ρωμιού όχι τωρινού, παρά του Ρωμιού
που θα μας έρθη με τον καιρό.
Ο τωρινός ο Ρωμιός — τον ξέρεις κι από μένα καλλίτερα· τόσο
καλλίτερα, που καταντάει από λόγου σου να τον έχω κ’ εγώ
σπουδασμένο. — Δεν είνε κάστρο φιλολογικό που δε βάλθηκε να το
πάρη, από τη στιγμή που έπιασε κοντύλι στο χέρι του. Μη βλέπης πως
απότυχε — αυτό είνε άλλος λόγος, άλλη μελέτη. Η όρεξη και το
θάρρος δεν τούλειψε. Αυτό να βλέπουμε. Παλληκάρι σωστό. Τόχει το
αίμα του, τι τα θες. Ορίστε γιατί το είπα και το ξαναλέγω πως
μπορεί νάρθη μέρα που να μας παίρνη σταλήθεια τέτοια κάστρα ο
Ρωμιός, και να γίνεται Γιαννίρης. Θα το δη — δε γίνεται — πως για
να κάμη την όρεξή του πρέπει να δουλέψη, να σπάση το κεφάλι του,
να φέρη τάξη μέσα στανακατεμένο μυαλό του, να ρίξη λίγο νερό απάνω
στην κορωμένη του φαντασία, και το πιο σπουδαιότερο απ’ όλα, να
μιμάται όχι τους ξένους, παρά τον εαυτό του. Ας τον αφίνουμε το
λοιπό να παίρνη το δρόμο του· κάτι θα μας φτειάξη μια μέρα.
Αυτό λοιπό δεν είνε και πολύ μεγάλο κακό. Το μεγάλο το κακό είνε
που οι άλλοι οι Ρωμιοί που δεν πιάνουνε κοντύλι, δεν πιάνουνε μήτε
βιβλίο στο χέρι τους!
Δε μιλώ για κείνους που μελετούνε, μήτε για κείνους που το
θαρρούνε χρέος τους να διαβάσουνε μερικά βιβλία, μάλιστα ξενικά,
και τέλος μήτε για όσους τους αρέσει να διαβάζουν κάποτες για να
σκοτώνουνε λίγον καιρό και μ’ αυτόν τον τρόπο. Μα εννοώ το
διάβασμα το συστηματικό, ταναπόφευγο, το φυσικό εκείνο το κόλλημα
της ψυχής με το βιβλίο που βλέπουμε μέσα στο Λαό που μας φιλοξενεί
και τους δυο μας, και καταντάει πια να θρέφεται ο νους τους
διαβάζοντας καθώς το κορμί τους ανασαίνοντας ή τρώγοντας, που το
γυρεύει, ταπαιτεί, το κυνηγάει η ψυχή τους. Αυτό λοιπόν το
διάβασμα ο Ρωμιός μήτε το λαχτάρησε ακόμα, μήτε τονειρεύτηκε. Ίσως
επειδή όσα τούγραφαν ως προ μερικά χρόνια δεν κατεβαίνανε στην
ψυχή του, δεν περνούσανε μέσα στο αίμα του, δεν τον έθρεφαν, κ’
έτσι έμεινε σα ραχιτικός. Ίσως είνε κι άλλοι λόγοι, που τους
ταιριάζει ξέχωρη μελέτη. Η αλήθεια είνε πως το κακό υπάρχει.
Τι να ελπίζη τώρα ο δύστυχος ο συγραφέας και τι να περιμένη από
τέτοια κατάσταση! Κι αυτό που κάμνει ηρωισμός είνε. Ο Dr Johnson
έλεγε πως όποιος δε γράφει με σκοπό να κερδίση χρήματα, είνε για
δέσιμο. Κ’ επειδή ο Dr Johnson ανοησίες δεν έλεγε, συχνά το
συλλογίστηκα μήπως όλοι εμείς που γράφουμε χάρισμα, και για κόσμο
που δε διαβάζει, μήπως δεν τάχουμε χαμένα και μεις.
Να δης όμως πως “έχει τη μέθοδό της κι αυτή η τρέλλα„. Πρώτο που
δε γράφουμε για τους ηλικιωμένους (αυτοί δε θαλλάξουνε — ξέγραψέ
τους), παρά για τους νέους. Κ’ ένας νέος μέσα στους χίλιους να μας
διαβάση, να μας νοιώση και να μας πονέση, κέρδος κι αυτό. Ορίστε
λοιπόν που έχουμε ένα κ έ ρ δ ο ς.
Και κέρδος υλικό μάλιστα. — Μικρό πράμα δεν είνε να μεγαλώσουνε
μερικά Ρωμιόπουλα με την ιδέα πως στραβά τους τα μαθαίνανε στο
Σκολειό, και πως αυτοί τα παιδιά τους θα τα βάλουνε να μάθουν τρία
τέσσερα πράματα μόνο· Πραχτικές γνώσες, την Αλήθεια, τα Ρωμαίικα,
και το Διάβασμα· και πως όλα τάλλα για τα παιδιά του Λαού είνε
χασομέρι. Σημαντική αμέσως οικονομία από τουλάχιστο τρία χρόνια,
που χάνουνται τώρα με τα δασκαλήσια μας τα συστήματα. Τρία χρόνια,
τόσα Ρωμιόπουλα, προς τόσα το χρόνο, λογάριασέ τα και κάμε τα τώρα
δραχμές. Κερδίζουμε, βλέπεις, και μεις, μόνο που τα κέρδη τα
καταθέτουμε μέσα σε Ταμεία που ονομάζουνται Μέλλοντα. Κι α μας
διαβάζη σήμερα ένα Ρωμιόπουλο, όχι στα χίλια, παρά και στις δέκα
χιλιάδες, ας μην το ξεχνούμε πως τους κατοπινούς μας θα τους
διαβάζη η Ρωμιοσύνη όλη με τον καιρό.
Έτσι πρόκοψαν όλες οι αλήθειες ως την ώρα, κι ας μη
στενοχωριούμαστε που δε δουλεύει ο φυσικός ο νόμος πιο γλήγορα για
τα μας.
Πάντα δικός σου
ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ

Η ΜΑΖΩΧΤΡΑ
ΚΡΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
— Την ώρα δεν έβλεπα νάρθης, να μου τα πης, λέγω του φίλου μου
τις προάλλες, ό τι μεταγύρισε από πεταχτό ταξίδι ως την Κρήτη
— Μην το θαρρής δα πως είνε κ’ εύκολο να τα περιγράφω, μάλιστα
καταπώς τόκαμ’ αυτό το ταξίδι. Μήτε μολύβι, μήτε χαρτί. Έτσι, με
τα μάτια και με το νου, αρπαχτά — απολογιέται ο λιοκαμένος μου
φίλος.
— Και τι καλλίτερο; ζωντανά πράματα· τα γραμμένα τα βρίσκουμε κι
απ’ αλλού. Να μου τα πης όμως με το νυ και με το σίγμα. Έτσι, να
θαρρέψω πως ταξιδεύω κ’ εγώ στην Κρήτη.
— Αυτό να το βγάλης από το νου σου· αδύνατο. Ο μεγαλήτερος ο
τεχνίτης ένα πράμα ξέρει και παρασταίνει με τρόπο που χωρεί στο
νου σου καταπώς είνε — τον άνθρωπο και τανθρώπινα. Τάλλα, ταπέξω,
τοποθεσίες και θέες, ό, τι θέλει ας κάμη, πλανερά θα τα παραστήση.
Όχι πως δεν τάχει αυτός αληθινά εικονισμένα μέσ’ στο δικό του το
νου· αυτός τα φυλάει μια μορφιά στοιβασμένα. Η δική σου όμως η
φαντασία, μια και ταποδεχτή στα φτερούγια της, παίρνει δρόμο και
τα κολνάει όπου της κατέβη. Μήτε όπου της κατέβη, παρά όπου το
μνημονικό σου τηνε φυσήξη. Ας καθίσω τώρα εγώ κι ας σου παραστήσω,
να πούμε, την Κάντανο. Θα ξυπνήσουνε μέσα σου μύριες παλιές σκηνές
ανάλογες, θαρπάξη η φαντασία σου μια ή και πιώτερες, και θα σου
σκαρώση μιαν Κάντανο, που να τηνε δης την αληθινή καμιά μέρα, θα
γελάς με τη ψεύτικη την εικόνα που είχες παρμένη από τον τεχνίτη
σου. Για δαύτο κι ο τεχνίτης, ξέροντάς το αυτό που σου λέω, τι
κάμνει; Όλο ανάλογα ξετρυπώνει και βρίσκει, να σου παραστήση με
κάποια αλήθεια το τι δεν είδες. Όλο εικόνες και σύγκρισες.
— Απελπισιά το λοιπόν! Κάνω του φίλου μου. Κι ως τόσο δε μ’
έπεισες. Ο καλός ο τεχνίτης ποτές δε σφάλλει. Δεν πάω να πω πως
δεν είσαι καλός τεχνίτης• μια όμως κι ανέβασες το ζήτημα στ’
αψηλά, πρέπει να σου αποδείξω πως λαθεύεις. Κοίταξε τον Όμηρο —
— Γεια σου, τον Όμηρο, αντισκόβει ο φίλος. Πού και πότε είνε
μεγάλος ο πατέρας της τέχνης κι αληθινός; Όταν ιστορή ανθρώπινες
πράξες κι ανθρώπινους λογισμούς. Σε κάμνει και τα νοιώθεις
κατάβαθα κι αυτά και ταπόκρυφά τους τα ελατήρια. Γίνεται η ψυχή
σου ένα μαζί τους. Σε συνεπαίρνει μ’ αυτόν τον τρόπο κι ο Όμηρος
κι ο Σαιξπήρος κι όλοι τους, επειδή μέσ’ από τα φυλλοκάρδια σου το
παίρνουν το υλικό τους. Την ψυχή σου ιστορούνε. Πάρε όμως δυο
καλούς ζουγράφους• φαντάσου πως δε διάβασαν ποτές τους μήτ’ Όμηρο
μήτε Ντάντε. Βάλ’ τους να διαβάσουν. Κλείσ’ τους έπειτα μέσα σε
ξέχωρες κάμαρες, και πες τους να ζουγραφίσουν, ας πούμε το νησί
της Καλυψώς κ’ έναν κύκλο της Κόλασης, καταπώς τα παράλαβαν από
τον Όμηρο κι από τον Ντάντε. Πάρ’ τις εικόνες τους ύστερα και κάμε
σύγκριση —
— Κατάλαβα, του είπα, πρέπει να πάω και γω στην Κρήτη και να τα
δω. Κρίμας τη λαχτάρα που σ’ απάντεχα τόσον καιρό να τακούσω.
— Να σου πω τι θα κάμω, αποκρίνεται ο φίλος με χαμόγελο
παρηγορητικό, θα σου περιγράψω άκρες μέσες ό, τι μου πέση εύκολο,
αφού και τεχνίτης δε λέγω πως είμαι. Να μη γεμίσω και το νου σου
ψεύτικες ζουγραφιές. Έπειτα θα σου διηγηθώ ένα πολύ περίεργο
ιστορικό που τάκουσα εκεί κάτω, και που ίσως σου παραστήση μιαν
όψη της Κρητικής της ζωής.
— Λαμπρά. Και σε τι γλώσσα, να πούμε;
— Σε τι γλώσσα; Να, σ’ αυτή τη γλώσσα που σου μιλώ. Αγκαλά
εκείνος που μου τα δηγήθηκε — ένας δικηγόρος σπουδασμένος, αν
αγαπάς, στην Αθήνα, — παράχωνε κάπου και μερικές φρασούλες της
καθαρεύουσας, σαν ξένος που είμουνα, βλέπεις.
— Λοιπόν όχι στο Κρητικό το ιδίωμα!
— Άλλο πάλε αυτό! Κ’ ήθελες τάχα να τη χάψω μέσα σε δέκα μέρες τη
γλώσσα τους; Το πολύ, να σου πω μερικές λέξες. Να! Σαν τουφεκίσουν
κανένα, λεν πως του “παίξανε μια μπαλλοτέ„.
— “Μπαρουθιά„ τόξερα γω. Έτσι τόλεγαν οι Σφακιανοί μια φορά.
Πήγες και στα Σφακιά;
— Δεν μπόρεσα ως εκεί. Άλλη ιστορία.
— Του κάκου• μαζί να ξαναπάμε• ν’ ανεβούμε τότε και στα Σφακιά,
ν’ ακούσουμε και τα χαριτωμένα τραγούδια τους, αφού οι
“μπαρουθιές„ τους παν πια και πάνε, δόξα νάχη ο Θεός.! Το θυμάσαι
το λιανοτράγουδο;
Το κυπαρίσσι ρέγουμαι, το μυρισμένο ξύρο,
Οπού σου μοιάζει, μάθια μου, στο μάκρος και στο ψήρο.
— Καθώς βλέπω, δουλειά δε θα κάμουμε, λέει ο φίλος ανυπόμονα.
— Τώρα κι ομπρός λοιπόν, του απαντώ, εγώ σωπαίνω και συ λαλείς.
Κι αρχίζει ο φίλος.
— Από τα Χανιά ξεκινήσαμε με μουλάρια, ο αγωγιάτης — ένας ως εκεί
απάνω — κ’ εγώ.
Είχαμε γράμματα για τον Πέτρο το Μελουδάκη, νομικό στην Αγιά
Ειρήνη. Μήτε τουφέκι, μήτε μαχαίρι, μήτε ραβδί μαζί μας δεν
πήραμε. Κάμποσοι Οθωμανοί στα ξώχωρα, κ’ είχαν πιασμένες τις
κοντορραχούλες, με τα τουφέκια στον ώμο. Κατέβηκ’ ένας τους, μου
ζήτησε καπνό, τούδωκα μερικά τσιγάρα, τέλειωσε. Παρακείθε, μήτε
ψυχή Οθωμανός. Πήραμε τα μονοπάτια, αρχίσαμε τανέβασμα, και το
πρώτο πράμα πούπιασε το μάτι μου, εξόν από τις φυσικές ομορφιές,
κι αυτές τις αφίνουμε, είταν η ρήμαξη κ’ η καταστροφή. Ελιές
σύρριζα κομμένες, ή και καμένες, κι ακόμα παραμέσα· όπου χωριό και
χαλάσματα. Λυπητερό θέαμα! Τάβλεπες τα καημένα τα παραβλάσταρα κι
ανάβλεπαν τρυφερά κι ολόχυμα, σα να το είχε βάλει πείσμα η φύση να
τη σκεπάση την ανθρώπινη τη βαρβαρωσύνη.
Γης Μαδιάμ ο Παράδεισος εκείνος! Κ’ οι κάτοικοί του, οι
αγγελόκορμοι εκείνοι οι λεβέντηδες, δίχως νόμο, δίχως τρόπο, δίχως
Κυβέρνηση, κι ως τόσο ησυχία παντού, παντού ειρήνη κι απαντεχιά.
Ως και στις χλωρασιές απάνω τάβλεπες τα πρόβατα κ’ έβοσκαν
αναπαμένα κι αυτά, σα να μην έτυχε τίποτις. Το τουφέκι ως τόσο
πάντα στον ώμο.! Πού να ταφήση Κρητικός το τουφέκι, που με δαύτο
γεννήθηκε και μεγάλωσε. Αν είνε πράμα που να τους συμπονάει
άνθρωπος τώρα που βλέπουν οι δύστυχοι χαραυγή άσπρης μέρας, είνε
που δε θα κρέμεται πια το Μαρτίνι κι ο Γκρας πίσω από τον ώμο
τους.
— Και σε ποιο χωριό πρωτοσταθήκατε;
— Στ’ Αλικιανού. Το θυμάσαι το μέρος από τα προπερσινά. Εκεί σαν
πας, θα δης ασυνήθιστο πράμα· να τρέχη το ποτάμι μαβύ σαν τη
θάλασσα. Είνε εξαιτίας που κατεβάζει από τα βουνά τριγύρω και
στρώνει κάτω μολυβιά χαλίκια σκιστόπετρα.
Τώρα κι ομπρός αρχίζαμε κι ανεβαίναμε στα γερά. Σταματήσαμε και
κονέψαμε στους δοξασμένους τους Λάκκους. Ξέρεις πως οι Λακκιώτες —
— Τα ξέρω, τα ξέρω· από το δωδέκατο τον αιώνα μάλιστα. Άλλες
ιστορίες αυτές.
— Ταφίνουμε λοιπόν και σκαλώνουμε παραπάνω, κατά τον Ομαλό.
Απλάδα κι αυτή περιξακουστή, ως τρεις χιλιάδες πόδια του ύψου,
τέσσερα μίλια φάρδος, και πέντ’ έξη μάκρος, και τα βουνά
ολοτρόγυρα ακόμη πιο απόψηλα και πιο περήφανα. Αν έχης όρεξη να
σταθής και να κοιτάξης πίσωθέ σου καθώς ζυγώνεις τον Ομαλό,
θαγναντέψης το πέλαγο, τακρωτήρι, τον Κάβο — Σπάδα — όλα
ξετυλίγουνται στα μακριά σα “ζουγραφισμένα„, που λέει ο κόσμος.
Στον Ομαλό απάνω ανταμώσαμε και τον αρχηγό το Χατζημιχάλη μέσα στα
βουνήσια φωλιάσματά του. Τώρα χτίζει έναν πύργο εκεί, να πηγαίνη,
λέει, ο κόσμος και να πέρνη αγέρι. Μας κέρασε μαστίχα ο
χρυσόκαρδος ο καπετάνος, μας έκοψε καρπούζι, μας έφερε και
καρύδια. Τάσπανε τα καρύδια με τα σιδερένια του δόντια ο
καλότυχος, που λεγες κ’ είταν παξιμαδάκια. Χαμογέλασε και μου είπε
με τη βροντερή του φωνή πως φόβο δεν έχει, σαν άκουσε πως φοβήθηκα
μην τύχη και σπάση τα δόντια του.
Τάλλο το κόνεμά μας είτανε στην Αγιά Ειρήνη, από την παρακείθε
πλαγιά του βουνού, δίπλα στ’ Απανωχώρι. Εκεί το λοιπόν μπρος στο
Καφενείο, αντάμωσα τον καλό μου τον Πέτρο που σούλεγα παραπάνω.
Ήρθε κατόπι κι ο αδερφός του ο Παυλής, δικηγόρος κι αυτός, και μας
βρήκε.
— Και φορούσανε Κρητικά οι δικηγόροι αυτοί;
— Δηλαδή μισά μισά, μάλιστα ο Παυλής. Στιβάνια στα πόδια, το
κεφάλι τυλιγμένο με μαύρο μαντίλι, στενά όμως φορεμένος κι αυτός,
καθώς ο αδερφός του, ο πιο κοσμογυρισμένος από τους δυο. Μ’
αποδεχτήκανε λοιπόν και με περιποιήθηκαν και τα δυο ταδέρφια με τη
φιλοξενία που την ξέρεις κι από τα δικά σας τα μέρη. Άλλο πράμα
αυτή η καλωσύνη. Του πουλιού το γάλα να σου πω πως μου βρήκανε, θα
σε γελάσω. Γάλα όμως πρόβειο και μυζήθρες και καρύδια και κάστανα
και γουρουνάκια κι αυγά, σου τα δίνουν οι Κρητικοί με την
παλληκαρήσια καρδιά τους, και το χαίρουνται ολόψυχα σαν τα
καλοδέχεσαι. Να μη σου τα πολυλογώ, τα ταιριάξαμε με τα δυο
ταδέρφια, και τους πήρα μαζί μου στο ταξίδι.
Πρώτος μας σταθμός ύστερ’ απ’ την Αγιά Ειρήνη, παίρνοντας το φρύδι
του κατοπινού του βουνού, είταν η Κάντανο, γνωστή σου κι αυτή από
πρόπερσι· αγκαλά παλαιικό μέρος κι’ αυτό. Πολιτεία άλλοτες,
περιφέρεια τώρα, με πέντ’ έξη χωριά. Ωριόφαντος τόπος. Θεόρατη
λακκωματιά, ως έξη μίλια μάκρος, καστανιές γεμάτη στα βάθια της,
κι αψηλόκορμες ελιές στα βουνόπλαγα, πηχτές και φουντωμένες κι από
τις δυο τις μεριές.
— Κι αποκάτου οι Σφακιανές οι μαζώχτρες που έρχουνται, λέει, από
τον Άη Γιάννη να βγάλουν το μεροκάματο. Και δεν τις ρώτηξες α
βγάζη κι ο τόπος τους ράδι;
— Εγώ δεν τις είδα. Μα και να τις έβλεπα, θα τους έβγαζα μα την
αλήθεια το σκούφο μου, κι όχι από κοινή ευγένεια, παρ’ από σέβας,
που γεννούν τέτοιους δράκους. Ας είνε. Από την Κάντανο τραβήξαμε
σύνταχα το πρωί δυτικά, κατά τα Κισαμιώτικα τα χωριά. Ποια χωριά
είδαμε, μη ρωτάς. Κι όχι πως πειράζει σ’ αυτή την περιγραφή, μα
έρχεται, βλέπεις, κατόπι η ιστορία, κ’ επειδή μου περνάει υποψία
πως μπορεί να τα γράψης, και γράφοντάς τα να παραχώσης και μερικά
που εγώ δεν τα είπα, κάλλιο να μείνουν τα κατατόπια δίχως ονόματα.
Μείναμε σύφωνοι και σε τούτο, και πήγε ο φίλος ομπρός.
— Το χωριό λοιπόν που πήγαμε και κατασταλάξαμε βράδυ βράδυ, θα
σου το βαφτίσω Παραμυθιά. Κι αυτό ανάμεσα σε βουνά, εδώ κ’ εκεί
στημένα σαν πύργοι, που λες και τα διαφεντεύουν τα χωριουδάκια που
τάχουν αγκαλιασμένα μες’ στα πλευρά τους. Ελιές και δω στις
βουνοπλαγιές, καστανιές και δω κάτω στα βαθιά τα λακκώματα.
Κατασκέπαστα τα κορφοβούνια ή με χλωρασιές ή μ’ αρείκι,
καταστόλιστες οι ραχούλες με θυμάρια και με κουμαριές και με
βάτους, ως κάτω στα ριζοβούνια, όπου δεν τυχαίνει νάχουνε
λιόδεντρα φυτεμένα.
— Μα αυτά είπαμε να μην τα λέμε. Έπειτα ταπομαντεύω κι από τα
δικά μας.
— Ένα δυο άλλα όμως δε θα τα μαντέψης α δε σου τα πω. Πρώτο, τα
σπιτάκια τους — χάρβαλα τα πιώτερα τώρα — δεν είνε σαν τα δικά
σας, τα “σπιτάλια„. Είνε τόσα δα καλυβάκια. Ένα χαμώγι, και μια
κάμαρα αποπάνω του, που γίνεται κατά την ανάγκη σαλόνι, νυφιάτικη
κάμαρα ή και ξενώνας, όταν έχη μουσαφιρέους. Μερικά σεντούκια
κοντά στους τοίχους αραδιασμένα, κανέναν πάγκο παράπλευρα με τον
τοίχο κι αυτόνα, δύο τρία σκαμνιά ή καρέγλες, από κείνες με το
μονό τακκουμπήδι, τραπέζι, και το κρεββάτι στην κώχη. Σκάλα
λιθόχτιστη απέξω, σκαλί κι από μέσα που σανεβάζει στην ίδια την
κάμαρα. Κάτω πάλε στο χαμώγι η καθημερινή η ζωή.
— Μακάρι, μα το ναι, να τα είχαμε κ’ εμείς οι άλλοι νησιώτες
τέτοια σπίτια, και κανένα παλιοτούφεκο κρεμασμένο στον τοίχο.
