Αθηνά Μαξίμου – γυναίκα, ουσία, όνειρο

69

Της Ειρήνης Αϊβαλιώτου

Οι θεατρόφιλοι της χρωστάμε μία από τις ωραιότερες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων, της “Βασιλικής”, της γυναίκας που ζει τον απόλυτο έρωτα, αφοσιώνεται και προδίδεται. Τη “Βασιλική” η Αθηνά Μαξίμου την ενσάρκωσε με θηριώδη ενέργεια και ζωντανεύοντας όλο το συναισθηματικό φορτίο του ρόλου. Μας γοήτευσε με βάσανα, δάκρυα και χαμόγελα. Μας αποκάλυψε μια ηρωίδα που αποστηθίζει τα φιλιά και το ερωτικό πάθος. Ως άνθρωπος μοιάζει να διασχίζει τη ζωή με έναν προβολέα να ακολουθεί τα βήματά της, φωτίζοντάς την συνεχώς. Είναι η λάμψη του ταλέντου. Σαν τη σταρ που ερμηνεύει δικούς της μύθους. Μια δυνατή, όμορφη ηθοποιός, κομψή και τέλεια. Η Αθηνά Μαξίμου έχει μια συμπαθητική φυσικότητα, φτιαγμένη από καλούς τρόπους και συνετή ευφυΐα. Είναι ευλογία και πνοή, βαθύτατος στοχασμός και διεισδυτικότητα. Το ωραίο πρόσωπο του κόσμου μας, που στη σκηνή μας ξαφνιάζει και μας αναγκάζει να σταθούμε στην απεραντοσύνη της. Γυναίκα, ουσία, όνειρο. Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, προερχόμενη από ένα μωσαϊκό πολιτισμών και εθνικοτήτων, είναι η ίδια η θάλασσα που βρέχει τη ζωή μας. Λύπη, χαρά, άνεμος που αναπνέει στην καρδιά μας. Στη συνέντευξη μου διηγήθηκε μια συγκινητικά υπέροχη ιστορία για ένα 3χρονο παιδί που μετά την ευθανασία του σκύλου του, είπε την πιο σοφή αλήθεια που διέπει τη φύση, για μας τους ανθρώπους που δυσκολευόμαστε να μάθουμε την αγάπη γι’ αυτό χρειάζεται να ζούμε πιο πολλά χρόνια από τα ζώα μήπως και την καταλάβουμε. Η συναρπαστική Αθηνά σηκώνεται σαν βόμβος μάχης και σαν ξεφάντωμα φαντασίας στο θέατρο. Είναι ένα άπλετο φως που μας παροτρύνει να ερωτευτούμε τη ζωή μας με ζήλο.

Διαβάστε τη συνέντευξη.

Φωτογραφίες: cat is art

 

* Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη όπου και μεγάλωσα. Η καταγωγή μου είναι ένα παράξενο μωσαϊκό εθνικοτήτων και πόλεων: μια προγιαγιά Γερμανίδα, ένας προπάππος Φραγκοσυριανός, ένας παππούς γεννημένος και μεγαλωμένος στο Παρίσι, ένας παππούς γεννημένος και μεγαλωμένος στην Άγκυρα της Τουρκίας και όλη αυτή η περιπέτεια πολιτισμών και πόλεων κατέληξε στη Θεσσαλονίκη με τον πατέρα μου γεννημένο και μεγαλωμένο εκεί και τη μητέρα μου γεννημένη στη Δράμα και μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη.

Ποιες είναι οι πιο αγαπημένες αναμνήσεις από την παιδική σου ηλικία;

* Είναι πολλές… Θυμάμαι να παίζω στον πεζόδρομο της Δημητρίου Γούναρη, μόλις άνοιγε ο καιρός, και να πλημμυρίζει τα αυτιά μου ο ήχος από τα κελαϊδίσματα των χελιδονιών που έσχιζαν τον καθαρό απογευματινό ουρανό! Τον παππού μου, που δεν έλεγε το «ρ», με τόση γλυκιά τρυφερότητα να μου δίνει χαρτζιλίκι για να πάρω παγωτό! Τη μητέρα μου με παιχνιδιάρικη διάθεση να προσπαθεί να μου δαγκώσει τη μύτη από αγάπη κι εγώ να χαχανίζω και να προσπαθώ να της ξεφύγω! Τον πατέρα μου να δρασκελίζει με τα ψηλά του πόδια τους δρόμους και τα πεζοδρόμια κι εγώ, κρατώντας τον από το χέρι, με τα τοσοδούλικα ποδαράκια μου, να τρέχω για να διανύσω την ίδια απόσταση! Τη γιαγιά μου να έρχεται πάντα να με πάρει από το σχολείο και να με απαλλάσσει από τη βαριά μου τσάντα δίνοντάς μου ως αντάλλαγμα την πιο νόστιμη λουκανικόπιτα! Την άλλη μου γιαγιά να με ντύνει σαν πορσελάνινη κουκλίτσα και να με αρωματίζει με τα πιο μεθυστικά αρώματα. Τις παιδικές μου φίλες ξαπλωμένες μαζί κάποια βράδια, χωρίς να σταματάμε να μιλάμε και να γελάμε μέχρι που να μας υπνωτίσει η παιδική μας κούραση! Και τόσα άλλα…

Ποια ήταν η πρώτη παράσταση που παρακολούθησες στη ζωή σου; Γιατί τη θυμάσαι;

* Η πρώτη παράσταση που είδα ήταν στο θέατρο του Λυκαβηττού, όταν ήμουν τριών ετών. Ήταν τα μπαλέτα του Μορίς Μπεζάρ και η υπέροχη χορογραφία του «Bolero». Ακόμα θυμάμαι με πόση έκσταση παρακολουθούσα τα σώματα να κινούνται, και κυρίως εκείνο το σώμα -μόνο του- πάνω στο κατακόκκινο στρογγυλό πατάρι. Θυμάμαι ότι όταν τελείωσε γύρισα στη μητέρα μου και με μεγάλη αγωνία τη ρώτησα: «Τελείωσε; Δεν έχει άλλο;». Είχα νιώσει κάτι πολύ μεγάλο, κι αυτό το μεγάλο αργότερα έμαθα πως λέγεται Τέχνη.

Πότε και γιατί αποφάσισες να ασχοληθείς με το θέατρο; Ποιοι άνθρωποι σε ενθάρρυναν και ποιοι δάσκαλοι σε καθόρισαν;

* Νομίζω από πολύ μικρή. Ένιωθα πως το θέατρο είναι μια χώρα που η φαντασία μου μπορεί ανενόχλητα να είναι ελεύθερη και ήταν πολλοί οι άνθρωποι που με ενθάρρυναν και στήριξαν αυτήν μου την ανάγκη με κυρίαρχη τη μητέρα μου. Και ναι, μετά ήρθαν οι δάσκαλοι που σε όλους -κακούς και καλούς- χρωστάω από κάτι… κάτι που έκλεψα, κάτι που μιμήθηκα, κάτι που θαύμασα, κάτι που αρνήθηκα, που απέρριψα, που μίσησα… Από όλους κέρδισα κάτι σημαντικό. Εκείνος όμως που του χρωστάω πολλά, που εκτιμώ βαθιά και που αγαπώ πολύ είναι ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Είναι ο άνθρωπος που με έκανε να καταλάβω πως για να συμβεί θέατρο πρέπει πριν από αυτό και έπειτα από αυτό να αγαπάς τη γλώσσα, το λόγο και άρα τη σκέψη.

Πώς γνωρίστηκες με τη Λίνα Ζαρκαδούλα και κάνατε τη «Βασιλική»; Τι θα έλεγες γι’ αυτή τη συνεργασία;

* Με τη Λίνα είχαμε συνεργαστεί ήδη σε μία παράσταση όπου τότε που ήταν βοηθός σκηνοθέτη και νιώθω πραγματική ευλογία που ξανασυναντηθήκαμε. Το ταξίδι που κάναμε μαζί στη «Βασιλική» είναι από τα ωραιότερα πράγματα που μου έχουν συμβεί σε αυτήν την δουλειά. Ήμασταν δύο διαφορετικοί άνθρωποι, δύο γυναίκες, μία σκηνοθέτις και μία ηθοποιός που δεν διστάσαμε να σκάψουμε μαζί και κατά μόνας στις πιο κρυφές μας και απομονωμένες περιοχές. Καταφέραμε, συμπαρασύροντας η μία την άλλη, να έρθουμε αντιμέτωπες με τα δάκρυα που πάγωσαν, τους φόβους που ξέρουν καλά να κρύβονται, τις απογοητεύσεις που ακόμη θρηνούν, τις αναζητήσεις που καίγονται, τους έρωτες που πέθαναν, τα ψέματα και τις αλήθειες που μπερδεύονται, τις συμπληγάδες αγωνίες, το φως που καμιά φορά τυφλώνει, τα σκοτάδια που συνηθίζονται… και όλα αυτά με μόνο σκοπό να φτάσει να πατήσει η ύπαρξή μας στην κοινή μας πατρίδα, τη «Βασιλική».