Εμείς όχι τουφέκι, μα μήτε Κολοκοτρώνικη σουγιά δεν κρατούμε απάνω
μας. Άφησέ μας εμάς, και λέγε μου για τους Κρητικούς.
— Σα να τόξερες πως για δαύτους ήθελα τώρα να πω δυο λόγια. Είνε
λοιπόν, που λες, αγγελοκάμωτοι σταλήθεια οι Κρητικοί. Όχι να πης
και πολύ αψηλόκορμοι, σαν το τραγούδι σου· μα θαρρείς και τεχνίτης
τόχυσε το κορμί τους — τέτοια συμμετρία. Πόδια και χέρια
ψιλοκάμωτα και μικρουλά. Τα μάτια τους ζωηρά κι ολόξυπνα, που λες
το καθένα τους κι απόνα ρωτηματικό. Όλα τα ρωτούν κι όλα να τα
μάθουνε γυρεύουνε. Στόμα σύμμετρο κι αυτό και πρόσχαρο, μισό
κοσμογνωρισιά, μισό γλύκα και καλωσύνη. Και μια γοργάδα!
Σκαρφαλώνουνε τα βουνά γοργοπόδαροι, σα να τάχουνε φτερουγιασμένα
καθώς ο Ερμής.
— Και τα φορέματά τους;
— Τα ξέρεις από τους κατακαημένους τους Πρόσφυγες. Στα μέρη που
πέρασα, τους έβλεπα με μαύρο μαντίλι περιτυλιγμένο στο κεφάλι τους
αντίς φέσι ή σκούφο (οι Οθωμανοί άσπρο μαντίλι), με κοντοβράκια
και με στιβάνια που ανέβαιναν ως τα γόνατα. Στο ζωνάρι χωμένο
πιστόλι κι ασπρομάνικο λάζο, και στον ώμο τουφέκι.
Τέτοιος φαινότανε, κ’ έτσι είτανε φορεμένος ο καλός μου ο Γιάνης
που μας φιλοξένησε στην Παραμυθιά. Έλειπε σαν μπήκαμε στ’ απλοϊκό
σπιτικό του. Μας αποδέχτηκε η κερά του, νιόπαντρη κοπέλλα ως
δεκαφτά χρονών. Όχι κι ομορφιά που να τρελλαθής, μα πρόσχαρη και
σβέλτη κι αυτή, καθώς όλες τους, που σαν τις ζορκάδες τις έβλεπα
και πετιούνταν από δω κι από κει, στις ελιές, στα κάστανα, στις
νεροσυρμές, στα κοπάδια — παντού. Μας καλωσόρισε κ’ η γριά η μάννα
τους συσταζούμενη γυναίκα και γνωστικιά. Όσο για τα γυναικήσια τα
φορέματα, δε μου φάνηκαν και πολύ διαφορετικά απ’ αυτά που
βλέπουμε σε κοντινώτερά μας χωριά.
— Τα ξέρω κι αυτά. Παντού τώρα κρυφογλιστράει η μόδα και τους
ταλλάζει.
— Ως τόσο έχουν κ’ οι γυναίκες τους τον Κρητικό τον αέρα, κι ας
μη φορούν πια όλες στιβάνια ως τα γόνατα, καθώς οι άντρες. Ό, τι
λοιπό βγήκε το συνηθισμένο το γλυκό κι ο καφές, να κι ο νοικοκύρης
ο Γιάνης και μπαίνει, και μας καλωσορίζει κι αυτός. Αποθέτει το
τουφέκι, καθίζει, αρχινάει η κουβέντα. Με μάγεψε μα την αλήθεια
αυτός ο άνθρωπος, που καθώς είπα, είνε της Κρητικής της ομορφιάς
και της λεβεντιάς εικόνα πιστή. Ο μαυριδερός μου ο Γιάνης, ο
λιγόλογος, ο αρχοντικός. Κάτι μούλεγε το πονετικό εκείνο το
πρόσωπο, τα κατάμαυρα μάτια του, που γλυκαστράφτανε στου λυχναριού
τις αχτίδες, το ήμερο και στοχαστικό του χαμόγελο, κάτι που μ’
αποτραβούσε, και στη ψυχή του μέσα γύρευε να με κατεβάση, να
γνωρίσω τα φυλλοκάρδια του, και να μάθω τον κρύφιο του πόνο.
Τέλος, καθίσαμε στο φαγεί. Μονάχα οι άντρες όμως. Οι γυναίκες,
μάννα και νύφη, κάθισαν αντίκρυ σε σεντούκι απάνω, και μας
μιλούσαν αυτές από μακριά. Είπα φαγεί, μα έπρεπε να το πω
φαγοπότι, ή ποτοφάγι. Επειδή από την πρώτη δαγκαματιά άρχισε και
το κέρασμα. Λαμπρό, μπρούσικο Κισαμιώτικο. Μαζί του κατέβαινε η
σαλάτα που κολυμπούσε στο λάδι, μαζί του ταυγά τα τηγανιτά, μαζί
του το κομματιαστό το γουρουνάκι, το τυρί, τα κάστανα, τα καρύδια
— τίποτις μονάχο του δεν κατέβαινε. Και κάθε φορά “Εισυγεία!„ Την
μπουκάλα ο κυρ Γιάννης στο πλάγι, και δος του Κισαμιώτικο. Κατά το
τέλος περουνιάζει κι απόνα κοψίδι κρέας και τα προσφέρνει τω
γυναικώνε με ποτήρι κρασί. Τιμητικό συνήθιο κι αυτό. Προσηκώθηκαν
οι γυναίκες κ’ ήπιαν, αφού μας προσχαιρέτησαν όλους με την αράδα.
— Τώρα να σε κεράσω κ’ εγώ, που τα δηγάσαι με τόση όρεξη, λέγω
του φίλου.
— Ναι, να με κεράσης. Να την ανιστορήσω τη μαγική εκείνη ζωή. Που
λες. Σαν αποφάγαμε, και το γλεντίσαμε με τα κάστανα τα ο φ τ ά,
καθώς τα λεν, και με το Κισαμιώτικο, μας καλονύχτισαν, και
πλαγιάσαμε. Εγώ στο κρεββάτι, οι άλλοι στον πάγκο, ή και κατάχαμα.
Τη νύχτα, βρίσκοντας εγώ το κρεββάτι σαν άβολο, σηκώθηκα και
πλάγιασα στην άλλη την άκρη του πάγκου. Ξυπνάει κατόπι ο Πέτρος,
και τηρώντας αδειανό το κρεββάτι (έφεγγε η καντήλα), ανατινάζεται
στο ποδάρι και μου φωνάζει “τι γενήκατε!„ Φοβήθηκε ο δύστυχος μην
έπαθα τίποτις, μα γλήγορα τον καθησύχασα με το τράντασμα του
γέλοιου μου, και πρέπει να τους ξύπνησα και τους αλλουνούς
αποκάτω.
Ταποταχύ, σάνε σηκωθήκαμε και προγεματίσαμε, και ξανάπιαμε πάλε
κρασί, και μας πρόσφερε η γριά ζεμπίλι γεμάτο κάστανα για το
δρόμο, ξεκινήσαμε κατά την Κάντανο, πήραμε σα να πούμε πάλε την
πίσω γύρα, παραστρατώντας κάποτε να κοιτάξουμε κανένα χωριό. Και
σάλλες τρεις τέσσερεις μέρες μέσα, είμαστε στα Χανιά.
— Κ’ η ιστορία;
— Τώρα κ’ η ιστορία. Σα βγήκαμε το λοιπόν και ξεκινήσαμε, κάνω
εγώ του Πέτρου — Τι όμορφο παλληκάρι, και τι συμπαθητικό, αυτός ο
Γιάνης!
— Και να τήραγες τον αδερφό του τον Πανάγο, απολογιέται ο Πέτρος.
Και νάκουγες και την ιστορία τους.
Ίσα ίσα ώρα για ιστορίες. Τους κουρντίζω λοιπόν και τους δύο τους
κι’ αρχίζουνε. Όσα αποξεχνούσε ο ένας ταπόσων’ ο άλλος, κ’ έτσι
κάμαμε κάμποσο δρόμο. Και για να νοιώσης και συ κάτι από ζωή
Κρητική — ας είνε και τόσο δα — σου τα ξαναλέγω τώρα με λίγα
λόγια.

Η Μ Α Ζ Ω Χ Τ Ρ Α
1
ΤΑ έλουζε ο ήλιος από τον καταμεσήμερο θρόνο του τα λιόδεντρα της
Παραμυθιάς, του πρόσχαρου εκείνου χωριού, που σκαλωμένο σε μιαν
από τις βουνοπλαγιές του Κισάμου, ξάστραφτε δίπλα στα δέντρα σα να
γύρευε να δείξη την ομορφιά του μ’ ερωτιάρικη περηφάνεια στ’
αντικρινό το βουνό. Πλούσια η χρονιά, άλλο τίποτις καρπό τον
Οχτώβρη εκείνο τα φουντωμένα κλωνιά, που καθώς έπαιζε ο
μεσημερίτης ανάμεσα στα μύρια ξανθόφυλλά τους, θάρρειες και κάθε
φύλλου τρεμούλιασμα ξεφανέρωνε κι από μια ελιά, καλοθρεμμένη,
βαθοπόρφυρη, με ταργυρόλαμπο χνούδι.
Όντας Σαβάτο μέρα, οι πιώτερες οι μαζώχτρες είταν παγεμένες να
νοιαστούνε τα σπιτικά τους. Μια και μονάχη κοπέλλα απόμενε στου
Πανάγου τα δέντρα, να μαζώξη ταπομεινάρια, πρι να σημάνη Σπερνός.
Δεν είχε και σπιτικό να πολυνοιαστή η λυγερή μας Παραμυθιώτισσα.
Άλλο στον κόσμο δεν είχε παρά τη θεια της την Πασκαλιά,
ζαροπρόσωπη και σκυφτή γριά, που σφαλισμένη μέσ’ στο καλύβι της
κατά την άλλη άκρη του χωριού, περνούσε τις μερούλες της με τα
γουρουνάκια της, έχοντας μαζί της και τη μαζώχτρα την Ασήμω, σαν
ορφανεμένη που είταν από γονιούς, τουρκοφαγωμένους χρόνια πολλά.
Δεν πολυσυφωνούσαν τα χνώτα τους όμως. Η θεια όλο με τα
γουρουνάκια της, με τα ορνίθια της και με τις άλλες δουλίτσες της,
η καθεμιά τους αλύπητος κόπανος απάνω στο παιχνιδιάρικο το κεφάλι
της ανιψιάς. Αφορμή λοιπό ναποτελειώση το μάζωμα, την άφινε τη
γριά η Aσήμω να νοικοκυρεύεται απατή της.
Πήρε δεν πήρε ταυτί της του μεσημεριού το ναμάζι (είχε κι
Οθωμανούς η Παραμυθιά), κι αφίνει το μάζωμα η Ασήμω, σακκούλι και
καλάθι μισόγεμα, και με το λίγο φαεί της ροβολάει, κατά τις
καστανιές στη λακκωματιά. Ήθελε να ραχατέψη η Ασήμω. Ήθελε να το
ρίξη στην ξαπλωσιά δυο στιγμές και να ζήση, να βυθιστή στα
χαδευτικά τα ονείρατα, που το κορίτσι, και μαζώχτρα να είνε,
πρέπει να τα γυρέψη.
Παράξενο πλάσμα η Ασήμω και μαγικό. Σα να μην είτανε για τέτοια
λογής μαζώματα γεννημένη. Τα χέρια της, θα πης, ροζωμένα, από το
τρίβε — τρίβε στο χώμα· μα πάντα μικρουλά και χυτά. Τα στιβάνια
της όχι της ώρας, κι’ ίσως στραβοπατημένα λιγάκι. Μα κι αυτά
μικροκάμωτα. Και δίχως άλλο, αν κατείχε η μαζώχτρα μας από
ταληθινά τα μάγια της τέχνης, θα τηνε βλέπαμε τώρα ξυπόλυτη κι
ανεμοπόδαρη, καθώς κατέβαινε στα παράμερα εκείνα λημέρια. Δεν
έφεγγαν από την πάστρα οι ποδιές της, που δω και κει ο αψύς ο
χυμός της ελιάς τις είχε στυμμένες. Τα θεόμαυρά της μαλλιά, η
πίσσα εκείνη η ψιλόχνουδη κι η μαλακόφεγγη, κατέβαινε κι έπαιζε
όπως τύχαινε απάνω στις τορνευτές ωμοπλάτες της. Ως και τα
κατάμεστά της τα στήθια τα χαδεύανε μερικές πλεξούδες. Μα απ’ όλα
πιο ελκυστικό και πιο νεραϊδίστικο φαίνουνταν το πρόσωπό της, κι
ας είταν και λιοκαμμένο. Χαμηλωμένα καθώς γέρναν τα μεγάλα της
μάτια, αδύνατο να τα κοιτάξης απάνω στη γοργή της περπατηξιά·
τάκρινες όμως από τα πηχτά, τα μαύρα ματόκλαδα, καθώς και τα
φρύδια. Κι όσο για τη μιλιά τους (αφού μιλούν και τα μάτια), την
απείκαζες από το γελαστό μα και μαριόλικο στόμα, από τα
μισανοιγμένα τα χείλη, από τα χνουδερά και παχουλούτσικα μάγουλα.
Ένα και μονάχο ψεγάδι στο παράμορφο εκείνο το πρόσωπο, που κι αυτό
για καλό της ομορφιάς καταντούσε. Το λαξευτό της σαγώνι δεν είχε
και τη στρογγυλάδα που βρίσκεις σταρχαία ταγάλματα. Όσο για τη
μύτη δεν πείραζε. Η τέλεια της η συμμετρία της έσωνε.
Δεν άργησε να ζυγώση τα δάση της σύδεντρης εκείνης κοιλάδας.
Κοντοστέκεται, ρίχνει περίγυρα σιγανή ματιά, και διαλέγει
πηχτόκλαδη και πλατύσκιωτη καστανιά. Εκεί αποκάτω καθίζει, και
γεύεται ταπλοϊκό της φαγεί. Άψε σβύσε το γιόμα της. Λες κ’ είτανε
πουλί και τσίμπησε μερικά ψίχουλα. Ξαναδένει στο μεσάλι ό, τι
απόμεινε, και τηράει πάλε γύρω με μάτια σα νυσταγμένα, ορθάνοιχτα
όμως και γαλήνη γεμάτα· θάλασσα σωστή, όσο θέλεις βαθειά, μα αυτή
την ώρα ατάραγη κι ακυμάτιστη. Δε βλέπει ψυχή πουθενά! Της ήρθε
όρεξη να πλαγιάση απάνω σε μερικά κιτρινόφυλλα που θάρρειες
πρόλαβαν και πέσανε, να της δώσουνε στρώμα πιο ταιριαστό. Τα
πιώτερα φύλλα γλυκόπαιζαν ακόμα τόνα με τάλλο απάνω στους κλώνους.
Πλάγιασε η Ασήμω ανάστηθα και ξέννοιαστα, και κοίταζε την
ολοπράσινη στέγωσή της, αναγυρισμένα τα δυο της μπράτσα ζερβόδεξα,
και τα δάχτυλα μπλεγμένα απάνω στην αναμαλλιασμένη κορφή της.
Τήραγε τα φύλλα που σάλευαν και που σαλεύοντας άφιναν κάθε λίγο
και ξεγλιστρούσαν απ’ ανάμεσά τους αχτίδες που αστράφτανε στα
μισοκλεισμένα της μάτια σαν πρώτου νερού διαμάντια. Μα μ’ όρεξη
ακόμη πιο παιχνιδιάρικη κοίταζ’ ένα τσαμπάκι σταφύλι, μέρος
φαγωμένο από κοτσύφους ή από σφήγγες, μέρος κιτρινόφεγγο και
κατάλαμπρο, που το φύλαγε διαφεντεμένο από κλέφτες ή εργάτες μήνες
και μήνες μεγάλη κληματαριά, της καστανιάς εκείνης αχώριστη κι
αγκαλιαστή φιλενάδα. Το λόγιαζε τορεχτικό το τσαμπί και στα χείλη
της χόρευαν αμίλητες χάρες, κρυφοί αντίλαλοι της καρδιάς. Ήσυχος
είταν και σιγανός, μα βαθύς κι ο ανασασμός της.
Παράξενη την είπα και μαγικιά τότες που έπαιρνε τον κατήφορο
βεργολυγερή και γοργοπόδαρη. Μα τα πιο αξετίμωτα μάγια της,
κρυμμένα εκείνη την ώρα στα φυλλοκάρδια της μέσα, δεν ταγνάντευες
τότες σαν τώρα, που λες και τάβγαζε και σα στολίδια τα ξετύλιγε
και τα γλυκοκαμάρωνε.
Πολλά, θα μου πης, τα τόσα παινέδια για μια μαζώχτρα. Το σκαρί της
όμως δεν είταν από μαζώχτρες. Εκεί καταστάλαξε, μα πούθε ξεκίνησε,
ένας θεός το κατέχει. Α με πολυσφίξης, θα σου αποκριθώ πως
ξεκίνησε από λαμπρότερων αιώνων αγκάλες, από τα μακαρισμένα τα
χρόνια που οι αθάνατοί μας τεχνίτες βρίσκανε πρότυπα όπου κι αν
πρωτογύρευαν. Και τάχα τι παράξενο να κατέβαινε από τα δοξασμένα
εκείνα τα ύψη; Όλα τα είχε της Ελληνικής ομορφιάς, εξόν το κατιτίς
εκείνο που είνε της σκλαβιάς κι όχι της λευτεριάς, της ψυχής κι
όχι της μορφής, μα έχει δεν έχει θανέβη και στη μορφή, και πότε σ’
όλη την όψη μας περιχιέται, πότε δυο τρία της μέρη διαλέγει και
φωλιάζει εκεί μέσα. Από την πανώρια εκείνη τη μαζώχτρα διάλεξε τα
ψιλούτσικα τα χείλη, το σαγώνι το μυτερό, τα παράπηχτα φρύδια.
Άραγες θαποκοιμούνταν εκεί και θα ονειρευότανε σταλήθεια; Άραγες
θα σηκώνουνταν αμέσως και θα ξαναπήγαινε στην αγγαρειά της; Ποιος
το ξέρει. Συνέβηκε όμως κάτι που την ξάφνισε απάνω στο
γλυκονείριασμά της.
2
Την ώρα ίσια ίσια που η Ασήμω χωνότανε μέσα στα μεσημεριανά
κατατόπια της, ξεκινούσε κι ο Πανάγος από το σπίτι να ρίξη μια
ματιά στις δουλειές του. Το χωριό, καθώς ίδαμε, δεν είταν και πολύ
μακριά. Πήρε το μονοπάτι και πότε διαβαίνοντας από βάτους ανάμεσα,
πότε από θυμάρια κι από ρίγανες, πότε πάλε πηδώντας λιθάρια ξερά
και γυμνά, ζυγώνει τα λιοφυτεμένα βουνόπλαγα. Δεν άργησε να βρεθή
στα δικά του τα δέντρα. Ανεβοκατέβαινε, σεριάνιζε, κι απολογάριαζε
τα μαξούλια του.
Άλλο άγαλμα πάλε αυτός. Ως εικοσιτριώ χρονών παλληκάρι. Εσείς, που
τα μετράτε με το διαβήτη, κοπιάστε να του βρήτε ψεγάδι στο πρόσωπο
το μαυριδερό, στο κυπαρισσένιο κορμί, στη δαχτυλιδένια τη μέση.
Μονομιάς θα το δήτε, πως ο ίδιος ο μάστορης που έπλασε της Ασήμως
την ομορφιά, έχυσε και του Πανάγου τη χάρη. Μα του Πανάγου με κάτι
πιώτερη γνωρισιά. Την ομορφιά την περέχυνε κάποια σα μελαχολία, σα
σοβαρότη, που έλειπε ολότελα από της μαζώχτρας την όψη. Έπειτα
χείλη πιο παχουλούτσικα, σαγώνι πιο στρογγυλωτό. Το μουστάκι του
πάλε, το καστανό, το ψιλόχνουδο, το πηχτουλό, σου παρουσίαζε
αντροσύνη και ζεστασιά, που τα ψιλογραμμένα τα φρύδια δεν τηνε
δείχνανε. Όσο για τα μαύρα του μάτια, τα στοχαστικά και τα
γοργοκίνητα, τέλος δεν είχε η λυπητερή διαφανάδα τους. Με το
Κρητικό το μαυρομάντιλο τυλιγμένο περίγυρα στην κορφή του, δεν τα
πολυστερούσουνα τα σγουρά του. Στερούσουν όμως, αν τύχαινε κ’
ήθελες μάθημα τέχνης από το φυσικό, στερούσουν τα σκέλια, κρυμμένα
καθώς είταν μες στα μακριά τα στιβάνια.
Στέκετ’ ομπρός στο μισόγεμο το σακκούλι ο Πανάγος. Γνωρίζοντας τις
συνήθειες της λυγερής, το μαντεύει κατά που τράβηξε, και τηράει
μαριόλικα προς τα κάτω. Η ώρα το είχε; της ηλικίας είταν; της
μοίρας του; Αναπόφευγη λαχτάρα τονε συνεπαίρνει να κινήση και να
βρη την κοπέλλα. Ίσως και λιγουλή περιέργεια. Τράβηξε τον κάτω το
δρόμο δίχως δεύτερη συλλογή. Άμα ζύγωσε τη δασωμένη κοιλάδα,
άρχισε κι αλαφροπάταγε σα να κυνηγούσε περδίκι, τηρώντας από
παντού. Την είδε δεν την είδε, και χώθηκε πίσωθε χοντρόκορμης
καστανιάς. Είταν ό, τι τέλειωνε το ψωμί της. Στέκουνταν ασάλευτος,
ανάσαστος, τα μάτια στηλωμένα απάνω της, μισανοιγμένα τα
γελαζούμενα χείλη του, ως είκοσι βήματα μακριά. Δεν του ξέφυγε
μήτ’ ένα της κίνημα. Όλα τα είδε, ταποκαμάρωσε, τάννοιωσε. Ίδρος
ψιλός τον περέχυνε τότες που η Ασήμω κοίταζε το σταφύλι. Σύφλογη
λαχτάρα τον περιτύλιξε και του στέγνωνε το λαρύγγι. Από
στοχαζούμενος εργάτης του κόσμου έγεινε μονομιάς ο Πανάγος
αχαλίνωτος ποιητής, παιχνίδι της φαντασίας. Μήτε τονειρεύουνταν,
πρι να ξεκινήση από το σπίτι του, τέτοιο απερίμενο απάντημα.
Νοικοκύρης συσταζούμενος καθώς είτανε, μ’ αδέρφια και με φαμελιά
καλονόματη στο χωριό του, άλλη έννοια δεν είχε ως την ώρα παρά τις
ελιές του και το τουφέκι του.