Η συγγραφέας της «Βασιλικής», Βάσω Νικολοπούλου, πώς αντέδρασε όταν είδε το διήγημά της να μεταφέρεται από το χαρτί στη σκηνή;

* Η κυρία Νικολοπούλου από την αρχή όλου του εγχειρήματος, ήταν τόσο διακριτική και ταυτόχρονα είχε μία τόσο γλυκιά και αθώα περιέργεια για το πώς άραγε θα καταφέρναμε να κάνουμε το κείμενό της σκηνική πράξη, που όταν μας ρωτούσε «κορίτσια πώς πάει;» είχε πάντα μία κοριτσίστικη χαρά συνοδευόμενη από μια έκπληξη στα μάτια της. Το ευτύχημα είναι πως μάλλον δεν την απογοητεύσαμε. Νομίζω ότι όπως εμείς, η Λίνα κι εγώ, συγκινηθήκαμε όταν πρωτοδιαβάσαμε τη «Βασιλική», έτσι κι εκείνη συγκινήθηκε με τον τρόπο που αναγνώσαμε σκηνικά το κείμενό της.

Σου έδωσε κάποια συμβουλή;

* Όχι, ποτέ, αλλά της την έκλεψα: Όταν στην αρχή των προβών κάποια στιγμή την καλέσαμε και της ζήτησα να μας διαβάσει η ίδια τη «Βασιλική», λέγοντας ότι θα μου ήταν πολύ βοηθητικό να άκουγα την ίδια να διαβάζει το κείμενό της. Κι έτσι άκουσα ποιότητες που άλλες δεν τις είχα φανταστεί και άλλες τις επιβεβαίωνα. Άκουσα τους χώρους που άνοιγε η τονικότητα της δικής της φωνής. Έκλεινα τα μάτια και άκουγα τα άλλα τοπία που έφτιαχναν οι δικές της λέξεις στο δικό της στόμα. Αυτό ήταν η καλύτερη και η πιο χρήσιμη συμβουλή που κατάφερα να της κλέψω!

Πώς θα χαρακτήριζες τη Βασιλική ως άνθρωπο;

* Δεν ξέρω αν μπορώ να χαρακτηρίσω τη Βασιλική ως άνθρωπο, γιατί για μένα δεν είναι άνθρωπος, είναι δυνάμεις ή ίσως είναι πολύ άνθρωποι μαζί! Τη Βασιλική, για μένα τη διέπει μια οικουμενικότητα. Την οικουμενικότητα που έχει ο έρωτας στην ανθρώπινη φύση, η αφοσίωση, η προδοσία. Είναι μια φιγούρα αρχετυπική που μιλάει για τον απόλυτο έρωτα και την αντοχή που χαρίζει η δύναμή του, τη μνήμη, την πίστη, την αναμέτρηση με τα μεγάλα αισθήματα, και την ποίηση που προκύπτει απ ᾽ αυτά… με ένα λόγο παραληρηματικό, ορμητικό, άλλοτε ανάλαφρα, με την τάξη και την επιμέλεια που έχει η λογική κι άλλοτε από τα βάθη και τα σκοτάδια της ψυχής, με την ορμή και την αταξία που επιβάλλει η ποίηση.

Ύστερα από κάθε παράσταση είσαι δακρυσμένη. Στην τελευταία μάλιστα έκλαψες. Τι σε συγκινεί τόσο πολύ;

* Το ελλιπές! Αυτή η παραδεισένια κόλαση του ελλιπούς στην οποία είμαστε καταδικασμένοι όλοι οι άνθρωποι! Και αυτό μου το ψιθύριζε κάθε φορά η «Βασιλική».

Η θέση του καλλιτέχνη είναι πάντα απέναντι από την εξουσία;

* Δεν ξέρω αν είναι απέναντι. Αυτό που ξέρω είναι, ότι σίγουρα δεν πρέπει να είναι στην ίδια θέση. Νομίζω πως αν υπήρχε κάπου η εικόνα του «καλλιτέχνη» και κάπου αλλού η εικόνα της «εξουσίας» και κάποιος κατάφερνε να βάλει τη μία εικόνα μέσα στην άλλη, η σύνθεση που θα προέκυπτε θα είχε κάτι τερατόμορφο.