Από τη στιγμή όμως που πήγε και βρήκε το χτήμα του έρημο, γύρω
τριγύρω μήτε ψυχή, κι ως τόσο ο κόσμος γεμάτος ζωή κι ομορφιά,
γεμάτος χίλια δυο μάγια που η φύση τα στένει να ξυπνήση τη νιότη
και να της θυμίση πως την κρατάει αιώνια της σκλάβα, κάτι σαν
τρέλλα τον άδραξε τον Πανάγο και τον κατρακύλησε τον κατήφορο. Το
γνώριζε πως άλλη μαζώχτρα δεν έμνησκε τώρα παρά την Ασήμω. Τα
γνώριζε τα κρύφια της καταπότια. Την ήξερε την Ασήμω από παιδί. Θα
πης, μια και βγήκανε στον κόσμο, άλλαξαν κ’ οι δρόμοι τους πια. Ο
Πανάγος με την παρέα του, η Ασήμω με τις μαζώχτρες της. Κάθε όμως
φορά που τόβρισκε βολικό η Ασήμω, μα στο μάζωμα είτανε, μα στο
χωριό, μα στο πανηγύρι, του κρυφοπέταγε φλογερές ματιές. Το σκαρί
της, το αίμα της, η ψυχή της όλη, αρχοντόπουλο γύρευε. Και ποιος
τον ξεπερνούσε τον Πανάγο στην αρχοντιά και στη λεβεντιά;
Καμώνουνταν τον κουτό ο γνωστικός ο Πανάγος, είνε αλήθεια. Μα δεν
μπορούσε και να μην τα βλέπη, να μην τα νοιώθη. Κ’ έτσι ήρθε ώρα
και πλημμύρισαν την καρδιά του, και ξεχείλισαν, κ’ έπνιξαν το
λογισμό του οι μελετημένες εκείνες οι μαριολιές της.
Και να καταλάβης πως ο Πανάγος δεν το σκόπευε να το ρίξη σε τέτοιο
γλέντι, να μπλέξη σε βρόχια κρύφιας αγάπης, μα ας είτανε και προς
ώρας, — νά που δε νοιάστηκε να παραγγείλη να μην αφήσουνε το
λαγωνικό του και ξεπορτίση και τρέξη κατόπι του. Παρ’ άμα γύρισε
το σκυλί από τις γειτονικές του περιοδίες, και δεν βρήκε τον
αφέντη του σπίτι, πήρε το μονοπάτι κι αυτός, και πρι ναποτραβήξη,
ας είταν και μια φορά, την ξεκρεμασμένη του γλώσσα, σκύβε σκύβε
και μύριζε μύριζε βρέθηκε μέσα στα λιόδεντρα. Από κει πάλε μια και
δυο και στις καστανιές. Και πρι να τον πάρη του Πανάγου το μάτι,
κοντοστέκεται ο Πιστός ως δέκα βήματα δεξά του, ακκουμπάει στα
πισωμέρια του μια στιγμή, τινάζει αστραπές από τα ολόξυπνα μάτια
του, και δες του ένα ολόχαρο αλήχτισμα. Ολόρθη αμέσως από τη μια η
ξαφνισμένη η Ασήμω, ξύλο μονάχο από την άλλη ο Πανάγος!
Κοιταχτήκανε κατάματα μια στιγμή.
— Με ξίππασες, καημένε, του κάνει η Ασήμω, συμμαζεύοντας τα
τσακισμένα της φορέματα και μαλλιά.
— Τι τήραες εκεί απάνω; της λέει ο Πανάγος, και στο πρόσωπό του
συνανταμώνουνταν το χαμόγελο της αγάπης με το κοκκίνισμα της
ντροπής.
— Το σταφύλι, απολογιέται η μαζώχτρα, και χαμηλώνει τα μάτια.
— Το σταφύλι λαχτάρησες; της ξαναλέει ζυγώνοντας, καθώς πηδούσε ο
σκύλος στα γόνατά του λαχανιασμένος. Εγώ να σου το κατεβάσω το
σταφύλι.
Αποθέτει χάμω το τουφέκι, κι ώσπου να γυρίσης να ‘δης, βρέθηκε στο
δέντρο απάνω. Κόβει το σταφύλι, και το πετάει στην ανοιγμένη ποδιά
της.
— Δε σκορπίστηκαν οι ρώγες, φωνάζει η μαζώχτρα αποκάτω, κρατώντας
στο χέρι το κεχλιμπαρένιο τσαμπί αψηλά, αψηλά, και με ξέθαρρο
γέλοιο δείχνοντας ταψεγάδιαστα δόντια της.
Σαν κατέβηκε ο Πανάγος, δεν είταν πια και πολύ θολωμένος ο νους
του· δεν απορούσε τι να κάμη και τι να πη· παρά εκεί που το
κράταγε αυτή ακόμα το τσαμπί και το γλυκοκοίταζε, σκύβει να φιλήση
το χνουδάτο της μάγουλο. Έβαλε τον αγκώνα της η Ασήμω, σα να τον
αποσπρώξη. Πιάνει τότες εκείνος το χέρι της και το γλυκοσφίγγει.
Αυτό το γλυκοσφίξιμο, αυτή η αμίλητη η προξενειά της κρύφιας
αγάπης, τάκαμε όλα τα γνωστικά του συστήματα, όλους τους σοβαρούς
λογισμούς του και τις νοικοκυρεμένες ξαποφασιές του — όλα φωτιά
και φλόγα τα γύρισε. Μέθησε ο Πανάγος κακό μεθήσι. Όσο για την
Ασήμω, μεθησμένη καθώς είταν τώρα και χρόνια, και μεθήσι ακόμα πιο
σημαντικώτερο, της φιλοδοξίας και της μεγαλωσιάς, φόβο δεν είχε
πια τώρα. Αφήκε δίχως την παραμικρή συμμάζεψη τολόζεστό της αίμα
και πήρε βράση και βράση. Τονε δαιμόνιζε ο φλογερός ο ανασασμός
της, τα ολοκόκκινα μάγουλα, τα σύνυγρα μάτια. Δολώματα όλα
λογαριασμένα με τετραπέρατη τέχνη, μα όχι και με το ζόρι φερμένα.
Όση γνωρισιά κι απόφαση απομέσα, άλλη τόση γλύκα και τρυφερωσύνη
απέξω. Στεκότανε σα μεγαλογυναίκα μα την αλήθεια, με λογισμούς
ανώτερους και πιο ξεδιαλισμένους από κοινής μαζώχτρας. Δεν τον
κοίταγε τώρα κατάματα, παρά χάμου πάλε οι ματιές της. Ίσως και
διαλογίζουνταν ακόμα τόνειρο της ζωής της, πώς να το πετύχη
καλλίτερα. Ως τόσο το χέρι της τάφινε πάντα στου λεβέντη το χέρι.
Μισακκούμπησε τέλος στον ώμο του και το συλλογισμένο κεφάλι της.
Αυτό σα να τον ξύπνησε τον Πανάγο. Σα να συνέφερε μια στιγμή. Μα
ό, τι έκαμε να συμμαζευτή, να κι αρχίζει ο σκύλος, που χοροπηδούσε
ως την ώρα τριγύρω τους, και γλείφει τάλλο της το χεράκι, που
κράταγε το τσαμπί· λες κ’ ήρθαν όλα και τη βοηθήσανε την Ασήμω.
Δεν έσωνε πια του Πανάγου η γνώση να τα χαλάση τα μάγια της.
Θέλοντας μη θέλοντας άπλωσε κ’ έβαλε τα δυο του χέρια γύρω στο
μαλακό της λαιμό. Τον ξαναείδε τότες και κείνη κατάματα με μάτια
που κολυμπούσανε στην αγάπη.
— Θα με πάρης; τονε ρωτάει σιγά σιγά.
— Ακούς εκεί; και πώς όχι, πουλί μου; Μηγαρής δεν τους ξέρουμε
τους γονιούς σου; Ένα μετά μας είταν και κείνοι.
— Άλλο τώρα δε θέλω, αυτό μου σώνει. Πάρ’ το εσύ το τσαμπί. Τι δε
σου αξίζει εσένα!
Και του τόβαζε στο στόμα του ρώγα ρώγα, και τον γλυκοκοίταζε καθώς
μάννα γλυκοκοιτάζει το μονάκριβό της βυζάνοντάς το.
Πέρασε κάμποση ώρα. Σήμαινε ο Σπερνός κι ο Πανάγος με την Ασήμω
ξανανεβαίνανε στο χτήμα, αρραβωνιασμένοι ανάμεσά τους.
3
Είταν πια βράδυ βράδυ σα γύριζε η Ασήμω στο φτωχικό της, όξω κι
όξω του χωριού δίπλα σε θολή ρεματιά, — καταδεχάμενος τόπος για
γουρουνάκια, για χήνες και για ορνίθια. Την ηύρε τη θεια της και
συμμάζωνε τη φτερουγιαστή φαμελιά της, να καταλαγιάσουνε πρι να
σκοτεινιάση. Στέκουνταν καταμεσής χωραφιού και τα φώναζε, το κάθε
είδος στη γλώσσα του, — τα έρμα της, καθώς τάλεγε.
— Έλα, έλα και θα σου πω, της κράζει η Ασήμω. Άφινέ τα τά
κοτόπουλα κ’ έρχουνται μοναχά τους. Έλα, και θα το δης το πουλί
που σου φέρνω.
Ζυγώνει σιγοπερπατώντας η σκυφτή γριούλα, και της λέει.
— Τι ‘ναι μαθές αυτά που γυρεύεις πάλε να μου πουλήσης στα
γεράματά μου; Πώς γίνεται και δε μούφερες μαθές ξύλα απόψε; Τα
γόνατά μου κοπήκανε μάζευε μάζευε κούτσουρα.
— Να παράδες, που τη γρίνα δεν μπορείς να τη ξεχάσης και μια
βραδιά. Τρέχα και πες κανενός να σου φέρη. Τι με λογιάζεις έτσι;
δεν τάκλεψα· το μεροδούλι μου είνε.
— Το μεροδούλι σου; κι αμέ ύστερα; ανακράζει η γριά τρεμάμενη και
σαν πλαντασμένη.
— Ύστερα; Έχει ο Θεός και για ύστερα. Ως από βδομάδα μπορεί να
είμαι και νύφη. Και τότες πια λέω του γαμπρού και σου φτιάνει και
σένα φουστάνι, που πας να μείνης . . .
— Έλα στο νου σου, κορίτσι μου! Σαββάτο βράδυ κιόλας. Και
σταυροκοπιέται.
— Δε σ’ απογελώ, κ’ έννοια σου. Λωλή δεν είμαι. Το είπα, το
ξανάειπα, πως θα γίνη, κ’ έγινε. Και μ’ αρχοντόπουλο, όχι παίξε
γέλασε. Τον Πανάγο, θεια, τον Πανάγο!
Και χτυπούσε τον ένα γρόθο απάνω στον άλλο, τάχα να δείξη πως
πέρασε το θέλημά της.
Φαινότανε σα Μαινάδα, σαν τρελλή Αφροδίτη, με τέτοια ομορφιά και
με τέτοια φερσίματα, σαν έβγαλε τα στιβάνια της, και στεκάμενη
γυμνόποδη και γυμναστράγαλη, ξεμάλλιαγη και δρώμενη ακόμ’ από τη
ζεστασιά, λαλούσε της θειας της αυτά τα λόγια με μάτια ορθάνοιχτα
και με σαν παλληκαρίσια κορμοστασιά.
Όλη εκείνη τη βραδινή την πέρασε η θεια Πασκαλιά στης γειτονιάς τα
κατώφλια. Όχι και πως πολυπήγαιν’ εκεί, γιατί όντας λιγάκι
ξεμωραμένη την πείραζαν, κ’ έτσι την απόφευγε την πολλή συντροφιά.
Απόψε όμως άλλο πράμα. Πήγε και παραπήγε. Δος του ψαλίδισμα η
γλώσσα της για το ριζικό της ανιψιάς της. Έτρεξαν και μερικές να
τηνε συχαρούν την Ασήμω. Απομείνανε θα πης• δίχως ξύλα, απομείνανε
και δίχως κάτι ψόνια για την αποταχινή. Μα δε χαλνούσε κι ο κόσμος
με δαύτα. Έτσι λέγανε μια μια οι γειτόνισσες, και τους φέρνανε
δανεικά. Ως και ψωμί δανεικό τους κουβάλησαν.
Κομπόδεμα λοιπόν η μαζώχτρα η Ασήμω, κομπόδεμα η θεια της η
Πασκαλιά, κομπόδεμα κ’ οι γειτόνοι.
Την Κεριακή η Ασήμω την πέρασε, σα δεν πετιούνταν καμιά να τηνε δη
και να τη μακαρίση, βγάζοντας κι αραδιάζοντας όσα προικιά τα είχε
από χρόνια θησαυρισμένα, και μετρώντας τα και ψάχνοντάς τα.
Σεντόνια βαμπακομέταξα νυφικά, παπλώματα μυριόπλουμα και
μυριοκόλλητα, μαντιλάκια στο μάγκανο χρυσοκεντημένα, κάλτσες
λευκοβάμπακες, καπνοσακκούλες μετάξι πλεγμένες πολυχρωμάτιστες,
ζώνες, πουκάμισα μπιμπιλωτά, φαρδομάνικα και φαρδόλαιμα,
βρακοζώνες αντρίκιες και γυναικίσιες, άλλα για λόγου της, άλλα για
το γαμπρό και για τους συμπεθέρους, — τι δεν έκρυβε το
προικοσεντούκι της φτωχής, μα νοικοκυρεμένης Ασήμως. Τάνοιγε,
τάπλωνε, τάβλεπε, τα ξανάβλεπε, τα ξαναδίπλωνε, ταπόθετε πάλε σαν
άγια λείψανα μέσ’ στο σεντούκι, και φορεμένη καθώς είτανε σήμερα
τασπροκάθαρα κεριακάτικά της, λουσμένη κι όσο γίνεται στολισμένη,
άξιζε να την κοιτάζη άνθρωπος με τις ώρες, άφησε πια την
περίλαμπρη ομορφιά της, μα για ταναγάλλιασμα εκείνο που
αλαφροπέταγε απάνω στο περήφανο πρόσωπό της, που αλήθεψε το
χαδεμένο της όνειρο. Και κάθε φορά που τα δίπλωνε τα
μοσκομυρισμένα συγύρια της και τα ξαναστοίβαζε, κοντοστέκουνταν
και λίγο και συλλογιότανε το τι ερωτιάρικα λόγια θα του ξαναπή
αύριο του καλού της σαν τον ανταμώση το βράδυ καταπώς συφωνήσανε,
και ποια μέρα θα βάλουνε κιόλας για τον καθαυτό τον αρραβώνα, που
πρέπει να τελεστή κι αυτός με την τάξη του, να την αναγνωρίσουνε
νύφη τους κ’ οι συμπεθέροι.
Στην εκκλησιά πάλε εκείνη την πρωινή, που από τον όρθρο πήγε και
στάθηκε η θεια Πασκαλιά στο στασίδι της, μεγάλο και πολύ σούσουρο
ταπολείτουργο. Μα και στη λειτουργιά απάνω κάτι μουρμουρητά
κρυφοδιάβηκαν από δω κι από κει, κι ώσπου να πη ο Παπά Χαράλαμπος
το στερνό στερνό του Αμήν, τόξερε όλη η εκκλησιά, γυναίκες,
άντρες, ψαλτάδες, ίσως κι ο ίδιος ο Παπάς, πως ο Πανάγος κ’ η
Ασήμω τα ψήσανε.
Σαν κατέβηκαν οι άντρες στο καφενείο να πιουν τον καφέ τους, ήρθε
δεν ήρθε ο Πανάγος με το μικρό του αδερφό το Γιάνη, και τραβάει το
σκαμνί του κοντά τους ένας λεβέντης κάτι πιο μεγαλήτερος από τον
Πανάγο, το ίδιο το σουσούμι απάνω κάτω, μα σαν πιο ξανθουλός, πιο
ανοιχτόκαρδος, πιο γελαζούμενος· ίσως και λιγάκι πιο παχουλός.
— Είνε αλήθεια αυτά που ακούγω; σκύβει και κρυφορωτάει τον
Πανάγο.
— Τι άκουσες;
— Να πως η Ασήμω της θεια Πασκαλιάς λέει. . .
Κάμνει αμέσως το σταυρό του περίλυπα χαμογελώντας ο Πανάγος, και,
— Να μην το πη κανείς πως έχει και τίποτις από τον κόσμο κρυφό,
απολογιέται του αξαδέρφου του τού Μιχάλη. Μα στάσου δα, βλογημένε,
να προλάβω και να σε ρωτήξω τη γνώμη σου πρώτα.
Ο Πανάγος κι ο Μιχάλης είταν πρώτ’ αξαδέρφια συγγένεια, μα στην
αγάπη και στην ξεφαντωσιά πιώτερο παρ’ αδέρφια. Τίποτις δεν
καταπιάνουνταν ο ένας, δίχως να το πρωτοπή του αλλουνού. Κατάντησε
να τους λένε τους δυο τους «διπλάρια», ή κάτι τέτοιο. Όπου ο ένας,
εκεί κι ο άλλος, μα γλέντι είτανε, μα κυνήγι, πόλεμος, σκοτωμός.
Αχώριστοι σ’ όλα τους.
Κάθισε, και πίνοντας τον καφέ του, του αποξήγησε τη δουλειά, ο
Πανάγος, άκρες μέσες, μιλώντας του χαμηλόφωνα πάντα.
— Πιάστηκα στα βρόχια της, ξαναείπε, τι τα θες. Α βγης έξω και
πης του ήλιου πως δεν καψώνει, πες μου και μένα πως η καρδιά μου
είναι πέτρα ομπρός στην ομορφιά της.
— Μωρέ τι πέτρα και τι ξεπέτρα, που ο κόσμος σ’ έχει κιόλας
αρρεβωνιασμένο, κι ακόμα πιώτερο. Τηνε γλυκοφίλησες, λέει,
απανωτά, και σέκαμε, λέει, και σκαρφάλωσες μια θεόρατη καστανιά σα
νυφίτσα να της κόψης ένα τσαμπί, κ’ ύστερα, λέει . . .
— Σήκω, σήκω να πάμε σπίτι σου, και σου τα λέω. Δεν αξίζει εδώ.
Κοίταξε πως αυτιάζουνται όλοι τους.
Σηκώθηκαν οι τρεις τους, κ’ ίσια στου Μιχάλη το σπίτι. Η
Μιχάλαινα, ό, τι γύρισε κι αυτή από τη λειτουργιά. Έβγαζε τη σκέπη
της και την απόθετε απάνω σε σεντούκια μαζί με το μαντιλάκι της,
και ταντίδωρο μέσα τυλιγμένο, για τη γριά τη μάννα της απάνω.
Λες και σαν ορθόκορμη κι αρματωμένη Αθηνά σταθηκε μπροστά στον
Πανάγο άμα τον είδε κ’ έμπαινε στο χαμώγι, και μετρώντας τον
πατόκορφα με τα θεογάλανα εκείνα τα μάτια της, μόνο που δεν τον
έτρωγε καθώς του φώναζε η αρχοντικιά, η ασπρόδερμη κ’ η
φεγγαροπρόσωπη η Μιχάλαινα.
— Τι ‘ναι μαθές αυτά που αντιλαλήξανε πάλε μέσα στον κόσμο! Δεν
είναι καμώματ’ αυτά, και να λείψης. Ρεζίλι μαθές πολεμάς να μας
κάμης!
Τούκοψε μονομιάς τον ανασασμό σαν άνεμος η χολοβρασμένη η
Μιχάλαινα. Κι όχι πως είταν ο Πανάγος από κείνους που τους
συνεπαίρνει μιας γυναίκας φωνοκόπι, ας είνε και της ανοιχτομίλητης
της Μιχάλαινας. Μα καθώς είδαμε, ο Πανάγος είτανε δυο λογιώ. Δυο
μεριές τις είχε. Τη μια, γνώση, ζύγισμα, στοχασιά. Την άλλη, ίσως
την πιο μικρότερη, φωτιά κι αγάπη και πάθος. Από την ώρα που
χωρίστηκε από την Ασήμω ο Πανάγος, άρχιζε η γνωστική η μεριά και
δούλευε, όλο δούλευε μες στα κατάβαθα του λογισμού του. Σαράκι τον
έτρωγε• και τι σαράκι; τρυπάνι και τον διαπερνούσε το νου του.
Ησυχία δεν του άφινε η γνώση. Τόσο, που τη νύχτα εκείνη — ακοίμητη
νύχτα — αναπετάχτηκε μιαν ώρα από το κρεββάτι, έκαμε ένα τσιγάρο,
και πίνοντας το ανάκραζε ολομόναχος — Μωρέ στο διάβολο, και να
γεννιούμουνα μπούφος!
Όσα τούψελνε αυτή την πρωινή η Μιχάλαινα, κι ακόμη πιο χερότερα,
τα είχε πωμένα ο ίδιος του εαυτού του χίλιες φορές αποβραδίς κι
απονυχτίς. Με τι συνείδηση τώρα και με τι δυνατογνωμιά να της
εναντιωθή της μανιασμένης του αξαδέρφης.
Ο Μιχάλης καθώς κι ο Γιάνης σωπαίνανε. Τόξεραν πως σε καλού
δικηγόρου χέρια βρίσκουνταν η δουλειά τους.
— Είναι καλή αυτή για τη ράχη του, μουρμούριζε ο Μιχάλης κάτω από
το ξανθουλό του μουστάκι.
Στεκότανε σαν παιδί φταιξιάρικο ο Πανάγος.
— Άλλοι μας, κι άλλοι μας! ξεφώνιζε η Μιχάλαινα, σέρνοντας τα
κόκκινα μάγουλά της με τα δυο της χέρια. Που θα βάλουμε στα
σπιτικά μας και την ψυχοπαίδα της γουρουνούς!
— Σώνει σου, Βασιλική, γυρίζει και της κάνει ο Πανάγος. Μωρό
παιδί δεν είμαι, να με σκιάζης δα και με τέτοιες κοροϊδίες. Κι από
μένα καλλίτερα το ξέρεις πούθε έρχεται η Ασήμω.
— Ναι. Σάματις δεν τη γλυκόβλεπαν οι Τούρκοι τη μάννα της! Ας τα
Πανάγο, ας τα! Όσο τα σκαλίζης . . . ας τα, σου λέω.
Κι άπλωσε το χέρι της και ξαναπήρε το μαντίλι από τη σεντούκα, να
δώση δουλειά στα ταραγμένα της νεύρα.
— Μα αν της τόταξα; Ξαναλέει ο Πανάγος με καρδιοχτύπι, σα
νάρριχνε τη στερνή του την τουφεκιά.
— Και τι μ’ αυτό; γυρίζει και του κραίνει η Μιχάλαινα με
σουφρωμένα φρύδια και με χείλη που στάζανε φαρμάκι. — Και τι μ’
αυτό; Μηγαρής τίμια σου φέρθηκε αυτή να σε μπλέξη στη βρακοζώνη
της; Και δεν το κατέχω τάχα πως χρόνους και χρόνους σε παραμόνευε
να σε πιάση, κ’ είχε δεν είχε το κατάφερε να σε κωλοσύρη εχτές
εκεί κάτου σαν πεινασμένο γατί;
Μείνανε μερική ώρα όλοι τους αμίλητοι, όλοι στεκάμενοι ο ένας
αντίκρυ του άλλου, μες στο χαμώγι. Κι ότι σάλευε ο Πανάγος τ’
αχείλι του κάτι να πη, κάτι να μουρμουρίση, χτυπάει αποπάνω η γριά
— είταν ανήμπορη αυτή κ’ έμενε σπίτι — και φωνάζει πως να μην
κρυώση ο καφές.
Ανέβηκαν, κι άλλαξαν ομιλία. Ελιές, μαζώματα, λαγούς, κάστανα,
κυνήγι, Τούρκους, τουφεκιές, μπαλλοτές, κ’ έτσι πέρασε κάμποση
ώρα. Σάνε γύρισε μεσημέρι και σηκώθηκαν τα δυο ταδέρφια να
κινήσουν κατά το σπίτι τους, τους ξεπροβόδωναν ο Μιχάλης κ’ η
γυναίκα του ως όξω από την πόρτα, και δος του πια τότε μουρμουρητά
και χειρονομίες.
— Άφησέ με και τα βολέβω, ακούστηκε κ’ έλεγε ο Πανάγος
πηγαίνοντας.
4
Σαν έφεξε δευτέρα κι ο κόσμος ξεκινούσε να πάη στη δουλειά του,
δεν περνούσε πια το δρόμο με το καλάθι η Ασήμω καθώς πάντα, να
τραβήξη κατά τα δέντρα, νανταμώση συντρόφισσες, και να κόβουνε και
να ράβουνε διαβαίνοντας. Αλλού ταξίδευε τώρα ο νους της. Έπρεπε
τώρα να σκαρώση νοικοκεριό, να διαρμίση το σπιτικό της, να βαστάξη
και κάποια θέση. Κομμάτι και το βαρύ, να την ψηφάη κι ο κόσμος.
Σφαλιέται λοιπό μες στο καλύβι της, κι αρχινάει και ξεσκονίζει
ανέμες, ρόκες, αδράχτια, μαγκάνους. Είχε κ’ η γριούλα κάτι δικά
της να νοιαστή. Περνώντας κι αυτή καλή μαγείρισσα — και ποια
νησιώτισσα δε γεννήθηκε με τη μασιά και με τη σκάρα στο χέρι! —
αφίνει τα γουρουνάκια και τις όρνιθες στην τύχη τους, και
καταπιάνεται τα πιο απόβαθα μυστήρια της παινεμένης της τέχνης.
Ανοίγει τσίπες, τσακίζει αμύγδαλα, γουδοτρίβει κανέλλες και
κόκκινες ζάχαρες — όλα για τα μπουρέκια και για τάλλα γλυκύσματα
που θα χρειαστούνε όπου και να είνε. Πρόβαλαν και δυο τρεις άλλες
γριές από τη γειτονιά, και της πρόσφερναν, άλλη συβουλή, άλλη
γνώμη, κι άλλη την καλή της ευκή, αν και κρυφοτρώγουνταν όλες τους
κι από κάποια ζούλια, και σαν τύχαινε βολικό, χτυπούσαν και τα
ρουθούνια τους μπαινοβγαίνοντας. Φανερά να το δείξουνε, δεν
πολυταίριαζε. Έπειτα, ποιος τόξερε και τι καλό μπορούσε να τους
κάμη καμιά μέρα η Ασήμω;
Μια από τις παντογνώστριες αυτές, ό, τι μίσεψε από της Ασήμως,
ύστερ’ από κάμποση ώρα κουβέντα το τι πρέπει να γίνεται και τι να
μη γίνεται σαν αρραβωνιάζεται κορίτσι, να τηνε πάλε στο κατώφλι
λαχανιασμένη, κομμένο το χρώμα της, την ποδιά της στα χέρια, σα να
την κυνηγούσανε Τούρκοι.
— Μωρή τι έπαθες, που θεός να σέβρη, κράζει η Ασήμω απομέσα, εκεί
που σκάλιζε τα κοριτσίστικα σύνεργά της.
— Αμέ και τι να μην πάθω, κακόμοιρη, που έρχεται και μου λέει ο
γέρο — Σταμάτης μου, ό, τι ανέβηκε από του Φώτη το καπελιό, πως
είνε λέει όλα ψέματα, και δεν τόχει σκοπό ο αφέντης μας ο Πανάγος,
μήτε το είχε ποτές του. Ο Θεός να με βγάλη ψεύτρα, μα τάκουσε από
μέρος που δεν έχει να πης, από τον αξάδερφό του τον κυρ Μιχάλη
λέει τάκουσε. Ύστερα, λέει, κατέβηκε κι ο Πανάγος στο καπελιό,
λέει, και του πάτησε ένα βρισίδι, λέει, του Σταμάτη μου που
αποκότησε και τονε συχάρηκε, που δε μεταγίνεται, λέει. Μωρή και δε
μου λες, μορφούλα μου, πως είσαι θεόλωλη και μας έφερες έτσι δα
άνω κάτω δίχως λόγο στα καλά καθούμενα; Μωρή, και δεν τρέχεις στις
ελιές σου, κακόσυρτη, και δεν αφίνεις τις ρόκες και τα προικιά,
μην πάτε και ψοφήστε της πείνας, κ’ εσύ κ’ η θεια σου;
Και λέγοντάς τα αυτά μεγαλόφωνα η φοβερόγλωσση η γειτόνισσα
κράταγε τις χέρες της ακκουμπησμένες απάνω στους γόφους της,
πούλεγες και το μαντίλι της έρριχνε να πιάση γερή λογομάχητα, και
να τις αποστομώση μια και καλή και τις δυο, θεια κι ανιψιά. Κι όχι
από κακογνωμιά κι από παράλογο πείσμα, παρά να ξεθυμάνη, που είχε
κι αυτή κόρη για παντρειά, κι όχι γαμπρό, μα μήτε δαυλό, που λέει
ο λόγος, δεν μπόρειε να της βρη.
Δεν έγινε η αποθυμιά της γειτόνισσας. Χύμιξε ολόχλωμη κι αμίλητη η
Ασήμω, και με μια της σκουντιά σφάληξε την πόρτα κατάμπροστά της.
Ξεφώνιζε η γειτόνισσα απέξω, μα τα ξεφωνητά της λίγο λίγο
αδυνάτιζαν, καθώς έφευγε και πήγαινε. Έμεινε τότες η θεια κ’ η
ανιψιά μαρμαρωμένες, κοιτώντας η μια την άλληνα.
— Τρέχα να δης, αλήθεια είνε ή ψέματα, λέει η Ασήμω της θειας της
προσεχτικά, σαν πολεμιστής που ακούγει προδοσία και στέλνει
υποταχτικό του να δη τι τρέχει.
Βγαίνει η γριά με το ραβδί της, τρομαγμένη και κακώς έχοντας. Δεν
άργησε να γυρίση. Ήρθε ολότρεμη, δακρυσμένη, δεμένη η γλώσσα της,
κ’ έπεσε χάμου και στηθοδερνότανε σα μοιρολογίστρα. Μήτε λόγο η
πλανταγμένη η Ασήμω. Σκυλοπνίγουνταν η ψυχή της μέσα σε λαβωμένης
περηφάνειας φριχτή αγωνία. Μήτε φωνή, μήτ’ αναστεναγμό δεν
μπορούσε να βγάλη· παρ’ αρπάζει τη μαγουλήκα της, το ρίχτει απάνω
της, και πετιέται όξω. Γύρισε δεξά κατά τη γειτονική την εξοχή,
και πρι να τη μυριστή άνθρωπος χάθηκε μες σε ρουμάνια και πίσω από
δέντρα.
Ανέβαινε τανηφορικά μονοπάτια σαν τη λωλή. Λες και στο κορφοβούνι
γύρευε να σκαλώση, ναγναντέψη τον κόσμο περίγυρα, και να τονε
φτύση με στόμα φαρμακωμένο. Τέτοια λύσσα έβραζε μέσα της.
Κι ως τόσο ποτές η Ασήμω δε φάνηκε ομορφότερη, τα μάτια της ποτές
δε σπιθοβόλησαν πιο αστραφτερά από τη φοβερή εκείνη τη βραδινή.
Διάβαινε χαμόδεντρα, πηδούσε λιθάρια, ανεβοκατέβαινε λακκωσιές,
σκαρφάλωνε βράχους, σαν αγρίμι κυνηγημένο από τη φωλιά του,
πούλεγες τρύπα γύρευε να γλυτώση. Ζυγώνει σε μέρος που ξάνοιγαν οι
βράχοι εκεί απάνω, κ’ έκαμναν είδος δώμα. Στέκοντας εκεί είχες τα
τούρκικα τα σπίτια καταδεξά λίγο παρακάτου, τα τούρκικα τα
λιόδεντρα πάνωθέ τους από την ίδια μεριά, ολόγυμνα καταρράχια και
βοσκιές πίσωθε, χαμόδεντρα πάλε και κουμαριές και θυμάρια κατά
ταριστερά. Μέρος που το σύχναζαν οι βοσκοί, το σύχναζαν κι όσοι
βγαίνανε στους λαγούς ή στο χορτομάζωμα. Απλωσιά χορτάρι καταμεσή
στα κρεμαστά εκείνα τα βράχια, και μονοπάτι αποκάτου ως είκοσι
πόδια βάθος. Κάθισε στο δώμα εκείνο απάνω μια στιγμή η Ασήμω, και
τήραγε στα μακριά το κάτω χωριό, το χριστιανικό, κι άκουγε τα
λαλητά που γεμίζουν τον αέρα σε κάθε χωριού γειτονιά, απ’ άντρες
κι από γυναίκες, από παιδιά κι από γέρους, από σκυλιά κι από λογής
λογής ζώα και πετάμενα, κάθε βράδυ στο γέρμα του ήλιου και πρι να
πάρη απόνυχτο. Κι απ’ όλα το μεγαλήτερο το βουητό και το πιο
ατέλειωτο φωνοκόπι τόβγαζαν οι γυναίκες που μαζεύουνταν κείνη την
ώρα στη βρύση απέξω από το χωριό, να νεροκουβαλήσουν.
Δαιμονισμένα τσιρίγματα κι ακράτητα γέλοια έπαιρνε στα φτερούγια
του ο αέρας και τα σκόρπαγε στις τέσσερες άκρες του κόσμου.
Τάκουγε η Ασήμω, και θαρρώντας τα πως είταν του κόσμου η κατάκριση
κ’ η καταλαλιά για τη συφορά της, σπαράζουνταν τα σηκώτια της,
θόλωνε ο νους της, κ’ έτσι της ερχότανε νανατιναχτή και να
γκρεμιστή από την άκρη του βράχου, και μαζί με τα κόκκαλά της να
σπάση κάθε της λαχτάρα και κάθ’ ελπίδα μια και καλή. Κ’ εκεί πάλε
που συλλογιότανε τέτοια, πέφτει το μάτι της κατά τη λακκωματιά
εκεί κάτω, τη λογιάζει ως την άλλη της άκρη, κατά την πέρα μεριά
του χωριού, και τηρώντας τις θεόρατες δεντροκορφές που τη
σκέπαζαν, ανιστόρησε άξαφνα το προχτεσινό της αντάμωμα, και της
ήρθε απαρηγόρητο κλάμα. Σα να τάβρισκε ως τόσο παιδακίσια τα
δάκρια σε τέτοια σκληρή συφορά.
Τα σφουγγίζει μάνι μάνι με την ποδιά της, και μπαίνει σε βαθεια
συλλογή. Αμίλητη, ανάκουγη, ασάλευτη, και μήτε ανασασμό. Κ’ εκεί
που κάθουνταν έτσι, αθώρητη κι αγνώριστη ζουγραφιά, ακούγει
ποδοβολητό αποκάτω. Κάμνει πως σκύβει, και βλέπει δυο λεβέντηδες
κι ανεβαίνουν το μονοπάτι, τα τουφέκια στον ώμο. Είταν ο αδερφός
του Πανάγου ο Γιάνης κι ο αξάδερφός του ο Μιχάλης. Βγαίνανε στους
λαγούς. Αποσταμένοι κ’ οι δυο τους με τον ανήφορο, ανεβαίνανε
σιγανά σιγανά. Δυό τρεις στιγμές ακόμα, κι αντιδιαβαίνει και
τρίτος. Είταν ο Πανάγος. Ίσια ίσια την ώρα που συφώνησε νανταμώση
την Ασήμω στην πέρα τη μεριά του χωριού, κατά το χτήμα του. Φριχτή
ανατριχίλα την έπιασε τη λυσσασμένη μαζώχτρα. Της ήρθε ναρπάξη
λιθάρι και να το κατρακυλήσει καταπάνω του. Αποτραβιέται δυο
βήματα παραπίσω, μην τύχη και τηνε δη. Έτσι, σα να το σκόπευε
κιόλας. Πέρασε ως τόσο ο Πανάγος άβλαβος κι άγκιχτος, κ’ έμεινε η
Ασήμω στεκάμενη ακόμη στ’ απλάδι σαν παραλογιασμένη, σαν υπνοβάτρα
που έννοιωθε και δεν έννοιωθε. Υπνοβάτρα που κάποιου φοβερού
βραχνά προσταγή λες κι άκουγε μες στον παραδαρμένο της νου. Κάτι
που καταντούσε στιγμή με τη στιγμή από υπνοφαντασιά στοχασμός, κι
από στοχασμός μελετημένη απόφαση. Να τον παιδέψη με τρόπο χίλιες
φορές πιο σκληρότερο από ‘να παλιολίθαρο· να του κρυφοχύση στα
σπλάχνα του αρρώστια αγιάτρευτη, στρίγλα να γίνη και να γεμίση το
σπιτικό του ρήμαξη και θανατικό, κι όχι με δυσκολόβρητα βότανα και
μαμούνια, παρά με μόνο το φοβερό φαρμάκι της γλώσσας της.
Έφεγγε πια τώρα στο μέτωπό της κάποια παρηγοριά. Σαν αχτίδα της
κατέβηκε από κόσμους μυστικούς και τη μέρεψε. Δεν ψυχοπονούσε πια
η Ασήμω. Όχι δα και πως γιατρεύτηκε μια και καλή ο βαθυρρίζωτος
πόνος της, μα σκάλιζε σκάλιζε μες στα πικραμμένα της φυλλοκάρδια,
βρήκε κι έβγαλε αξετίμωτο βάλσαμο, την εγδίκηση, τη γυναικίσια την
εγδίκηση, που τύφλα νάχη μπροστά της το πιο φαρμακωμένο χαντζάρι ή
το πιο αλάθευτο βόλι.
Φείδι πια τώρα ωριόπλουμο και μυριολύγιστο το κορμί της, τίγρη το
μάτι της, μάγισσα το πονηρό της χαμόγελο, νυχτονεράιδα το σύνολό
της, καθώς ροβόλαγε πίσω κατά το χωριό.
Βρέθηκε στη γειτονιά της ό, τι σκοτείνιαζε. Όλες γυρισμένες και
μαζωμένες στις θύρες τους νακούσουνε τα μαντάτα, να πουν το κοντό
τους και το μακρύ τους απάνω σε καθετίς, ως και για τα μελλούμενα
του νησιού.
Σώπασαν όλες και κρυφοχαμογελούσανε βλέποντας η μια την άλλη
μαριόλικα, καθώς είδαν την Ασήμω κι αντιδιάβαινε. Εκείνη όμως,
ταυτί της τώρα δεν έδρωνε. Ένα μαζί τους έτοιμη να παραβγή κ’ η
Ασήμω στα ξεφωνητά και στα γέλοια.
— Μπα! Τάχατες πρωταπριλιάτικη μας την έπαιζες χειμωνιάτικο τις
προάλλες, και μας βγαίνεις έτσι ξένοιαστη τώρα, σα να μην έγινε
τίποτις; της λέει μια από τις πιο γνώριμές της.
— Μωρή, και δεν το χαίρεσαι που πήγαινα να πιαστώ απατή μου στα
βρόχια του, παρά φοβήθηκες μην τύχη και γελάστηκες; σκύβει και της
λέει της φιλενάδας εκεί που καθότανε με δυο άλλες στο κατώφλι της
πόρτας της ανακούρκουδα, καταπώς κάμνουν οι χωριανές. — Μου
γλυκομίλησε ο άνομος, και το πήρα κομπόδεμα σαν άμυαλη που
είμουνα, και σα να μην το είχα μυρισμένο κι από τα πριν πως αυτός
τάχει ψημένα με τη Μιχάλαινα χρόνους και χρόνους τώρα, από τότες
που είτανε να την πάρη γυναίκα του και χάλασε ο αρρεβώνας,
εξαιτίας που είταν ανήλικος, που να μην τόσωνε να χρονιάση.
— Χριστέ και Παναγιά μου! φωνάζουν κ’ οι τρεις τους.
— Χριστέ και Παναγιά μου! ανασηκώνεται και μεταφωνάζει η μια
τους, η παχύτερη, η αψηλότερη, κ’ η πιο αθυρόστομη της παρέας. —
Τώρα τα νοιώθω τα τόσα και τόσα που πήρε το μάτι μου και σήμερα
μαθές που τους είδα πάλι με του ήλιου τανάβλεμμα όξω από το χωριό
κατά του Πανάγου τα δέντρα, πρι να κατέβουν οι μαζώχτρες. Ο Θεός
να φυλάη τις κοπελλιές μας από τέτοιους!
Το καινούριο αυτό το σούσουρο, το μεγαλήτερο, τόφαγε μονομιάς
τάλλο, το μικρότερο. Μήτε Βεζίρης να είτανε η Ασήμω δεν θα τα
κατάφερνε πιο ομορφότερα. Με δυο της κρυφές σαϊτιές γλύτωσε το
κεφάλι της από το φοβερό το περιγέλοιο του κόσμου, και χαντάκωσε
τον Πανάγο μες σε χίλιες φορές πιο φοβερώτερη καταβόθρα.
5
Καθώς όταν ψοφήμι πεταχτή σε κατοικημένα λημέρια, κι αρχίζη ώρα με
την ώρα και φορτώνεται ο αέρας θανάσιμη βώχα, έτσι και στο χωριό
μας το ήμερο, το γελαστό, το καθάριο, μια και τούχυσε στάλα η
λυσσασμένη η μαζώχτρα από τα σπλάγχνα της, λες κι άνεμος φύσηξε
και μετάδωκε το μόλυσμα από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι,
από στόμα σ’ αυτί. Βούηξε η Παραμυθιά με την άτιμη την καταλαλιά,
βούηξαν και τα τριγύρω χωριά. Όλοι τάκουγαν το τρομερό το κρυφό,
όλοι τόκριναν και το κατάκριναν και το ψιλολογούσαν. Όλοι, εξόν
εκείνοι που έπρεπε πρώτα πρώτα κάτι να μάθουν, κάτι να τους
σφυρίξη κανένας φίλος αληθινός, που αν είνε και ψέματα, να
διαφεντέψουνε την τιμή τους οι άμοιροι.
Ως τόσο βρέθηκε σε δυο μέρες μέσα κι αυτός ο ήρωας.
Βρέθηκε ο Μανώλης, ο πιστός ο δουλευτής του Δημήτρη, του αψή, του
πεισματάρη κι ανάποδου, του χολερικού αδερφού του Μιχάλη. Ο
Μανώλης, που του κλάδευε και του μπόλιαζε αμίμητα τις ελιές του,
που του ξετρύπωνε περίφημα τους λαγούς του, που και στις εθνικές
απάνω τις μάχητες πρώτος μυρίζουνταν και μηνούσε του Κυρ Δημήτρη
Τούρκικα κατατόπια, Τούρκικες μπροσκάδες και παραμονέματα και
σκοπούς, αυτός και τώρα πήγε και τα πρόφταξε του αφέντη του μ’ όλα
τα στολίδια και ταποσώσματα που τα κολνούσε ο καθένας δηγώντας
τους του γειτόνου του.
Θειαφοκέρι ο Δημήτρης σαν το πρωτάκουσε! Αμέσως, και δίχως μήτε
στιγμή συλλογή, τα κόλλησε κι αυτουνού ο νους του στο χαλασμένον
εκείνον τον αρρεβώνα. Δεν ξεστόμισε μήτε λέξη ώρα πολλή, παρά
συγκρατούσε κλεισμένα τα τρεμάμενα χείλη του, σα να τούμπηγες
σιγανή σουβλιά στα συκώτια του.
— Πήγαινε στη δουλειά σου, γυρίζει τέλος και λέει του δούλου
προσταχτικά. Ψέμματα είνε. Και να το λες και συ πως είνε
κακόβουλες καταλαλιές των εχτρώ μας.
— Έννοια σου, αφέντη.
Και δρόμο ο Μανώλης, τρομαγμένος με την όψη του κυρ Δημήτρη.
Δεν έμεινε τότες μήτε ο Δημήτρης ανάπραγος• παρά μια και δυο και
τρέχει να βρη τον αδερφό του το Μιχάλη. Έβραζε μέσα του
πηγαίνοντας. Έβραζε μέσα του όχι έτσι σαν αδερφός, μα σα να είταν
ο ίδιος ο Μιχάλης και ζούλευε. Τόσο γκαρδιακά την είχε παρμένη την
τύχη του αδερφού του στα χέρια του, από τότες που του προξένεψε τη
Βασιλική για γυναίκα, και τους νοιαζότανε και τους δυο σαν παιδιά
του, να μη βρέξη και να μη στάξη, χήρος όντας αυτός και δίχως
παιδί.
Θάμα μα την αλήθεια που δεν του ήρθε και ξαφνικό. Όλα τα δαιμόνια
της υποψίας ξυπνήσανε μέσα στον ταραγμένο του νου και τούσφαζαν
άντερα, συκώτια, καρδιές. Φρένιασε ο Δημήτρης και πήγε. Όντας
οξύθυμος από φυσικό του, κόρωσε μέσα του οργή λυσσάρικη κι
αχαλίνωτη. Τίποτις δε ζύγιαζε, τίποτις δεν ήθελε να ζυγιάση μήτε
να κρίνη. Λες και μ’ ένα παράλογο, θεότρελλό πήδημα ο νους του τον
έφερε σε μια και μονάχη κρίση κι απόφαση, την κακή και την άδικη.
Και πάλε μ’ ένα της χτύπο η καρδιά του τού γέννησε μια και μονάχη
όρεξη, να χυμίξη ατός του, κι από το καρύδι δράχνοντάς την τη νύφη
του τη Μιχάλαινα, να την πνίξη σαν όρνιθα, να γλυτώσουν από την
ατιμία κι ο αδερφός του κι αυτός. Την αχάριστη τη σκύλα, τη
δίγνωμη, τη διπρόσωπη, την κοκκινομαλλού. Ως και τα μαλλιά της από
ξανθουλά τάβλεπε τώρα κόκκινα ο Δημήτρης.
Τον αντάμωσε το Μιχάλη στο χτήμα μεσημέρι γυρισμένο, τώρα και δυο
ώρες. Στάθηκε ομπρός του, αμίλητος πάντα, πάντα ολότρεμος. Τον
αγνάντευε κατά πρόσωπο με ματιά κρύα, σουβλερή, ανατριχιάρικη, σα
Χάρου ματιά.
— Τι έπαθες, ‘βρέ Δημήτρη; μπας και δεν είσαι καλά; ρωτάει ο
Μιχάλης.
— Έλα παραόξω και σου λέω, αποκρίνεται ο Δημήτρης γοργά και
μισοπνιγμένα.
Αποτραβήχτηκαν τα δυο αδέρφια σε παράμερη κώχη, και σαν
αγριοκοίταξε δίπλα κατά το χωριό ο Δημήτρης, και μουρμουρίζοντας
αντίθεες βλαστημιές έφτυσε στον αέρα, σα νάβλεπε κάποιον εκεί που
λόγους δεν είχε να του παραστήση το μίσος του, γυρίζει και λέει
του αδερφού του.
— Μωρέ Μιχάλη, κοιμάσαι, καημένε!
— Πες μου τι τρέχει, και με πέθανες.
— Μωρέ και να μη το μυριστής τόσον καιρό πως είν’ άπιστη η σκύλα;
— Ποιά, βρε χριστιανέ; Η γυναίκα μου;
— Αμέ και ποια άλλη, κακόμοιρε, που έπρεπε μα το Θεό,
καλογερόπαππας να γίνης μ’ αυτά τα μυαλά, κι όχι άντρας, κι άντρας
τέτοιας γυναίκας.
Έτρεμε πατόκορφα ο Δημήτρης.
— Έλα στο νου σου, βρε αδερφούλη μου, τι ‘νε που κάθεσαι και μου
κραίνεις τώρα; Και με ποιόνα θαπιστήση κι από πού ως πού;
— Από πού ως πού; αναπετιέται και φωνάζει ο Δημήτρης. Να, από
ταλλοίθωρά σου μάτια ως του Πανάγου την μπερμπαντιά.
— Ο Πανάγος!
Και χαμογελώντας ο Μιχάλης, σα να σηκώθηκε μεγάλο βάρος από τα
στήθια του, ξαναλέει μ’ ανάλαφρο ανασασμό.
— Δεν είνε πράματ’ αυτά, μωρέ Δημήτρη, να κάθεσαι και να τα
ξαναλές σαν αυτές εκεί τις μαζώχτρες, μόνε να πάμε και να μάθουμε
ποιος το πρωτόβγαλε και να τονε γδάρουμε ολοζώντανο.
— Να σου πω, Μιχάλη. Είσαι παιδί, και πάντα θα είσαι. Εδώ παίξε
γέλασε δεν είνε. Δεν είσαι και μονάχος εσύ, είνε όλο το σόγι. Και
να πας αμέσως κιόλας να του την παίξης τη μπαλλοτέ να γλυτώνουμε.
Του τα είπε αυτά σιγανά κι αποφασισμένα.
— Μα αν είτανε να κάμω τέτοιο πράμα, θα πρωτοάρχιζα από τη
γυναίκα μου. Άμε στο καλό, βλογημένε, δεν είνε πράματα, σου λέω.
Δεν την ξέρεις τη Βασιλική, τέλειωσε. Μήτε τον Πανάγο δεν τον
ξέρεις.
Και γύρισε το στενοχωρημένο του πρόσωπο κατά την άλλη μεριά.
— Εγώ δεν τους ξέρω; απολογιέται ο Δημήτρης τραβώντας τον αδερφό
του από το μανίκι. Βρήκες άνθρωπο να μη τους μυρίζεται τους . . .
Έπειτα, με φωνή σοβαρώτερη και τρεμουλιαστή
— Να πας, σου λέω, να τον ξεπαστρέψης. Όρκο τόκαμα, άλλο δεν
έχει.
Τον ήξερε ο Μιχάλης το Δημήτρη, πως δε χωράτευε. Άρχιζε και
μαζευότανε στη ψυχή του θεοσκότεινη αντάρα. Και πώς να τον
καταπείση τον αδερφό του πως λάθευε, πώς να διαφαντέψη την ησυχία
του και την καλοτυχιά του, που σε μια στιγμή μέσα την έβλεπε και
κατρακυλούσε στην καταβόθρα!
Συλλογίστηκε, συλλογίστηκε ο δύστυχος, κ’ ύστερα
— Να σου πω τι θα κάμω, γυρίζει και του λέει του Δημήτρη. Θα πάω
και θα του στήσω παγίδα, κι αν είνε αλήθεια, τους έφαγα και τους
δυο.
— Τρέχα το λοιπόν και στήνε παγίδες. Το πολύ θα περάσουμε άλλη
μιαν άτιμη μέρα.
— Ως τη νύχτα θα το ξέρουμε. Ή ζωή ή θάνατος.
Και παίρνει δρόμο ο Μιχάλης, αφίνοντας πίσωθε το Δημήτρη.
Είτανε να τονε λυπάσαι το χρυσόκαρδο το Μιχάλη.
Τρία χρόνια τώρα παντρεμένος, τρία χρόνια το σπιτικό του
παράδεισος, με την ακριβή του Βασιλική, δυνατόγνωμη θα πης γυναίκα
— και κάμποσο αντρίκια, όσο εκείνος πάλε είτανε μαλακόκαρδος και
καλόβολος, όμως με τετρακόσα πάντα κι αυτός. Ως τόσο μάλαμα η ζωή
τους, κι ας κυβερνούσε η γυναίκα και παραπάνω. Ταίριαζαν και τα
γούστα τους. Ως και στο καλοφάγι την ίδια όρεξη είχαν. Κι όσο για
πίστη κι αγάπη, πέτρα μονάχη η καρδιά της. Και τώρα, λέει, μόνο
και μόνο γιατί ξεπρόβαλαν οι παλιόγλωσσες και τους κατατρέχουνε,
να πηγαίνη, λέει, στο καθάριο του σπίτι και να στήνη τέτοιες
βρωμοπαγίδες! Και να το μυρίζουνταν η Βασιλική, τι θεριό θα
γινότανε! Και με το δίκιο της η κακόμοιρη, που την καταχώνιασε κι
αυτήν ο απόνετος ο κόσμος μες στην καταβόθρα της ατιμίας, μαζί με
τόσες και τόσες άλλες, δίχως να φταίγη, δίχως μήτε να
τονειρεύεται!
Είτανε να τονε λυπάσαα τον κακότυχο το Μιχάλη.
Πήγε κι αντάμωσε πρώτα τον Πανάγο στα δέντρα του. Του λέει να
περάση στις έντεκα ώρες το βράδυ από το σπίτι του και να βγούνε
στους λαγούς. Όμορφη βραδινή, και το φεγγάρι μισόγεμο.
— Αμέ, και γιατί όχι; αποκρίνεται ο Πανάγος με το στοχαζούμενό
του χαμόγελο, και καμώνοντας πως ξύνει το κεφάλι του κατά το δεξί
του αυτί, έτσι από λεβεντιά.
Από του Πανάγου τα δένδρα ίσια σπίτι του ο Μιχάλης.
Έμπαινε σα φταιξιάρης, δέκα ώρες απάνω κάτω. Λέει της Βασιλικής
— Βασίλω, απόψε πάω στους λαγούς με τον Πανάγο μαζί. Του είπα
νάρθη εδώ στις έντεκα. Τώρα είνε δεν είνε δέκα. Σέρνω εγώ κι
αναβαίνω το βουνό, και πες του, σαν έρθη, να μ’ ανταμώση εκεί που
πήγαμε τη δευτέρα. Εκείνος ξέρει.
— Καλά, Μιχάλη μου, και σαν τι ώρα να βάλω τραπέζι;
— Αι, τη συνηθισμένη μας ώρα. Κράτησε ως τόσο μέσα το σκύλο, να
τονε φέρη ο Πανάγος. Ανίσως και με χάση ο ένας, να με βρη ο άλλος.
Και με το τουφέκι στον ώμο βγαίνει και κλει την πόρτα ο Μιχάλης.
Παράπλευρα του σπιτιού, ως δέκα βήματα μακριά, είχε είδος αχούρι,
σιτοβολώνα, κι αμπάρι ο Μιχάλης για τις ελιές. Εκεί μέσα
κρυφοχώνεται, κλειέται, κι απαντέχει τον Πανάγο, τηρώντας από τις
χαραμάδες, να δη το τι θα κάμη. Θάμπη μέσα, ή θα πάρη ίσια το
βουνό;
Πότε του ερχόντανε γέλοια με την κουταμάδα του, και πότε
ραγίζουνταν τα συκώτια του ανιστορώντας το τι λυπητερή δουλειά
καταπιάστηκε. Ώρα είνε και θα περάση, μουρμούριζε ο δύστυχος κ’
ησύχαζε. Μετά πολλά πέρασε η άχαρη αυτή ώρα.
Έρχεται ο Πανάγος με το τουφέκι στις έντεκα, και φωνάζει από
μακριά το Μιχάλη. Ανοίγει η Μιχάλαινα την πόρτα, και καθώς
ξεχύμιξε ο Πιστός και τον έγλειφε, του έλεγ’ εκείνη πως ο Μιχάλης
ξεκίνησε τώρα και μιαν ώρα και τον απαντέχει στο βουνό απάνω.
— Και γιατί δεν μπαίνεις μια στιγμή μέσα; ξαναλέει η Βασιλική.
Αναφτερούγιασε από τρόμο ο Μιχάλης σαν τάκουσε το κάλεσμ’ αυτό της
Βασιλικής, και μόνο που δεν έπεσε χάμω.
— Όχι• κάλλιο να πάγω, γιατί θα προσμένη.
Και τράβηξε ο Πανάγος τον ανήφορο μαζί με το σκύλο.
Είταν εκείνη την ώρα ο Μιχάλης με το Σουλτάνο γενιά. Κρυφοπήδηξε
χαρούμενος από ταχούρι στο δρόμο, κι ώσπου νανέβη ο Πανάγος στο
μέρος που είπανε, σκαλώσαντας ο Μιχάλης από μέρη αδιάβατα σαν την
Ασήμω το δευτερόβραδο, κάθουνταν ανάμεσα στα χαμόδεντρα και
ψιλοτραγουδούσε, απαντέχοντας τον Πανάγο ερχάμενο από το καθαυτό
μονοπάτι.
Έκαμαν ως μια ώρα με τους λαγούς. Χτυπήσανε δυο. Γυρίζει τότες ο
Μιχάλης και κάνει του αξαδέρφου του
— Πανάγο μου, κέφι έχω απόψε. Έρχεσαι να τα χτυπήσουμε κάτου και
να πάμε να το στρώσουμε γλέντι μ’ αυτούς τους λαγούς, απόψε
κιόλας;
— Ακούς λέει; και τι καλλίτερο.
Και σε μισήν ώρα μέσα ο Μιχάλης με τον Πανάγο στο σπίτι του, κ’ η
Μιχάλαινα στο χαμώγι και μαγείρευε τους λαγούς. Σκαρώνουν κέφι με
τη μαστίχα, και σαν ανέβηκε το φαεί, πήρε δρόμο το γλέντι. Το
κατέβαζαν αλύπητα το Κισσαμιώτικο. Ήπιε κ’ η Βασιλική και ξανάπιε
μαζί με την περουνιά που συνηθίζουν εκεί και προσφέρνουνε στις
γυναίκες με το κρασί.
— Γυναίκα, φωνάζει άξαφνα ο Μιχάλης, καθεμέρα τέτοιο ξεφάντωμα δε
γίνεται. Τα Παιχνίδια! Νάρθουν και τα Παιχνίδια!
Δεν πέρασε πολλή ώρα, και πήγαινε καπνός το βιολί, βρόνταγε το
λαούτο, και δος του χορό οι λεβέντηδες, δος του χορό κ’ η
Μιχάλαινα, οδηγώντας το γυριστό απατή της, πυργόστεκη, με το
μαντίλι στο χέρι, που το στριφογύριζε και πήγαινε ομπρός.
Ανέβηκαν και δυο τρεις άλλοι φίλοι κατόπι, που ή έτυχε να μην τα
γνωρίζουν ακόμα τα λαλούμενα, ή καμώνουνταν πως δεν τα γνωρίζανε
για να το γλεντίσουν, και κόλλησαν κι αυτοί στο χορό.
Ήρθαν έπειτα κι από τάλλα τα σπιτικά τους, αδερφοξάδερφα της
Μιχάλαινας, άντρες και γυναίκες, κ’ έτσι γέμισε το σπίτι φωνές και
τραγούδια. Ως κ’ η γριά, που πάντα στο κρεββάτι η καημένη, ως κι
αυτή χτυπούσε τα κοκκαλιασμένα της παλάμια, κι αναγάλλιαζε
δείχνοντας τόνα και μονάχο της δόντι.
Πανηγύρι σωστό. Αντιλαλούσαν τα ξεφωνητά τους κάτω και κάτω στο
δρόμο.
Απάνω σε κείνη την ώρα να κι ο Δημήτρης, που ξεμύτισε από
ταραχνιασμένο του σπίτι να δη τι μαντάτα η παγίδα. Κι αντίς
παγίδα, τι βλέπει και τι ακούγει! Φαγοπότια και ξεφαντώματα!
Τρέλλα και τρέλλα του ήρθε. Είχε γνώση και βαστάχτηκε όμως, κι όχι
από καλογνωμιά, παρά να μη γίνη φοβερώτερο σούσουρο. Βαστάχτηκε,
και τράβηξε από τον κάτω το δρόμο, εκεί που είτανε μαζεμένος ο
κόσμος και τους σεριάνιζε, ίσως και δη, ίσως και πάρη ταυτί του
τίποτις μες στα σκοτεινά. Σα να γύρευε και καλά να τις πυργώση τις
φλόγες που κορώνανε μέσα του.
— Και ποιος να είνε ο γαμπρός απόψε; πετιέται και λέει μια
γυναικίσια φωνή από το σκοτάδι απομέσα.
Είταν η μαζώχτρα η Ασήμω. Άλλο τόσο το χαίρουνταν απέξω αυτή το
ξεφάντωμα, σα να τόκαμαν εξεπίτηδες, να τα πιστέψη ο κόσμος.
Τούσωναν του Δημήτρη αυτά τα λόγια. Τράβηξε ίσια σπίτι του. Την
πέρασε ποδοβολώντας απάνω και κάτω ως την αυγή.
6
Σηκώθηκε ο Μιχάλης κάτι πιο αργότερα από τη συνηθισμένη του ώρα.
Κι ότι ξεπρόβαλε από την πόρτα του, ανταμώνει το Δημήτρη ερχάμενο
από το σπίτι του να δη τι απόγινε· κι όχι και τι απόγινε, παρά τι
θ’ απογίνη, ύστερ’ από ταποσπερινά.
Τον αποδέχτηκε ο Μιχάλης πασίχαρος.
— Έλα μέσα, να πιής έναν καφέ, του κάνει. Και σα συγυρίζη η
Βασιλική τη γριά απάνω τα λέμε κιόλας.
— Εγώ εκεί μέσα; Χίλιες φορές καλλίτερα εκειδά κάτω· δείχνοντας
κατά την εκκλησιά, που είταν και τα μνημούρια. Πάμε όξω, στη
μοναξιά. Εκεί που δε βλέπουμε και μούτρα να τα ντρεπούμαστε.
Και λέγοντάς τα αυτά, κατρακύλησαν και δυο κόμποι από τα
ξαγρυπνισμένα του μάτια απάνω στα κατάχλωμα μάγουλά του.
Η αγρυπνιά, η χολόσκαση που δεν πέρασε ακόμα το θέλημά του, παρά
διάβαινε ακόμα μέσα στους δρόμους ατιμασμένος, καθώς θάρρειε, και
ντροπιασμένος, όλ’ αυτά σα να του μαλάκωσαν την καρδιά, ή
καλλίτερα, σα να του την έλυωσαν. Όση λύσσα τον έσφαζε χτες, άλλη
τόση θλίψη και ψυχοπονεσιά τονε βασάνιζε σήμερα. Δεν είταν και να
πης πως δεν τον αγαπούσε τον αδερφό του. Τον αγαπούσε, και
μάλιστα, καθώς είδαμε, σαν είδος αδερφή του. Έτσι τον είχε και στο
νου του και στην καρδιά του, σα γυναίκα. Για δαύτο δα το θάρρειε
και χρέος του να τονε νοιάζεται και να τον αρμηνεύη.
— Έχω να σου πω και να σου πω, Δημητράκη μου, κάνει ο Μιχάλης,
που θα γενή περιβόλι η καρδιά σου.
— Αχ, παιδί μου, αποκρίνεται ο Δημήτρης αναστενάζοντας και
στηλώνοντας στον τοίχο τα θολωμένα του μάτια, έπρεπε ή εσύ να
γεννηθής πιο άντρας ή εγώ πιο παιδί. Τα ξέρω, μη μου τα λες.
Διάβηκα και τάκουσα και τα καμάρωσα τα ξεφαντώματα ψες. Πιο
καλλίτερα και πιο ταιριαστά για τους εχτρούς μας δεν μπορούσανε να
γίνουνε.
— Μα άκου δα πρώτα! Του την έστησα, που λες, μια μορφιά την
παγίδα, και —
— Ας τα, ας τα! ανακράζει ο Δημήτρης. Έπειτα γυρίζοντας και
κοιτάζοντάς τονα σοβαρά και συλλογισμένα.
— Η γυναίκα σου κι αυτός σαγοράζουν και σε πουλούνε δέκα φορές
πρι να το μυριστής εσύ, κακομοιριασμένε! Μωρέ, άκου δω· γεννήθηκες
από τη μακαρίτισσα τη μάννα μας, ή δε γεννήθηκες; Και δεν το
θυμάσαι, καημένε, σα μας τόλεγε και το ξανάλεγε, «Κάλλιο να βγουν
τα μάτια σου παρά τόνομά σου;»
Άρχιζε πάλε και του μάτωνε την καρδιά, και του σπάραζε τα σωθικά η
σκληρή, η σφαχτερή, η σιδερένια η φωνή του Δημήτρη. Σα να
τόννοιωθε πια πως ελπίδα δεν είχε, πως στη ζωή του αποπάνω ξάπλωσε
τα μαύρα και τα διάπλατα της φτερούγια η συφορά και την απόδιωξε
την ελπίδα.
Του πέρασε μια στιγμή από το νου του ναφήση τον αδερφό του μέσα
στο δρόμο και να ξεκόψη. Ναποχωριστή εκείνον παρά την ευτυχία του.
Να τρέξη και να σταθή σαν πύργος σιμά στη γυναίκα του, να της τα
πη, να κηρυχτή ανοιχτά σύμμαχός της, και με το τουφέκι στο χέρι να
τη γλυτώση από τους καταλαλητάδες της, μα ας είνε κι αδέρφια.
Τα κλωθογύριζε αυτά μες στο νου του, μα δεν είτανε κι άθρωπος να
βγάζη πέρα τέτοιες δουλειές. Τούρκοι να είταν άλλο πράμα. Ο
Τούρκος δε χρειάζεται και πολύ θάρρος ηθικό. Και σα να τόξερε πως
αυτό το δώρο δεν το είχε από τη μοίρα του, τρεμούλιαζε η καρδιά
του και κρυφοπονούσε σαν κοριτσιού.
Τον έπιασε βαθεια κι αξετίναχτη στενοχώρια. Δεν μπορούσε πια να
βαστάξη. Αχ και νάβρισκε μιαν αφορμή και να τον ξαπολύση, να
χωριστούνε. Ναπομοναχιαστή κάπου, να πέση χάμου και να κλείση τα
μάτια του, τα μάτια του λογισμού του, και ναπομείνη έτσι ξερό
λιθάρι, ας είνε και μια στιγμή. Τα υποψιάστηκε όλ’ αυτά ο πονηρός
ο Δημήτρης. Τον έβλεπε τον ίδρο τον ψιλό που περέχυνε του Μιχάλη
το πρόσωπο, τις άκουγε τις απανωτές ρουθουνιές του. Στοχάστηκε πως
καλλίτερα ναφήση την ομιλία για πιο βολικώτερη ώρα.
— Αν είχες δουλειά, να κοιτάξης, του λέει, πήγαινε τώρα, και τα
λέμε άλλη φορά.
— Ναι, κάτι θέλω να κοιτάξω, αποκρίνεται ο Μιχάλης. Το βράδυ
έρχουμαι και τα λέμε.
Κ’ έτσι αφίνει το Δημήτρη, και παίρνει τον άλλο δρόμο ανάλαφρος
και παρηγορημένος, σα να ξύπνησε από βραχνά φοβερό.
— Σε ξέρω κ’ έννοια σου, κακόμοιρε, μουρμούριζε ο Δημήτρης, όταν
έμεινε μοναχός του. Πρι να βραδιάση αυτή η μέρα, θα ξαναγυρίσης
και θα μου ζητάς συβουλές. Κουρέλλι τόκαμε τόνομά σου ο κόσμος,
και γλήγορα θα το δης.
Τράβηξε ο Δημήτρης κατά το σπίτι του, κι ο Μιχάλης πάλε κατά
ταργαστήρια.
Πηγαίνοντας κατά ταργαστήρια, ανταμώνει ο Μιχάλης τον Πανάγο, ό τι
γύριζε από το καφενείο. Ταποξεχνάει όλα μες σε μια στιγμή και
γλυκοχαιρετάει τον αξάδερφό του.
— Και για πού; ρωτάει ο Μιχάλης.
— Ανέβαινα σπίτι σου, απολογιέται ο Πανάγος με τα μετρημένα του
λόγια, να σε πάρω να πάμε στην εκκλησιά.
— Στην εκκλησιά; πέμτη μέρα; Η μπας και θα παντρευτής;
— Όχι, ξεμολογιέμαι.
— Αι και τι; ξομολόγος είμαι;
— Άφινέ τα. Τάχατες δεν τάκουσες; Ή τον ανήξερο μας κάμνεις;
— Μήτε θέλω να τα ξανακούσω, αποκρίνεται ο Μιχάλης, σαν μπήκε στο
νόημα. Παρά όποιος βρωμόγλωσσος τάβγαλε, αυτός ας πηγαίνη κι ας
γυρεύη από το Θεό συχώριο.
Κ’ έκαμε να τον τραβήξη προς τα κάτω μαζί του.
— Πιστεύεις δεν πιστεύεις, Μιχάλη, εδώ δεν έχει. Πρέπει να σου
ανοίξω τα φυλλοκάρδια μου μπροστά στο Θεό, και να τα δης. Έπειτα
δεν είσαι μονάχα εσύ, είνε και ταδέρφια σου, το συγγενολόγι μας
όλο.
— Βρε παιδί μου, μην τύχη και βαστάει ακόμα μέσα σου το κρασί;
Εμένα πια το κεφάλι μου δε γυρίζει. Έλα κάτου να σφίξουμε μια, κ’
εκεί τα λέμε.
— Του κάκου• χρέος μου να το διαφεντέψω τόνομά σου, και τίποτις
δε με γυρίζει από το σκοπό μου. Μια βδομάδα δεν είνε που με
δασκάλευες το τι να κάμω, τότες που τάχασα με τη μαζώχτρα και
τόκαμα. Αράδα, σου τώρα να μ’ ακούσης και συ, και νάρθης μαζί
μου.
Είχε δεν είχε, τον πήρε και πήγαν ως το κελλί του Εφημέριου μέσα
στης εκκλησιάς την αυλή. Κάθουνταν ο γέρος ο Πάτερ Χαράλαμπος στο
πεζούλι του, και μάζευε μέσα του ήλιο για το χειμώνα. Ζυγώνει
μονάχος του πρώτα ο Πανάγος, και χώνουνται στην κουβέντα. Εκεί που
αυτοί κουβέντιαζαν, ο Μιχάλης, δεμένα τα χέρια του πίσω,
σεργιάνιζε τριγύρω στην εκκλησιά και κοίταζε τα πάμπολλα μνήματα,
τις λιγωστές πλάκες, το βαθύ και τολόγεμο χωνευτήρι. Στάθηκε και
λόγιαζε τα κιτρινιασμένα τα κόκκαλα, του καθενού μακαρίτη σε
ξέχωρο σακκί τυλιγμένα, σακκί σάπιο και ξεπαραλυμένο εδώ και κει,
με τα κόκκαλα μισοβγαλμένα από την κάθε του τρύπα. Λογής λογής
κόκκαλα. Αντρίκια, γυναικίσια, παιδιακίσια, και γέρικα. Τάβλεπε ο
Μιχάλης συλλογισμένος και τα χείλη του κρυφοσφύριζαν. Ρώταγε
άραγες η ψυχή του σαν πόσα κόκκαλα εκεί μέσα τα είχε το βόλι
σκισμένα; δεν το ρώταγε; Θεός το ξέρει. Τα χείλη του
χαμηλοσφύριζαν όμως. Ίσως το γνωστικό εκείνο το σφύριγμα που
σκεπάζει κάποτες βαθιούς στοχασμούς και βαθύτερους πόνους.
Εκεί απάνω τονε φωνάζει ο Πανάγος. Ανοιγμένη η εκκλησιά σαν
ξαναφάνηκε. Μπήκανε μέσα κ’ οι τρεις τους. Έκαμαν το σταυρό τους
και φίλησαν το κόνισμα του Άγιου. Έδειχνε το δρόμο ο Εφημέριος,
ακολουθούσε ο Πανάγος, κατόπι ο Μιχάλης. Πήγαν ως μπροστά στο
Ιερό. Στάθηκαν οι δυο οι λεβέντηδες απέξω, αμίλητοι. Κοίταζε ο
Πανάγος κατά το Ιερό, που έμπαινε μόνος του ο Παπάς. Κοίταζε ο
Μιχάλης παραδίπλα τα λιολουσμένα παράθυρα, και τις πολυχρώματες
τις αχτίδες που πέφτανε στα στασίδια, περνώντας από τον
κρουσταλλωτό πολυέλαιο. Τι σκοπούς είχαν οι δυο τους, μήτε
καλοήξερε, μήτε ρωτούσε. Αγκαλά νοιώθοντάς το πως είτανε για καλό,
κι όχι πάλε για λόγου του, παρά να ξεγλυτώση κ’ η Βασιλική του από
το φοβερό το ψεγάδιασμα, κι ο αδερφός του από την κόλαση πούβραζε
μέσα του, έκαμνε υπομονή και περίμενε.
Προβάλλει τέλος από την Άγια Θύρα ο γέρος ο Εφημέριος με το
πετραχήλι περασμένο στους ώμους του και με το Βαγγέλιο στο χέρι,
και κατεβαίνει ένα σκαλοπάτι. Τους γνέφει, και ζυγώνουν τα δυο
ταξαδέρφια.
— Πανάγο, λέει τότες ο σεβάσμιος ο γέρος, Πανάγο, που ο πατέρας
σου έπεσε σ’ αυτά τα χώματα για Πίστη και για Πατρίδα, και που τα
κόκκαλά του αναπαύουνται σ’ αυτή την περιοχή σωριασμένα. Σε
ξεμολόγησα στο κελλί μου, και στα κόκκαλα εκείνα μου τορκίστηκες
πως είνε αθώα η ψυχή σου από κάθε κρίμα, με την πολυάκριβη του
ξαδέρφου σου του Μιχάλη, και πως μήτε στο νου σου δεν τόβαλες
τέτοιο μεγάλο κρίμα. Τώρα να δευτερώσης τον όρκο σου και στο
Βαγγέλιο απάνω, και φιλώντας το να γυρίσης και ναγναντέψης
κατάματα τον αξάδερφό σου, και να του φανερώσης ξάστερη την
αλήθεια.
Άκουσε ο Πανάγος αμέσως την προσταγή. Έκαμε τρεις φορές το σταυρό
του, φίλησε το Βαγγέλιο, κατόπι το χέρι του Ιερέα, και τέλος
γυρίζοντας κατά το Μιχάλη ανοίγει τα χέρια του και τον αγκαλιάζει
και τονε φιλάει και τονε λούζει με τα δάκριά του, φωνάζοντας πως
είνε αθώος, κι’ ας το πιστέψουν όσοι πιστεύουνε Χριστό και
Βαγγέλιο.
Έμειναν οι δυο τους αγκαλιασμένοι και δακριοπερεχυμένοι κάμποση
ώρα. Καλά καλά μήτε ο γέρος ο Εφημέριος δεν μπόρεσε να κρατήση τα
δάκρια. Τους διάβασε μιαν Ευκή αποθέτοντας την άκρη του
πετραχηλιού του απάνω τους, και σαν αποτέλειωσε κ’ η Ευκή,
ξανάκαμαν το σταυρό τους και ξεκίνησαν κατά τη θύρα με βήματα
σιγανά.
Σαν ξανανταμωθήκανε στο νάρθηκα οι τρεις τους, τους λέει ο Πάτερ
Χαράλαμπος, στρεφογυρίζοντας τα κάτασπρά του μαλλιά και χώνοντας
τα μέσα στο καλιμάφκι του, να μην τονε νοιάζουνται τον κόσμο πια
τώρα, γιατί ατός του θα πάη και θα πη τα χρειαζούμενα εκεί που
πρέπει, και γλήγορα θαποτραβήξη την ουρά του ο Τρισκατάρατος, που
ζήτηξε με το Χριστό να τα βάλη, μα το φως το διώχνει πάντα το
σκότος. Εκεί απάνω απάγγειλε και δυο τρία ρητά.
— Στου Δημήτρη, στου Δημήτρη να πρωτοπάς, γέροντα, είταν τα πρώτα
λόγια που μπόρεσε και ξεστόμισε ο Μιχάλης ύστερ’ από τόση
αμιλησιά. — Στου Δημήτρη. — Και σφούγγιζε τα βρεμένα του μάτια.
Ξεκίνησαν αμέσως κ’ οι τρεις τους. Τα δυο ταξαδέρφια κατά τα
λιόδεντρα, ο Πάτερ Χαράλαμπος προς του Δημήτρη το σπίτι.
7
Κατά τα σπερώματα μαζεύτηκαν οι Παραμυθιώτες στου Φώτη το καπελιό,
καθώς κάθε βράδυ. Τα μισά τα σκαμνιά του πιασμένα κιόλας. Αρχίνιζε
και δούλευε ο Φώτης. Τσιγκρίζανε τα ποτήρια του. Κοντά στα
ποτήρια, τις προσταγές και τα γοργοχτυπήματα της μασιάς, είτανε
και το βαριόηχο, τακατάπαφτο λαλητό, η χάβρα εκείνη που δεν
μπορούσε να λείψη ποτές, μα ας είτανε και για πήδημα ψύλλου. Και
τώρα είχαν οι Παραμυθιώτες ψύλλους και ψύλλους! Πρώτο πρώτο, η
δουλειά του Πανάγου, έπειτα και κάτι διαφορές που ξεφύτρωσαν πάλε
ανάμεσα Τούρκους και Χριστιανούς. Δεν είταν εποχή εκείνη για
μάχητες. Δεν το θέλανε μήτε από τόνα το μέρος μήτ’ από τάλλο.
Βαριεστημένος ο κόσμος από το μεγάλο τον πόλεμο του 66, που τονε
θυμούνταν ακόμα, που τάννοιωθαν ακόμα τα φοβερά του σημάδια, που
μόλις τώρα και μερικούς χρόνους άρχιζαν κ’ έδιναν καρπό
ταναβλαστημένα τα λιόδεντρα, όσα είχαν κοπή, έτρεμαν όλοι τους μην
τύχη και ξεσπάση τίποτις ταραχή σε καιρούς που έπρεπε να δουλέψουν
και να οικονομήσουνε για πιο καλορρίζικες ώρες. Σα να τόξεραν οι
βαριόμοιροι πως δεν αργούσαν οι ώρες εκείνες.
Απάνω σ’ αυτή τη λογοτριβή αντιδιαβαίνουν και δυο τρεις Τούρκοι,
πηγαινάμενοι κατά τη δική τους μεριά από την εξοχή. Τους φωνάζουνε
μέσα οι δικοί μας και τους φιλεύουν.
— Μωρέ Χουσεήνη, φωνάζει κάποιος δικός μας του ενός, που να
τούβγαζες τάσπρο μαντίλι, μήτε στόνειρό σου δε θα τον έλεγες
Τούρκο, μωρέ Χουσεήνη, τι ‘ναι πάλε αυτά που ακούγω; Πήρες, λέει,
την καλλίτερη μας μαζώχτρα, την Ασήμω, για τα δέντρα σου; Άιντε,
χαλάλι σου. Κοίταξε μονάχα να μην την τουρκέψης, καημένε —
— Στο διάβολο πια, κι αν τη τουρκέψη, λέει ένας άλλος. Ας την
παντρευτή κιόλας να γλυτώσουμε. Πέρασε δεν πέρασε το πανηγύρι της
εκείνο τις προάλλες, και ρίχτηκε τανιψιού μου εψές, εκεί που
σεριάνιζε το ξεφάντωμα. Και στο δρόμο μέσα η αθεόφοβη. Θα της βάλη
γνώση ο Χουσεήνης της ξεμυαλισμένης, κ’ έννοια σου.
Και δος του γέλοια ο Χουσεήνης, που σαν αληθινός Κρητικός έπαιρνε
κι αυτός από χωρατά.
Ύστερ’ απ’ αυτή την κουβέντα, άνοιξε ομιλία για την άλλη την
ιστορία, του Πανάγου. Πότε πρόφταξε και πήρε το γύρο της η
καινούρια η όψη που της κάθισε ο Πάτερ Χαράλαμπος και μάλιστα
δίχως φημερίδα, είνε κι αυτό θάμα που μονάχα στα χωριά γίνεται. Ως
κ’ οι τρεις οι Τούρκοι το ξέρανε, πως είταν ψέματα και πως έγινε
λάθος, κι ανακατέψανε στην υπόθεση μέσα τη Μιχάλαινα, λέει, αντίς
τη Μαζώχτρα! Ένας τους όμως, ο πιο δυσκολόπιστος, είπε πως αν
είταν εκείνος στου Μιχάλη τη θέση, θα του την έπαιζε του Πανάγου
την μπαλλοτέ, κ’ ας πάη να λέη ο Ιμάμης.
— Όχι δα, μην το λες αυτό, Μουσταφά, δεν είνε πράμα που να το
πης, αντισκόβει ο τρίτος ο Τούρκος.
Μάλλους λόγους, μήτε οι τρεις οι Τούρκοι δε συφωνούσανε, τι είτανε
το σωστό και τι το στραβό.
Οι δικοί μας πάλε, α ρωτούσες εννιά τους, οι γνώμες είτανε δέκα.
Άλλος ήθελε τον Πανάγο «μπαλλοτεμένο», άλλος το Μιχάλη, τη
Μιχάλαινα τρίτος, τέταρτος και τους τρεις, πέμτος κ’ έχτος μόνο
τους δυο, έβδομος κανένανε, και τέλος ακούσαντας μερικοί και για
του Δημήτρη τη μάνητα, λέγανε πως εκείνος τη χρειάζουνταν τη
παίδεψη, που δεν τους άφινε τους Χριστιανούς στην ησυχία τους,
τώρα που είχαν και την ευκή του Παπά, παρά γύρευε να βγάλη νόμους
δικούς του. Και δος του κρασί και μαστίχα.
Σαν πήρε απόνυχτο, μια ώρα απάνω κάτω — πηγαιμένοι τώρα οι Τούρκοι
— φάνηκαν και τα δυο ταδέρφια, Μιχάλης και Δημήτρης, έπειτα κι ο
Πανάγος με τον αδερφό του το Γιάνη, παρέα κ’ οι τέσσερεις.
Κατέβηκαν ύστερα και κάτι άλλ’ αξαδέρφια και συμπεθέροι, και
γέμισε μια λάκερη κώχη από το σόγι τους. Σα να λέμε μανιφέστο κι
από τις δυο τις μεριές, πως ομόνοιασαν. Καμώματα του καλοκάγαθου
του Εφημέριου που δούλεψε ολημερίς σαν τον Απόστολο Παύλο,
τρέχοντας από του ενού στ’ αλλονού το σπίτι, κι αποξηγώντας την
αλήθεια και βλογώντας κι αγαπίζοντας — Όμως με τόση τρεμούρα και
παπατρεχωσύνη, που κι όσες γυναίκες δε σύφερε να τα ξέρουν,
άρχιζαν και τους έμπαιναν υποψίες πως κάτι τρέχει. Και καλά που
βρέθηκαν οι Τούρκικες εκείνες οι διαφορές και τα φόρτωσαν όλα
απάνω τους. Κ’ έτσι έμεινε η Μιχάλαινα, και μερικές άλλες
παντρεμένες και λεύτερες, άγνωρες κ’ ήσυχες μέσα στο μεγάλο το
σούσουρο που έπαιρνε κ’ έδινε.
Κάθισαν, κεράστηκαν, έβγαλαν τα καπνά τους, τα λέγανε, και
περνούσε η ώρα. Οι άλλες οι παρέες πάλε, τα δικά τους κι αυτοί,
τώρα όμως διαφορετικές ομιλίες. Τώρα τα βάλανε με κάποιο σκαρτάδο
πατριώτη τους — Νικολής τόνομά του — που δεν παντρευότανε, λέει,
αυτός, μην τύχη και νοιώση η γυναίκα του πως φοβάται τα λείψανα
και του πάρη, λέει, τον αέρα! Και τράνταζε από τα γέλοια του Φώτη
το καπελιό.
Ο Δημήτρης ως τόσο από τα κατάβαθα της κώχης του και καθώς
παίρνανε δρόμο οι κουβέντες, μερικά πράματα τα παρατήρησε, ή και
θάρρεψε πως τα παρατήρησε. Πρώτα που το φωνοκόπι, που άκουγε από
μακριά σαν κατέβαινε στο σκοτάδι, σταμάτησε μονομιάς άμα φάνηκε η
παρέα τους. Δεύτερο που σα φάνηκαν και κατάπεσε η οχλοβοή, πέρασε
από στόμα σε στόμα σιγανό και γοργό μουρμουρητό σαν άξαφνο
σαγανάκι. Και τρίτο οι μεγαλόφωνες πάλε οι νοστιμιές, που
ξανάρχισαν τώρα, είτανε σα να λέγανε τάχατες πέρα βρέχει. Τα
γύριζε όλ’ αυτά μες στο νου του ο Δημήτρης, και κάπνιζε αμίλητα το
τσιγάρο του.
Ήρθε η ώρα του φαγητού, και σαν έγινε και το στερνό στερνό
κέρασμα, σηκώθηκαν και τράβηξαν πάλε κατά τα μέρη τους.
Του κάκου πολεμήσανε να τον καταφέρουν το Δημήτρη οι άλλοι νάρθη
κι αυτός ως του αδερφού του και να πιή ένα ποδαράτο στην υγειά του
Μιχάλη και της Μιχάλαινας. Βρίσκοντας αφορμή το κεφάλι του που
πονούσε, λέει, από την αποψεσινή την αγρυπνία, τράβηξε αυτός ίσια
σπίτι του. Οι άλλοι όλοι μπήκανε στης Μιχάλαινας. Είταν εκεί
μαζεμένες και μερικές αξαδέρφες, αντραδέρφες, γυναικαδέρφες, και
συννυφάδες, προσμένοντας τους άντρες τους από το καπελιό. Μεγάλο
γλέντι δεν έγινε, ξαποσταμένοι όντας οι πιώτεροι από ταπονύχτερα
ξεφαντώματα. Κατέβηκαν όμως αρκετούτσικες «τσικουδιές» στο ποδάρι,
κ’ ύστερ’ από κάμποση ώρα χωριστήκανε με γέλοια και με φωνές, η
ανοιχτόκαρδη η Μιχάλαινα πάντα πρώτη.
8
Με του φεγγαριού τις λαμπερές τις αχτίδες, με τις σύδεντρες τις
βουνοπλαγιές που ξαπλωνόντανε φωτολουσμένες κι από τις δυο μεριές,
με ταγέρι που γλυκοφυσούσε από την κοιλάδα κατάμπροστα, με τα
κουδούνια των κοπαδιών που βροντοκοπούσαν απάνω στις γυμνές
βουνοκορφούλες τριγύρω, είτανε να μένη άνθρωπος στο ξάστερο και να
το νοιώθη πως υπάρχει και πως χαίρεται κόσμο, ως και να πλαγιάση
εκεί και να νανουρίζεται. Μα — σημάδι κι αυτό της ζωής του χωριού
— δεν αποτρελλαίνεται ο κόσμος εκεί με τέτοια φυσικά νανουρίσματα
κι ονειριάσματα, παρά κοιτάζει την ωριόφαντη τη φύση καθώς κοπέλλα
κοιτάζει τα ξέσκεπα κάλλη της στον καθρέφτη. Δικά της και σήμερα
κι αύριο. Να τα καμαρώνη, ναι, και να τα κρυφοχαίρεται που μπορεί
να της φέρουνε και γαμπρό. Μα όχι και να χάνη το νου της με δαύτα,
ή και τον ύπνο της. Αυτά ας πηγαίνη — κι ας τα κάμνη ο αγαπητικός
της κοπέλλας. Έτσι και με τη Φύση. Ας πάη κι ας την αποθαμάζη, ας
τη ζωγραφίζη, κι ας τρελλαίνεται ο ζωγράφος κι ο ποιητής με τα
μάγια της. Το χωριατόπουλο σώνει να ταφίνης να χαίρεται το κρασί
του, το τραγούδι, την κουβέντα και το τουφέκι του, κι όλα του
χωριού τα κάλλη σου τα χαρίζει. Δεν τα νοιώθει, καθώς μήτε το
λυγερό του κορμί δεν το καλονοιώθει πως είνε άγαλμα κάποτες.
Όσο για το Δημήτρη, ακόμα χειρότερα. Διάβαινε απ’ ανάμεσα από τις
ομορφιές εκείνες σκυφτός, στραβομουριασμένος, αγριοβλέμματος,
βουρκόλακας μονάχος. Γύριζε κάποτε τα θολωμένα του μάτια και
κοίταζε κατά τις ελιές. Μια φορά, λίγα βήματα πρι να μπη σπίτι
του, κοντοστάθηκε. Κάτι μουρμούριζε μοναχός του, κάτι στριφογύριζε
μέσα στο ζαλισμένο του νου. Ζαλισμένο από τη ζούλια — ζούλια τρις
χερότερη κι από της αγάπης τη ζούλια, αφού δεν είχε και μια στιγμή
αλησμονησιάς και τρυφερωσύνης. Σαν όρνιο στα σπλάχνα του νυχωμένο
τον κρυφότρωγε ο στοχασμός πως του την κλέψανε μια για πάντα την
τιμή της περήφανης φαμελιάς του, την τιμή που με το αίμα της
καρδιάς τους την είχανε θεμελιωμένη γονιοί και προπάπποι, και να
βρεθή τώρα, λέει, ένας άνομος και να γίνη αφορμή να πέση ολόσωμη
θρούβαλα! Και μέσα σε τέτοια ανιστόρητη συφορά, να γυρεύουνε,
λέει, παππάδες και διάκοι να τα μπαλώσουνε με ψευτοπαρηγοριές και
με κεράσματα. Σκυλί γινότανε να το συλλογιστή μοναχά!
Ξεκίνησε πάλε και χώθηκε σαν κλέφτης μέσα στο σπίτι του. Το
λυχνάρι, αναμμένο κ’ η γριά η πεθερά του στο τηγάνι αντικρύ στης
φωτιάς την αναλαμπή. Ο μόνος άθρωπος που τα καλογνώριζε τα φυσικά
του και κάπως τον κυβερνούσε, είταν αυτή η γριά. Τηνε σέβουνταν,
ίσως και τηνε φοβότανε λιγάκι ο Δημήτρης την κερά Φρόσω. Μα και
πόλεμος να είτανε και σφαγή να πλάκωνε, ο Δημήτρης έπρεπε να πάρη
και της πεθεράς του τη γνώμη πρι ναποφασίση. Έπειτα, δεν τάλεγε
και του βρόντου η γριά. Τετρακόσια τα είχε κι αυτή, σαν τόσες
άλλες ζαρωματιασμένες νησιώτισσες.
Τα είχε μάθει κ’ η θεια η Φρόσω τα βρώμικα από κείνη την ταχινή.
Μα γνώριζε και τις ενέργειες του Παππά Χαραλάμπη. Ο Εφημέριος
μάλιστα σε κείνηνα πρωτοπήγε σα γύρευε το Δημήτρη να τα βολέψη
μαζί του. Κ’ ίσως να τα γνώριζε από τα πριν η γριά, κάτι θα
σοφίζουνταν, κάτι θα προλάβαινε.
Σαν κλέφτης μπήκε ο Δημήτρης, και σα μωρό παιδί καμώνουνταν πως
δεν είχε πια τίποτις, πως έστρωσαν όλα.
— Και στο γύρισμά σου πέρασες από της Βασιλικής; ρωτάει η γριά.
— Και πήγα και θα ξαναπάγω. Μισά ψέματα μισές αλήθειες, να
γλυτώση μια ώρ’ αρχήτερα απ’ αναφέλευτες ομιλίες. Τι τον έμελε
νάλεγε και ψέματα. Τη ζωή του όλη ψεύτικη τηνε θάρρειε. Ο κόσμος
όλος, από τον Παπά και κάτω, με ψεύτικα σκαρώματα πολεμούσε να τον
καταπείση πως έλαμπε ακόμα ολόστεκη η τιμή του, που αυτός την
ήξερε βουτημένη στην κοπριά.
9
Κάθισε στο τραπέζι, έκαμε πως έφαγε, έκαμε πως ήπιε, να περάσ’ η
βραδιά. Μιλήσανε για κάτι σπιτοδουλειές, και σαν κοντέψανε
μεσάνυχτα, είπε της γριάς να του στρώση στην απάνω την κάμαρα, να
κοιμηθή μ’ ανοιχτά παράθυρα, ίσως και του περάση ο πονοκέφαλος.
Μεσάνυχτα γυρισμένα, όλο το σπίτι ησύχαζε. Η γριά κάτω με τους
δουλευτάδες, ο Δημήτρης απάνω, ξαπλωμένος κι αυτός στο στρώμα, όξω
από το πάπλωμα όμως, με τα ρούχα, καταπώς είταν. Πού ύπνος και πού
ανάπαψη! Άμ’ άρχισε κι άκουγε ταχτικά κι απανωτά ρουχαλίσματα
αποκάτω, τινάζεται απάνω, και στακροπόδια του περπατώντας πάει και
καθίζει κοντά σε παράθυρο. Ανάβει ένα τσιγάρο και κοιτάζει όξω.
Κοιμητήρι αυτή την ώρα τολοζώντανο το χωριό. Βασιλεμένο και το
φεγγάρι, ξάνοιγες δεν ξάνοιγες τα μέρη της εξοχής γύρω, λιόδεντρα
από χλωρασιές, βράχους από χαμόδεντρα. Τα βουνορράχια ως τόσο τις
άπλωναν καθάριες τις φειδωτές τους γραμμές, κι απάνωθέ τους
λαμποκοπούσε ο ξάστερος ουρανός με τα μύρια καντήλια του.
Μέσα στο χωριό μήτε πετεινός δε λαλούσε ακόμα.
— Πού είνε τώρα όλες εκείνες οι βρωμόγλωσσες, και σε τι λογής
όνειρα μέσα να ψαλιδίζουν! έλεγε μονάχος του.
Ξαναπλαγιάζει και κάμνει πάλε να κοιμηθή. Τούρχεται είδος βύθος,
πιώτερο ξύπνος παρά ύπνος, κι αντίς όνειρα, πράματα και σκηνές που
ταγνάντεψε ή τάκουσε ή τα υποψιάστηκε μες στο μερόνυχτο. Έβλεπε
τον Πανάγο με τη Βασιλική μες στη νυφοκάμαρά της στα βραδινά τα
σκοτάδια, κ’ η γριά, η ξεμωραμμένη η μάννα της η κερά Μαριώ, να
θαρρή πως είνε ο Μιχάλης! Και δος του μια περεχυσιά ψιλό ίδρο!
Έβλεπε το ξεφάντωμα πιο αργότερα, το Μιχάλη μεθυσμένο στουπί να
πετάη αλύπητα τον παρά στα παιχνίδια, το λυγερό τον Πανάγο να
σφιχτοκρατάη το χέρι της Βασιλικής στο χορό, και κείνη ξετσίπωτη,
δαιμονισμένη, λυσσασμένη, γοργώνα μονάχη, να κλωθογυρίζη το
μαντίλι και να το φέρνη γύρο, να τσακίζη τη μέση της και
νανεβοκατεβάζη τα στήθια της, να πέφτη ο αχνός του γοργού της
ανασασμού απάνω στον αγαπητικό της — κι ο κόσμος απέξω να κοιτάζη,
νακούγη, να σκάνη στα γέλοια, και ναπορή το τι έπαθε μαθές, όχι
πια ο χαζός ο Mιχάλης, μα το γνωστικό ταδέρφι του ο Δημήτρης, που
δεν έρχεται να το σταματήση το μεγάλο το σκάνταλο.
Έβλεπε κατόπι — μέσα στο φοβερό, τον ατέλειωτον εκείνο το βραχνά —
έβλεπε τον Πάτερ Χαράλαμπο μόνο που δε βλογούσε την αμαρτία με το
Βαγγέλιο στο χέρι, που άκουγε τις ψευτιές του Πανάγου και τις
σκέπαζε με το πετραχήλι του, κ’ ύστερα να τρέχη και να τις φέρνη
αντίδωρο, λέει, ποιανού; — του Δημήτρη!
Και στερνά στερνά η βραδινή, η τρομερή η βραδινή κάτω στο καπελιό,
όλο το χωριό να τους κοιτάζη και να μουρμουρίζη, και κεινού να
πέφτη το πρόσωπό του από ντροπή, κ’ ύστερα να ξανανεβαίνουνε στης
Μιχάλαινας και να ξαναρχίζουν το γλέντι αντίς να μοιρολογάνε, που
πάει και πάει η τιμή τους. . .Αχ! ξεφωνίζει μια, απάνω στο φριχτό
αυτό στοχασμό, και συνεφέρνει με το βουητό του αναστεναγμού του.
— Δεν είναι ζωή αυτή, του κάκου, μουρμουρίζει, και πετιέται πάλε
απάνω να κοιτάξη την ώρα.
Λαλούσαν τώρα οι πετεινοί απ’ άκρη σ’ άκρη του χωριού, και
γλυκόφεγγε η ανατολή. Ώρες πρέπει να κοιτότανε βυθισμένος, δίχως
να ξέρη κι αυτός. Τέλειωσε δεν τέλειωσε άλλο ένα τσιγάρο, και
χαμογελούσε πια ροδοβαμμένος ο ουρανός, αναγάλλιαζαν πορφυρόχρυσα
τα βουνά. Αντιλαλούσανε φωνές από τόπο σε τόπο, οι εργάτες που
άρχιζαν και ξυπνούσαν, οι γυναίκες που τους τοίμαζαν το φαεί.
Και στο χαμώγι του κάτω, και κει μουρμουρητά και σαλέματα.
Κατεβάζει το τουφέκι του, χώνει στη ζώνη πιστολομάχαιρο,
ξαναμαντιλώνει το κεφάλι του, κ’ ίσια κάτου, από τη ξώσκαλα που
έχει κάθε σπίτι στα μέρη εκείνα. Από την κεριακή αξούριστος,
αγουροπρησμένα τα μάτια του με την ξαγρυπνιά, σα νυχτοκλέφτης
φαινότανε.
Περνάει απόδιπλ’ από του Μιχάλη, ανταμώνει ένα του άνθρωπο παραόξω
που μάζευε καψόξυλα για τη φωτιά της Μιχάλαινας, και τονε στέλνει
να πάη να φωνάξη τον αδερφό του.
— Μα, αφέντη, κάνει ο δουλευτής, λογιάζοντας ολόγυρα στον αέρα
και θέλοντας να πη πως δεν καλοξημέρωσ’ ακόμα.
— Πες του να κατέβη και θα πάμε κυνήγι.
Άλλο ένα τσιγάρο, και φάνηκε ο Μιχάλης με το τουφέκι κι αυτός.
— Μα έναν καφέ, αδερφέ μου. Έλα πρώτα μέσα. Την άναψε κιόλας η
Βασιλική τη φωτιά.
— Πάμε τώρα πούχει κυνήγι, κ’ ύστερα γυρίζουμε και τον πίνουμε.
— Πάει καλά, κ’ έτσι γίνεται.
Και ξεκίνησαν όξω προς τα δικά τους τα λιόδεντρα. Αντίς όμως να
πηγαίνη ως τέλος από το συνηθισμένο το μονοπάτι ο Δημήτρης, εκεί
που γύριζε κάπως το βουνό και στράβωνε ο δρόμος, αρχίζει και
σκαρφαλώνει τα καταράχια δεξιά.
— Ώρα καλή, φωνάζει ο Μιχάλης. Πού θα πας απ’ αυτού;
— Έλα μαζί μου και βλέπεις. Από τα χτες το ξετρύπωσα το κατατόπι
αυτό.
Σκάλωσαν κάμποσο. Άξαφνα βρεθήκανε σε μικρό δισκάρι, τριγυρισμένο
βράχους κι αυτό.
— Κάθισε τώρα, λέει ο Δημήτρης. Όπου και να είναι θα περάση ο
Πανάγος. Την ξέρεις την ώρα του σαν έχη μάζωμα. Ξεκινάει αυτός
πριν τους δουλευτάδες του. Να, από κειδά θα περάση. Μια του
παίζεις, και γλύτωσε η τιμή μας.
— Δημήτρη! ξεφωνίζει περίτρομος ο Μιχάλης. Έπειτα, κάπως
παραπονιάρικα και με παρακάλιο — Έλα στο νου σου, αδερφούλη μου,
ξαναλέει.
— Δεν έχει αδερφούλη ξαδερφούλη! σηκώνεται και κράζει μανιασμένα
ο Δημήτρης. Μας έκλεψαν την τιμή μας, να την η γιατρειά. Κ’
έδειχνε το τουφέκι του.
— Μα δε σου τόλεγα μαθέ και προχτές, πως αν είταν αλήθεια —
— Αλήθεια, ψέματά! Ή τονε σκοτώνεις, ή . . . σε σκοτώνω, του λέει
ο Δημήτρης με χαμηλή και με βραχνιασμένη φωνή, τραβώντας το
πιστόλι του από τη ζώνη του μέσα.
Δεν είτανε μήτε το πιστόλι, μήτε τη ζωή του που συλλογίστηκε ο
Μιχάλης. Συλλογίστηκε πρώτα πρώτα τη Βασιλική του ο δύστυχος. Την
ανυποψίαστη τη γυναίκα του, που μήτε να τηνε δη δε γύρισε
τρέχοντας νανταμώση τον αδερφό του.
Μάρμαρο έμεινε ο Μιχάλης. Λες και τονε μάγεψε ο Δημήτρης με την
παγωμένη ματιά του, με την απάνθρωπή του φωνή. Αυτός, που τον
τρόμαζε Τούρκος σαν τάβαζε μαζί του, τώρα με του αδερφού του τη
φοβέρα λαφιάστηκε, τάχασε, και με σπαραχτική αγωνία απορούσε ποιος
να θυσιαστή, αυτός κ’ η γυναίκα του, ή ο ακριβός του ο Πανάγος, το
γνωστικό του αγώρι, που ως τα προχτές ακόμα σα γονιός το
νοιαζότανε να μην πέση σε μιας μαζώχτρας νύχια, και κείνος τον
άκουγε, κι ως τόσο πού να το φαντάζεται τώρα —
Και καθώς γοργόσκιζαν το νου του οι αστραπεροί αυτοί λογισμοί,
ακούγονται περπατηξιές αποκάτου, και νά ο Πανάγος.
Δε γύρισε ο Μιχάλης να ξαναδή το Δημήτρη, πίσωθέ του, κρυμμένο
τώρα μπροστά σε λιθάρι. Την έννοιωθε όμως τη τρομερή του ματιά,
τις άκουγε τις κρυφομίλητές του φοβέρες. Και σκύβοντας από πίσω
απ’ άλλο λιθάρι, παίρνει σημάδι κι αφίνει την τουφεκιά.
Έπεσε αμέσως ανάστηθα από το δεινό καρδιοχτύπι. Φαινότανε σα
σκοτωμένος ο ίδιος.
Σαν πήρε μερικούς ανασασμούς και συνέφερε, λογιάζει δίπλα του και
λείπει ο Δημήτρης. Δεν πήγε αμέσως ο νους του στο σκοπό του
Δημήτρη. Ανασηκώνεται να κοιτάζη κάτω στο μονοπάτι, και βλέπει του
δόλιου του Πανάγου το κεφάλι ξέχωρο από το κορμί, και το Δημήτρη
που σκάλωνε πάλι τους βράχους.
— Πάμε τώρα να πιούμε της Βασιλικής τον καφέ• λέει λαχανιασμένα
σαν ξανανέβηκε. Τώρα ναι. Είνε νύφη μου η Βασιλική. Να τραβήξουμε
όμως από τα ρομάνια εκείνα, να κυνηγήσουμε κιόλας. Για τον Πανάγο
σου, ας πάνε να σκοτίζουνται οι Τούρκοι που τούκοψαν το κεφάλι.
Και σαν αποσκούπισε το μαχαίρι στα χόρτα, σηκώθηκαν και πήραν τον
απάνω το δρόμο.
Ώσπου νάρθ’ η ώρα που βγαίνουν οι δουλευτάδες, τα δυο ταδέρφια
ροβολούσαν κατά το χωριό από την άλλη την πλευρά με δυο ζευγάρια
κοτσύφους.
10
Ό, τι άνοιξε τα παράθυρά του ο Φώτης, και τα κοπέλλια του, άλλος
σκούπιζε τα τσιγαροκόμματα της αποψεσινής συντροφιάς, άλλος
διάρμιζε τα ποτήρια και τα καφκιά, να και χώνεται μέσα σαΐττα ο
Μανώλης, του Δημήτρη ο δουλευτής, λαχανιασμένος, σκουνισμένος,
κατάχλωμος.
— Φονικό! κράζει του Φώτη. Ό, τι πήγαινα στις ελιές, και στο μισό
το δρόμο στρωμένος ο κυρ Πανάγος! Αλλού αυτός κι αλλού το κεφάλι
του.
— Οι Τούρκοι! ξεφωνίζει ο Φώτης.
Μετά το Μανώλη, κι άλλοι με τα ίδια τα μαντάτα, ύστερ’ άλλοι,
ώσπου γέμισε το Καπελιό δουλευτάδες, αφεντάδες, γέρους, παιδιά —
ως και γυναίκες και κορίτσια κατέβηκαν. Βούηζε πάλε σε μισή στιγμή
το χωριό.
Στερνοί στερνοί κατεβήκανε κι ο Μιχάλης με το Δημήτρη.
— Ξέρει ο Γιάνης; ρωτάει ο Δημήτρης τον άνθρωπό του. Τρέξε να του
τα πης. Πάρε κι από του Μιχάλη κανέναν, κι ανεβάστε το λείψανο
στου αδερφού του.
Έπειτα πιο τρανόφωνα και με στοχαζούμενο ήθος.
— Και, παιδιά, μη πολύ σούσουρο, γιατί πόλεμος στ’ ανοιχτά δε
συφέρνει τώρα. Έτσι μας μηνούν κι από τα Σφακιά κι από τους
Λάκκους. Παρά να πάτε και να συμμαζέψτε τα γυναικόπαιδα, κ’ ύστερα
συλλογιούμαστε.
Τον άκουσαν κ’ έτρεξαν καμπόσοι να κοιτάξουν τα σπιτικά τους.
Πήρανε μαζί τους και τα γυναικόπαιδα που τριγύριζαν.
— Ένα κρασί στα παιδιά, προστάζει ο Δημήτρης του Φώτη. Να μου
πήτε τώρα το τι ακούσατε χτες προχτές από τα τούρκικα. Τι έτρεξε;
— Νά, πετιέται κι αποκρίνεται ένας τους. Εψές σαν μπήκανε μέσα ο
Χουσεήνης, ο Μουσταφάς, κι ο άλλος ο Χασάνης, και κουβεντιάζανε με
το συμπάθειο για τη ψευτιά εκείνη που κόλλησαν του Πανάγου και του
αφέντη μας αποδώ (δείχνοντας το μαραμένο, το θεόνεκρο το Μιχάλη),
γύρισε κ’ είπε ο Χασάνης πως αυτός αν είταν ελόγου του, θα του την
έπαιζε του κυρ Πανάγου.
— Σα να είχε κάποιο νόημα αυτό που είπε ο μουρτάτης. Αφορμή θα
γύρευε να σκεπάση τις μπερμπατιές του, λέει άλλος.
— Αυτός θα είνε ο σκύλος, ξαναλέει τρίτος.
— Τσιμουδιά το λοιπόν, τους κάνει ο Δημήτρης. Αφήστε μου τη
δουλειά εμένα. Αμέτε σεις όξω και κάμετε τον ανήξερο. Πέστε το και
των αλλονώνε να σωπαίνουν, το τι θα κάμω. Όποιος ανοίξη στόμα, την
τρώει την μπαλλοτέ.
Και ξεκινάει αμέσως κιόλας καταόξω, από το μέρος που έβλεπε προς
την τούρκικη τη μεριά. Ο Μιχάλης πάλε, κάμνοντας ο δύστυχος καρδιά
με το στανιό, τράβηξε σπίτι του να πάρη τη γυναίκα του και να πάνε
στου Γιάνη.
Τάξερε τα τούρκικα τα κατατόπια ο Δημήτρης σαν τα δικά τους. Και
το Χασάνη τονε γνώριζε και τις συνήθειές του. Πηγαίνει απ’
ασύχναστα καταράχια και κρυφοχώνεται σε ρουμάνι που παράπλευρα
περνούσε κάθε ταχυνή ο Χασάνης, διαβαίνοντας κι αυτός στις ελιές
του. Η ώρα του κιόλας. Το πήρε απόφαση να κάμη απατός του την
παίδεψη, μην τύχη και τα φέρη ο διάβολος και τους περάση υποψία
τους δικούς του. Άλλη μια μπαλλοτέ το λοιπό, να σκεπάση την πρώτη.
Το κακό έγινε που έγινε. Τώρα να καψομπαλωθή και να συχάση ο
κόσμος.
Δεν παραμόνεψε πολλή ώρα. Μπαμ! και κάτω ο ανυποψίαστος ο Χασάνης,
ό, τι αποτέλειωσε το ναμάζι του και ξεκινούσε με το γαδούρι.
Αστραπή ο Δημήτρης από βάτους, από θυμάρια, από βράχους και
ρημοτοίχια, και βρίσκεται σπίτι του.
— Αχ, και τάκουσες τα μαύρα τα μαντάτα; του λέει η κερά Φρόσω η
πεθερά του, άμα τον είδε.
— Και δεν τάκουσα; Έτρεξα κιόλας και του την έπαιξα του
βρωμόσκυλου. Την ίδια ώρα θα τους θαφτούνε και τους δυο.
Και της αποξήγησε τα γενάμενα.
Κουνούσε η γριά το μαγουληκωμένο κεφάλι της σα ν’ αγνάντευε
μεγάλες συφορές ομπροστά της. Δεν ξεστόμισε τίποτις όμως, παρά
τούβαλε του Δημήτρη να φάη. Νίφτηκε ο Δημήτρης, και κάθισε κ’
έφαγε.
— Εγώ θα πάω τώρα στου Γιάννη, λέει η γριά. Είνε λέει
απαρηγόρητος ο βαριόμοιρος. Και βράζουν λέει οι γαμπροί του από
καράζι. Να πάω να τους τα ξεμυστηρευτώ, πρι να τρέξουν και μας
τουφεκίσουν και κανέν’ άλλον Τούρκο και μας κατέβη τριπλή
φουρτούνα.
Έμεινε μονάχος του ο Δημήτρης.
11
Πέρασε δεν πέρασε μιαν ώρα, και ροβολάει κατά την κάτω την άκρη
του χωριού, τη Χριστιανική, ολότρεμη, σκιαγμένη, θειαφοκίτρινη η
Ασήμω. Ό, τι ανέβηκε να μαζέψη στου Χουσεήνη, κι ακούστηκε στα μέρη
της το δεύτερο το φονικό. Το πρώτο το είχε ακουσμένο πρι να
ξεκινήση από της θειας της, και ταρμήνευε μοναχή της. Ή ο Μιχάλης,
έλεγε τότε διαβαίνοντας, ή ο Δημήτρης. Ο Μιχάλης δεν μπορεί να
είναι, αυτός ξεφάντωνε πάλε μαζί του εψές. Είνε ο Δημήτρης που
μήτε τη μια μήτε την άλλη τη βραδινή δε φάνηκε στης Μιχάλαινας,
από το θυμό του. Ο Δημήτρης είνε. Καλά του την έφτιαξε, του
ψωροπερήφανου! Να μάθη αυτός.
Κ’ η θεόλαμπρη ομορφιά της, καθώς τα μουρμούριζε αυτά μονάχη της
ανεβαίνοντας στου Χουσεήνη το χτήμα, είταν αλλαγμένη καθώς αλλάζει
ο ουρανός με τη συννεφιά. Έρχουνται ώρες που παίρνει τέτοια όψη η
γυναίκα, που την ανιστορείς καθώς θα φαίνεται σα γεράση, ζαρωμένη,
με δίχως δόντι και δίχως χάρη. Τέτοια θάρρειες και φαίνουνταν η
Ασήμω εκείνη την ώρα.
Τώρα όμως που με το δεύτερο φονικό τη συνεπήρε η τρομάρα, μονάχη
χριστιανή εκεί απάνω μέσα στους Τούρκους, λυσσασμένους όλους με
τάξαφνο, ταδόκητο το κακούργημα, ροβολώντας η Ασήμω από χαμόδεντρα
κι’ από βράχους φαινότανε ζορκάδα πάλε λυγερή, γοργοκίνητη και
περίτρομη, που την κυνηγούσε λιμασμένο θεριό να τη φάη.
Τρύπωσε μες στο καλύβι της θειας της. Τη βρήκε και τοιμαζότανε για
το λείψανο.
Η θεια Πασκαλιά δεν πολύπαιρνε από μαριολιές. Στα γουρουνάκια της
περίφημη, καλή και για να πηγαίνη στην εκκλησιά, μα πιο μακρήτερα
το μυαλό της δεν έφτανε. Κάτι άκουσε κι αυτή για το σκοτωμό του
Πανάγου, μα να βάλη ο νους της δυο και δυο κοντά και να τα κάμη
τέσσερα, αυτό δεν το κατάφερνε η θεια Πασκαλιά. Συλλογίστηκε
μονάχα να πάη στο λείψανο, κ’ έβαζε τη μαύρη της μαγουλήκα σαν
έμπαινε η Ασήμω.
— Και τι θα κάμουμε μαθές τώρα σαν αγριέψουν οι Τούρκοι, που
είμαστε και στου χωριού την άκρη! γυρίζει και λέει της Ασήμως σαν
άκουσε το δεύτερο φονικό.
— Δε θα τα φαν τα γουρούνια σου οι Τούρκοι, κ’ έννοια σου. Μόνον
τρέχα στο λείψανο. Στάσου! νάρθω κ’ εγώ.
Στοχάστηκε πως καλλίτερα να πάη κι αυτή, μια και τους ξαπόλυκε
τους Τούρκους, να τάχη καλά με τους Χριστιανούς, ανίσως και σηκωθή
πόλεμος. Έρριξε λοιπόν κι αυτή ένα μαυρόρουχο από πάνω της,
τυλίχτηκε μαυρομάντιλο, έγινε πεντάμορφη χωρίς να το ξέρη, και
ξεκίνησε με τη θεια της, συνεφερμένη τώρ’ από την τρομάρα.
Ώσπου να κατασταλάξη στην εκκλησιά, τάμαθε όλα η Ασήμω. Τόξεραν
όλοι οι χριστιανοί του Δημήτρη το κάμωμα. Και τι πείραζε και να
τόξεραν. Όλοι τους ένα είτανε στην τουρκομάχητ’ απάνω, γυναίκες κι
άντρες. Ποιος τους τρελλάθηκε να τον καταδώση!
Μια ώρα να γυρίση μεσημέρι, κατέβαινε το λείψανο, τα ξεφτέρια
πρώτα πρώτα, έπειτα ο Πάτερ Χαράλαμπος ψέλνοντας με το θυμιατά στο
χέρι, κατόπι το ξυλοκρέββατο σηκωμένο από τέσσερες πανώριους
λεβέντηδες, έπειτα οι γυναίκες της φαμελιάς, κι ανάμεσα τους
μαυροφόρα η απαρηγόρητη η Βασιλική — που σαν πλερωμένη
μοιρολογούσε — η κερά Φρόσω σκυφτή κι ανομίλητη, οι αδερφάδες του
μακαρίτη σπαραγμένες και κείνες, κι άλλες πολλές. Κι ολοτρόγυρά
τους οι άντρες όλοι με τα τουφέκια. Έλεγες κ’ είτανε στράτεμα και
κατέβαινε.
Καθώς περνούσε το λείψανο από τη θύρα της εκκλησιάς, που
στεκόντανε μερικές από την παρακάτω τη γειτονιά κι απαντέχανε να
περάση και νακολουθήσουν κι αυτές, βλέποντας ένας την Ασήμω, ίσια
ίσια κείνος που έλεγε την αποβραδινή στο Καπελιό για τανίψι του
πως η μαζώχτρα του ρίχτηκε, της πετάει μια βρισιά.
Ξαφνίστηκε η Ασήμω. Θάρρεψε πως την έννοιωσαν, στοχάστηκε πως κι α
δεν την καλοννοιώσανε δε θαργήσουν, πως σήμερ’ αύριο κάποια μπορεί
να προβάλη και να την καταδώση ή του Δημήτρη ή του Μιχάλη πως αυτή
την πρωτόβγαλε τη θανάσιμη την καταλαλιά, αποφασίζει λοιπόν
αμέσως, πρι ναπολύση η νεκρώσιμη η ακολουθία, να σύρη κατά το
τουρκοχώρι και να σοφιστή τρόπο να τα ψήση μαζί με τους Τούρκους.
Σκύβει και λέει της θειας της πως μεταγυρίζει στο λιομάζωμα, κ’
ίσια στου Χουσεήνη το σπίτι. Ό τι γύριζε ο Χουσεήνης από το σπίτι
του Χασάνη, που τον είχαν ξαπλωμένο στη μέση και ξεφώνιζαν οι
γυναίκες του. Μαύρος από θλίψη κι από θυμό. Έτσι του ήρθε να
τραβήξη το λάζο του και να τα σπαράξη της Ασήμως τα στήθια, σαν
την πήρε η άγρια ματιά του.
— Τονε βρήκα το φονιά! προφταίνει αυτή και του κράζει. Κ’ έτρεξα
με την ψυχή στο στόμα να το πω του αφέντη μου.
— Και ποιος είν’ ο φονιάς; Α βαστούσες τουφέκι, θάλεγα πως εσύ
είσαι, βρωμόπιστη. Άλλος χριστιανός εδώ απάνω δε φάνηκε σήμερις.
— Ο Δημήτρης! Ο Κυρ Δημήτρης! Του Μιχάλη ο αδερφός!
— Πήγαινε μέσα να φας. Άιντε, παλιογλωσσού, άιντε! Ανίσως όμως
και μου λες ψέματα —
— Ψέματα; Να! Και σταυροκοπήθηκε.
— Να χαθής από δω, σκυλόπιστη, που αποκοτάς να μου κάμης και τον
παλιόσταυρό σου!
Κι άφαντη η Ασήμω.
12
Έγερνε ο ήλιος κατά το βουνό, ως δυο ώρες να βασιλέψη. Όλοι οι
δικοί συναγμένοι στου Γιάνη να παρηγορήσουνε τους θλιμμένους, κι
ας είχαν ατοί τους ανάγκη παρηγοριά, που τέτοιος πανώριος κρίνος
σε μια δύσεχτη ώρα έπεσε και μαράθηκε. Η Μιχάλαινα μάλιστα που
σταλήθεια τον αγαπούσε σαν αδερφό της, τόσο κατάκαρδα το πήρε, που
μήτε στιγμή δεν τον άφινε το Μιχάλη να λείψη από σιμά της. Να του
τα λέη και να του τα ξαναλέη, τα γλέντια, τα ξεφαντώματα, τις
χάρες και τα γέλοια, την καλοσύνη του και τη χρυσή του καρδιά, και
νάρθη λέει ο μαύρος ο χάρος να τα ρημάξη όλα και να τα
σκοτεινιάση. Και ποιος πια να πάη και να σφαλιχτή σπίτι του μέσα;
Όλοι, όλοι να μείνουν απόψε στου Γιάνη, να νυχτερέψουν
ανιστορώντας τα περασμένα, ίσως και βρούνε παρηγοριά.
Κάθε λόγος της χολοσκασμένης Βασιλικής δίστομο μαχαίρι στου Μιχάλη
τα σπλάχνα. Κόλαση καθώς που είταν η ψυχή του, ακόμα πιο
φοβερώτερη την έκαμνε το θέλημα της Βασιλικής — να νυχτερέψουνε
στου Πανάγου το σπίτι! Τι να κάμη ως τόσο, τόρριξε στο κρασί, κ’
έτσι σα να μούδιασε η ματωμένη καρδιά του.
Ο Δημήτρης ως τόσο σηκώθηκε νάβγη όξω.
— Για πού; ρωτούν οι άντρες.
— Να δούμε και τι χαμπάρια οι Τούρκοι.
— Μα δεν είπαμε να μη δείξουμε πόλεμο;
— Κι α δείξουν αυτοί; Κάποιος μας πρέπει να πάη και να δη το τι
σκοπούς έχουν. Πηγαίνω εγώ.
Βγήκε, πέρασε από το Καπελιό, κι αφού συναγροικήθηκε με μερικούς
άλλους, τράβηξε κατά τα Τούρκικα, από τόπους αδιάβατους πάντα, με
σωστή λαγού περπατηξιά.
Χώθηκε ανάμεσα στα πλοκάμια ενός βάτου, ως διακόσια βήματα από του
Σουλεημάνη τα δέντρα. Μάζευαν ελιές οι μαζώχτρες τους. Ο Τούρκος
όμως δεν φαίνουνταν πουθενά.
Συλλογίστηκε ο Δημήτρης να κόψη δρόμο από δίπλα, και πηγαίνοντας
τον τοίχο — τοίχο από πίσω απ’ άλλα ρουμάνια να ρίξη ματιά κατά τα
τούρκικα σπίτια, να μάθη τι κάμνουν, κ’ έπειτα να κατέβη από
τασυνήθιστο μονοπάτι που ανεβοκατέβαινε κ’ η Ασήμω.
Και καθώς πέρναγε και λαφροπηδούσε από βάτο σε βάτο, από δέντρο σε
δέντρο, σα δυσκολοθώρητο αγρίμι πούπρεπε να είνε μαθημένο το μάτι
σου να το ξεχωρίση — Μπαμ! ο Σουλεημάνης, που τον παραμόνευε από
δικό του κρυψώνα, ας είνε καλά η τετραπέρατη η Μαζώχτρα, που τονε
μυρίστηκε από την ώρα που πρωτανέβηκε και τα πρόφταξε του αφέντη
της• μια κουτρουβάλα λοιπόν, και κάτου ο Δημήτρης πρι να βραδιαστή
κ’ η δική του η τουφεκιά.
Κόβει το κεφάλι ο Τούρκος, το περιτυλίγει με ξεπαραλυμένο σακκί,
κι από σκοινί δεμένο τριγύρω το σφεντονίζει κάτω και κάτω, κατά τη
Βρύση πούβγαιναν κάθε βράδυ να νεροκουβαλήσουν οι Χριστιανοπούλες.
Το καναβάτσο ξεμπερδεύτηκε και πέταξε στο μισό το δρόμο, το κεφάλι
όμως κατρακυλώντας κι αντιχτυπώντας από βράχο σε βράχο έφτασε στον
τόπο που ήθελ’ ο Τούρκος. Τόννοιωσε ο Χουσεήνης από τα φοβερά
τσιριχτά εκεί κάτω πως βρέθηκε το σκιαχτερό του ριξίδι.
— Να μείνης εσύ εδώ απάνω απόψε, γυρίζει και λέει της Ασήμως, και
σέρνει τακέφαλο το κορμί μες στους βάτους. Δεν ξαναβρέθηκε ποτές
το κορμί εκείνο.
Μ’ όλη τους τη χολόσκαση που είχαν ανήμερα κιόλας θαμμένο το
Χασάνη, τόσο τη χάρηκαν την πλερωμή αυτή της ζημιάς τους, που
σκαρώσανε σωστό πανηγύρι τη βραδινή εκείνη στα δαδοφωτισμένα
λημέρια τους. Ακούγουνταν οι ταρμπούκες και τα τραγούδια ως την
κάτω την ενοριά, την ώρα που κάμανε γύρο κ’ έβαλαν καταμεσής τη
μαζώχτρα του Χουσεήνη, τη λυγερή την Ασήμω, και χόρεψε. Την
κοίταζαν αγριόχαροι, την τρώγανε με τα μάτια τους και με τακόλαστά
τους γνεψίματα, καθώς λύγιζε και τσακιζότανε με ξεβιδωμένους
αρμούς, καθώς χαμογέλαγε και χαμηλόβλεπε ανεμίζοντας τα χαριτωμένα
της μέλη, και πάλι στεκότανε μία στιγμή κοιτώντας τους και
λωλαίνοντάς τους με τα μάτια της εκείνα που αστράφτανε μες στω
δαδιών την αντιφεγγιά. Τους τάκαμνε όλ’ αυτά, να γενή το χατίρι
τους. Κι αν αποκοτούσε, ας μη χόρευε η Ασήμω· ας μην έβγαινε να
τους μαλακώση με τη μυριόχαρη παρουσία της. Μα και κάτι πιο
ακριβώτερα θα την πλέρωνε η μαζώχτρα την τούρκικη προστασία, μόνο
που ο Χουσεήνης μαγείρευε κι’ αυτός ένα δικό του σκοπό μέσα του
και δεν τα σήκωνε τα πολλά τους χαδέματα. Τη λογάριαζε για τον
Πασά της Κίσαμος αυτός.
Κάτου ως τόσο, στα Χριστιανικά τα λημέρια, θρήνους και κλάματα
πάλε, πάλε ξεφωνήματα και στηθοδαρμούς οι γυναίκες, λύσσα και
ξεφρένιασμα οι άντρες, σανε φέρανε του Δημήτρη το κεφάλι
ματοκυλισμένο, χωματιασμένο, αγνώριστο από τις λαβωματιές που
αποδέχτηκε κατρακυλώντας τα καταράχια.
Σηκώθηκε η θλιμμένη η συντροφιά από το σπίτι του Γιάννη και
τράβηξαν όλοι στης κερά Φρόσως.
Γνωστικιά γυναίκα, η κερά Φρόσω. — Τις απομάντευα τις συφορές
αυτές, έλεγε, τις είδα και στα νιάτα μου, Θεός το ξέρει και πόσες
ακόμα φορές θα τα ξαναδώ και θα τα ξαναθρηνήσω.
Σηκώθηκε τότες είχε δεν είχε ο Μιχάλης κ’ έτρεξε να πάη να βρη το
κορμί. Αδύνατο στάθηκε. Νανέβη ως τα Τούρκικα, δεν του φάνηκε και
πολύ γνωστικό, και δεν το συλλογίστηκε άσκημα. Πετιέται ως το
Καπελιό, να δη και να μάθη τι γίνεται. Ανάστατος ο κόσμος εκεί.
Έκαμε καρδιά, και στάθηκε και τους είπε να μην το κουνήσουν,
ειδεμή πέτρ’ απάνω στην πέτρα δε θαπομείνη, μήτε δέντρο απάνω στην
ρίζα του. Μα κι άλλοι δέκα να πέσουνε με το παραμόνεμα, πάλε
καιρός δεν είνε. Θάρθη η ώρα τους, κι ας μη νοιάζουνται.
— Όσο για παραμόνεμα, δική μου αράδα, ξαναείπε βλέποντας τους
χωριανούς ανοικονόμητους. Δική μου αράδα, και πάγω κιόλας, πρι να
το μυριστούν οι γυναίκες.
Τους κέρασε, και τράβηξε όξω. Τόβαλε στο νου του κάποιο να ρίξη
κάτω, μα ας είνε όποιος είνε, ίσως και βρουν ησυχία. Ο φταιξάρης
να βρεθή; δύσκολο πράμα. Σκαλώνει λοιπόν κι ανεβαίνει με το
φεγγάρι κατακεί που είτανε μαζεμένοι οι αλλόπιστοι και κάμνανε
ζιαφέτι. Σημαδεύει από κάμποσο αλλάργα ένανε στεκάμενο παραόξω,
του «παίζει» μια, και κάτου ο Χουσεήνης, πρι να ξημερωθή και
αυτουνού το βόλι.
Μια και δυο, πίσω στο Καπελιό, και τα λέει. Κατόπι στης κερά
Φρόσως, και τους είπε και κει πως το βόλι του βρήκε το νοικοκύρη
του. Είταν τώρα το κεφάλι του Δημήτρη μεταφερμένο στην εκκλησιά,
να κάμη ο Πάτερ Χαράλαμπος τα πρεπούμενα. Έτσι τόκρινε εύλογο η
γριά, να μην παραλυπηθή ο Μιχάλης.
Σκύβει ο Μιχάλης και κρυφολέει της Βασιλικής πως νάρθη μαζί του
σπίτι, κ’ έχει να της πη. Η κυρά Φρόσω που τίποτις δεν της
ξέφευγε, απατή της πήγε και τους παρακινούσε να πάνε και να
συχάσουν οι δυο τους ύστερ’ από τόσο παραδαρμό.
Τα μάντεψε η γριά. Ο Μιχάλης, μεθυσμένος τώρα όχι από κρασί παρ’
από τον ερεθισμό τέτοιας ματοκύλιστης μέρας, είνε αλήθεια πως δεν
πολυπονούσε αυτή την ώρα η καρδιά του. Σαν πυργώση ένα κακό,
φεύγει ο ψυχόπονος κ’ έρχεται η αφοβιά της απελπισιάς. Τέσσερα
φονικά μέσα σε μια μέρα, και τα δυο από το τουφέκι του, και τόνα
αδερφικό, κι ως τόσο σίδερο η καρδιά του. Ταυτί του δεν έδρωνε.
Ένα βαθύ βαθύ σκουλήκι τον κρυφότρωγε πάντα όμως, της Βασιλικής
του η έννοια. Τι θαπογίνη η γυναικούλα του, αν τύχαινε και
τίποτις. Ήθελε λοιπόν τώρα να την έχη σιμά του μονάχος του την
άγρια αυτή νύχτα. Κάτι σα να του κρυφόλεγε μέσα του πως ίσως είταν
η στερνή του στον κόσμο.
Κ’ είτανε σταλήθεια! Από τη μια έμπαινε σπίτι με την ακριβή του
Μιχάλαινα, κι από την άλλη οι παραφρενιασμένοι οι Τούρκοι έστελναν
την Ασήμω να πάη και να μάθη ποιος την έπαιξε τη στερνή τη
μπαλλοτέ.
Έτρεξε η Ασήμω στης θειας της, κι απ’ άκρες μέσες που άκουσε από
τη γριούλα βρήκε πάλε μονομιάς το φταιξάρη. Λέει της γριάς πως
πάει ναπονυχτερέψη με του Χουσεήνη το χαρέμι, πως τόταξε και
πρέπει, αφού το ψωμί τους τρώνε. Τσίριξε η γριά, ποιος την
ακούγει! Τράβηξε και ξαναπήγε ίσια στα Τούρκικα.
Το τι ακλούθησε την αποταχινή, δύσκολο δεν είνε να το μαντέψουμε
τώρα. Βρέθηκε ο Μιχάλης ξερός ολίγο παρέξω από την πόρτα του
πηγαινάμενος νανταμώση την κυρά Φρόσω στην εκκλησιά, νανάψουν ένα
καντήλι στου Δημήτρη το μνήμα. Οι ίδιες ιστορίες, το ίδιο κακό, το
ίδιο βουητό. Κατάντησε κόλαση η Παραμυθιά, που σαν τις αμαρτωλές
ψυχές γόγγυζαν κι αναστέναζαν όλοι τους, Χριστιανοί και Τούρκοι,
γυναίκες κι άντρες. Και μέσα στις φωνές εκείνες και τους
παραδαρμούς ξεχώριζες τα μοιρολόγια της χαροκαμένης Βασιλικής.
Ράγιζαν οι πέτρες με ταπελπισμένα ξεφωνητά της, καθώς
κουβαλιούνταν το λείψανο του Μιχάλη.
Έκλεισε η κερά Φρόσω το έρημο σπιτικό της και κατέβηκε στης
Μιχάλαινας να τη συντροφέψη και να πασκίση να γελάση τον πόνο της
με τις ψεύτικες τις παρηγοριές.
13
Τις δυο τρεις μέρες που ακολούθησαν, ακατάπαφτο παραμόνεμα,
απανωτές «μπαλλοτές», ατέλειωτα λείψανα, κι από τις δυο τις
μεριές. Κατάντησαν ως πέντε πεσμένοι από του Πανάγου το σπιτικό,
άλλοι πέντε από του Μιχάλη, κι ως εννιά Τούρκοι. Μαυροφόρεσε ο
κόσμος, πούλεγες και θανατικό πλάκωσε.
Πήγε η δουλειά ως ταυτί του Πασά. Κι ο Δεσπότης με την προσταγή
του Πασά γράφει του Εφημέριου και στέλνει Επίτροπο να γείνη κρίση
και να βρεθή ο φταιξάρης. Ο Πάτερ Χαράλαμπος, μισαποθαμμένος από
τον τρόμο, ίσως κι από το διάβαζε διάβαζε ακολουθίες, δεν πέρασε
από τον παραζαλισμένο του νου να καθίση και να ξεδιαλύνη τη ρίζα
και τη φύτρα του τρομερού του κακού που τους πλάκωσε, ίσως πάψη το
βάσανο. Όσο για τους άλλους Παραμυθιώτες, πού καιρός και πού
κεφάλι να στοχαστούνε και να κοιτάξουνε γύρω τους, ίσως και βρουν
τον τρόπο!
Όλοι φρενιασμένοι τρέχανε, όλοι ολόρθοι κοιμούνταν, με τις
υποψίες, με τα παραμονέματα, με τις τουφεκιές.
Σαν έφτασε λοιπόν ο Επίτροπος με τα γράμματα, και κλείστηκαν και
τα είπανε με τον Εφημέριο μια βραδινή, και τονε ρώταγε ο Επίτροπος
τόνα και τάλλο, έτυχε να ρωτήξη κι ανίσως κανένας Χριστιανός ή
Χριστιανοπούλα βρίσκεται με τους Τούρκους. Στοχάστηκε πως δε
γίνεται να πέφτουνε με τόση τάξη και γνωρισιά τα Τούρκικα τα βόλια
στους δικούς μας απάνω, και να μη δασκαλεύουνται οι Τούρκοι από
κάπου.
Αποκρίθηκε ο Εφημέριος πως είνε μια κόρη μαζώχτρα που τώρα και
μερικές μέρες τόρριξ’ εκεί απάνω εξ αιτίας λέει που ζητούσε το
μακαρίτη τον κυρ Πανάγο να την πάρη, και την πειράζανε καθώς
φαίνεται οι άλλες οι δουλεύτρες, και πήγε κι αυτή και μεροδούλευε
στα τούρκικα τα δέντρα· και πως εξ αιτίας πάλε που την έβρισε
κάποιος άλλος, κόλλησε στα τούρκικα μια και καλή, κ’ έρχεται
μονάχα, λέει, μια φορά το μερόνυχτο και φέρνει της θειας της ψωμί
κ’ ελιές. Και τόχει, λέει, μεγάλο καημό η γριά. Κ’ ήρθε, λέει, η
κακόσυρτη στο κελλί και τον παρεκάλειε τις προάλλες να πάη και να
τη μεταπείση, να μην τουρκέψη κιόλας η ανιψιά της. Μα δεν το
θάρρεψε ο Εφημέριος γνωστικό νανακατευτή ώσπου να πάψη η μάχητα
που τους έτρωγε τώρα.
— Να πάμε να τη δούμε αυτή τη γριά, λέει ο Επίτροπος. Απόψε
κιόλας.
Κατεβήκανε στης θεια Πασκαλιάς, και τη βρήκανε και συγύριζε
κούτσουρα και τσουκάλια πριχού να πλαγιάση. Ανατρόμαξε στην αρχή,
θαρρέψαντας πως είτανε Τούρκοι.
Κάθισαν κοντά στη φωτιά — λυχνάρι δεν είχε — κι άρχισε και την
ψιλορωτούσε ο Επίτροπος το τι ήξερε. Μη καλονοιώθοντας η γριά την
ουσία και το νόημα του τι γνώριζε, θωρώντας και τον Παπά που του
είχε μεγάλη ευλάβεια, τα κένωσε όλα του Επιτρόπου, πότε από τη
μέση καταπιάνοντας τη δουλειά, πότε από το τέλος, και πότε πάλε
από την αλφαβήτα. Από του Σαββάτου ταντάμωμα. Ως και του σταφυλιού
την ιστορία δεν την παράβλεψε.
Την άκουγε ο Επίτροπος, και τα στοίβαζε με τη σειρά τους μέσα στο
λογισμό του.
Εκεί απάνω ανοίγει η πόρτα, και ποιος να προβάλη; Η Ασήμω.
Χύμιξε μέσα σαν ποντίκι. Άξαφνα τους βλέπει και κοντοστέκεται.
Είχε κατέβη πάλε να δη και να μάθη.
Σα να της ήρθε να ξεχυμίξη και να γυρίση πίσω.
Σηκώνεται ο Επίτροπος και σφαλνάει την πόρτα.
— Πούθε έρχεσαι τώρα; τη ρωτάει ο Παπάς.
— Από της Χουσεήναινας, της χήρας. Έφερα της θειας μου φαεί,
αποκρίθηκε χαμηλόφωνα, και χαμηλόβλεπα η Ασήμω.
— Τώρα που είσ’ εδώ, κόρη μου, της λέει γελαζούμενα ο Επίτροπος —
που σαν κοσμογυριστής που είτανε βρήκε καιρό να καμαρώση και την
αγγελική ομορφιά της, — τώρα που είσ’ εδώ, πες μας, να σε χαρώ μια
κ’ είναι μαζί μας κι ο Δάσκαλος· τι σ’ έκαμε και πήγες κ’ είπες
πως ο Πανάγος τα είχε ψημένα με τη Μιχάλαινα;
Το γύρισε ο Επίτροπος από την υποψία στη βεβαιότητα, να την πιάση.
— Ξέρω και γω, αφέντη μου, να, έτσι μου ήρθε.
Και χαμηλώνει πάλε τα μάτια.
— Και τίνος το είπες;
— Να• της Λεμωνής, της Μορφούλας, και της Λενιώς. Όλες μαζώχτρες.
Έσυραν αυτές ύστερα και πήγανε, λέει, να μαζώξουνε στην Κάντανο,
και καλά Χριστούγεννα πια.
Άρχιζε κι αναθάρρευε η Ασήμω. Η πολύ η ντροπαλάδα δεν είτανε
φυσικό της. Είταν ο φόβος και τηνε συμμάζευε στην αρχή.
— Και τώρα για πού;
— Πίσω στης Χουσεήναινας. Δεν το είπα μαθές;
— Εγώ λέγω καλλίτερα νάρθης με το Δάσκαλο απόψε. Σε θέλει, κ’
έλα.
— Μα να τρέξω να το πω μια στιγμή.
— Όχι κάλλιο στο κελλί τώρα, κι αύριο το λες.
Θέλοντας μη θέλοντας την πήρανε στο κελλί, αφού καλονυχτίσανε τη
θεια Πασκαλιά.
Σκοπός του είτανε του Επιτρόπου να την κουβαλήση ταποταχύ στου
Δεσπότη, κι ας αποφασίση εκείνος κι ο Πασάς το τι να την κάμουν.
14
Την πέρασε η Ασήμω στο κελλί τη νυχτιά της. Δεν καλόξερε και γιατί
την είχαν εκεί, μα κάτι έκοβε το μυαλό της και δεν έβρισκε
ανάπαψη. Όντας όμως καλά φυλαγμένη, δεν μπορούσε και να ξεκόψη.
Το πρωί πρωί, ό τι έφεξε, μεγάλο πάλε βουητό, μεγάλο κακό στο
χωριό από τη μιαν άκρη ως στην άλλη! Η μαζώχτρα! Η μαζώχτρα η
Ασήμω τάφτιαξε όλα! Ψυχή δεν απόμεινε που δεν τόξερε πως την
είχανε φυλακισμένη μες στο κελλί, και πως θα τηνε φέρουνε του
Δεσπότη. Ως και στα Τούρκικα πήγε αστραπή το χαμπάρι.
Χριστιανοί και Τούρκοι, όλοι όξω φρενών, πούγινε αφορμή μια
μαζώχτρα και ρήμαξε το χωριό. Και τέτοια η λύσσα τους, που
αδέρφιασαν Χριστιανοί και Τούρκοι ανήμερα και χύμιξαν ανακατωμένοι
στης Εκκλησιάς την αυλή «να τη σπαράξουν τη σκύλα». Πού πια τώρα
να τους εναντιωθή Εφημέριος, πού να δείξη στήθος Επίτροπος! Την
έφεραν όξω σέρνοντάς την από τα μαύρα μαλλιά της. Ολότρεμη αυτή,
και σαν το πουλί μπρος στη γάτα αποσκιασμένη κι ασάλευτη, μήτε
λόγο μήτε γογγητό δεν ξεστόμισε, παρά έπεσε λιγόθυμη στο κατώφλι
της θύρας. Κι ό τι κάμανε να της ξαναρριχτούν οι αποτρελλαμένοι οι
Παραμυθιώτες, πρόβαλε η βαριόμοιρη η Μιχάλαινα μαυροφόρα πάντα,
κατάχλωμη και με τα μάτια κοκκινισμένα από το κλάψε κλάψε, και με
φωνή τρεμάμενη τους παρακάλειε, Χριστιανούς και Τούρκους, να την
αφήσουνε του Γέροντα και του Επιτρόπου.
Το σεβάστηκαν το θέλημα της χαροκαμένης κι αποτραβηχτήκανε με το
στανιό και μ’ αγριεμένα μουρμουρητά οι Παραμυθιώτες. Εκεί όμως που
κοίτουνταν ακόμα η Ασήμω λιγόθυμη, έρχεται αλάθευτο βόλι μακρόθε
και της ταφίνει μια για πάντα κλεισμένα τα πανώρια της μάτια.
15
Πέρασε η μέρα εκείνη με τάγρια τα ξεφαντώματα, που τάχα γλύτωσε το
χωριό. Την αυριανή ως τόσο, σα συνέφερε πάλε ο κόσμος, άρχισαν και
τα ξανασκάλιζαν και τα ξαναγύριζαν από τη μια κι από την άλλη, να
μην είναι τάχα κι άλλος φταιξάρης. Δεν τους έσωνε η Μαζώχτρα. Με
τα λόγια λοιπόν του ενού, με τις αβανιές του αλλουνού, αρχίζει κι
ανάμεσα στις δυο φαμελιές, Πανάγου και Μιχάλη — όσοι δεν
αποδιαβάστηκαν από τα πριν — η αναπόφευγη η λογοτριβή, το καράζι,
η ζούλια, το μάλωμα. Αποφασισμένοι να παν κι αυτοί πριν την ώρα
τους.
Μέρες και μέρες βάσταξε αναμεταξύ τους η μπροσκάδα, η μπαλλοτέ και
το φονικό. Ώσπου άλλος άντρας δεν έμεινε μήτε από τόνα μέρος μήτε
από τάλλο παρά ένας και μονάχος, ο Γιάνης, ο λιγομίλητος, ο
μελαχολικός, ο συλλογισμένος εκείνος ο Γιάνης μου.

Σχετικά άρθρα:

* Ο Βουρκόλακας – θεατρική κριτική

* Ο μπάρμπα – Γιάννης κι ο γάδαρός του – διήγημα

* Η Αγγέλικα – διήγημα

Εκτύπωση
diaxeiristis“Η Μαζώχτρα”. Διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη

Related Posts