Από το 2009 έχουν αλλάξει πολλά στην ελληνική κοινωνία. Εσένα πώς σε επηρέασαν οι αλλαγές αυτές; Επίσης πώς επηρέασαν το θέατρο και τις τέχνες γενικότερα;

* Με τρομάζει αυτό που φανερώθηκε όταν μας πήραν το κοστούμι της ευημερίας. Νομίζω ότι όλοι ξέραμε πως κάτι άρρωστο υπήρχε πίσω από αυτό το κοστούμι, και με έναν τρόπο όλοι μας λίγο πολύ ήμασταν συνένοχοι σε αυτό το αργό έγκλημα. Αλλά αυτό που φανέρωσε η γύμνια μας είναι τρομακτικό: ένα σώμα που δεν είναι άρρωστο, αλλά σάπιο, ένας άρρωστος που δεν έχει καμία ελπίδα σωτηρίας, γιατί οι γιατροί που τον κουράρουν αντί να στραφούν προς τον άρρωστο, στρέφουν ο ένας προς τον άλλον τα νυστέρια τους με μόνο σκοπό να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον. Και οι συγγενείς και οι φίλοι ακινητοποιημένοι σκέφτονται πώς θα βρουν τρόπο για να γλιτώσουν τα έξοδα της κηδείας. Κι ο ασθενής;… Έχει μόνο το παρελθόν του και την ιστορία του γραμμένη σε κάτι παλιά βιβλία, σε κάτι παλιές πέτρες που ξένοι τη διαβάζουν και μαθαίνουν να τη δημοπρατούν.

Ποια εμπόδια πρέπει να ξεπεραστούν για να μπορέσει κάποιος να ασχοληθεί με την τέχνη;

* Καταρχήν τα εμπόδια για τον κάθε έναν είναι μια προσωπική υπόθεση και είναι μια λέξη, όπως και άλλες πολλές, που για τον κάθε έναν χωριστά έχει διαφορετική εσωτερική μετάφραση. Αλλά έτσι κι αλλιώς όσα εμπόδια κι αν ξεπεραστούν πάντα έρχονται κι άλλα ή τα ίδια με άλλο πρόσωπο. Οπότε δεν νομίζω ότι το θέμα είναι το να τα ξεπεράσει κανείς ή να τα προσπεράσει, το θέμα είναι να τα συνειδητοποιήσει, να τα αφουγκραστεί και να τα επεξεργαστεί έτσι ώστε να είναι καλύτερα προετοιμασμένος για την επόμενη εμφάνισή τους. Εξάλλου όλη η τέχνη μας δείχνει με το δάχτυλο μόνον ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με εμπόδια και τη διαδρομή που κάνουν σε σχέση με αυτά.

Ποια μέρα της ζωής σου θα μείνει ανεξίτηλη;

* Η ελπίδα της ζωής μου είναι να μην είναι μόνο μία η μέρα που θα μου μείνει ανεξίτηλη. Κι ευτυχώς προς το παρόν νομίζω πως καταφέρνω να έχω πολλές. Άλλες που σφύζουν από ευτυχία όπως είναι η μέρα που παντρεύτηκα, η μέρα που ξεγέννησα το σκυλί μου, η μέρα που ένιωσα σε παράσταση τέτοια πληρότητα και αισθανόμουν ότι δεν πατούσαν τα πόδια μου στη σκηνή… Κι άλλες που είναι εδώ για τον πόνο που μου έδωσαν, όπως τη μέρα που έχασα τον πατέρα μου, τη μέρα που έμαθα ότι ο αγαπημένος μου φίλος σκοτώθηκε με τη μηχανή του, τη μέρα που χώρισα από ένα μεγάλο έρωτα…

Η ζωή του καλλιτέχνη έχει αγωνίες, έρευνα, απογοητεύσεις και συνεχές τρέξιμο. Πώς προσαρμόζεις την καθημερινότητά σου και πώς προετοιμάζεσαι ψυχολογικά για τυχόν αντιξοότητες;

* Δεν μπορώ να πω πως έχω κάποια συνταγή για να προετοιμάζομαι για τις τυχόν αντιξοότητες. Προσπαθώ να είμαι απλά ανοιχτή στη ζωή και στα δώρα της, να αφουγκράζομαι τους ανθρώπους, να μην καταπιέζω τα συναισθήματά μου, να διαβάζω τα συμφραζόμενα, να αναλαμβάνω το χώρο που παραχωρώ ή δεν παραχωρώ στους άλλους ανθρώπους και κυρίως έτσι να μην πέφτω απ’ τα σύννεφα για συμπεριφορές που δήθεν δεν τις περίμενα.

Τι βαρύτητα δίνεις στις κριτικές; Ωφελούν; Υπήρξαν κριτικές που σε πίκραναν;

* Όλες οι κριτικές που γίνονται με σεβασμό στον άνθρωπο που κρίνουν, ωφελούν. Παλαιότερα πληγωνόμουν από κριτικές που γραφόντουσαν -όχι μόνο για μένα, αλλά για οποιονδήποτε συνάδελφο- με αλαζονεία και χυδαιότητα ή με μόνο σκοπό να θρέψουν μια συμπάθεια ή μια αντιπάθεια. Τώρα πια αυτές οι κριτικές απλά δεν με αφορούν, δεν με ενδιαφέρουν, δεν είναι της δικής μου σκέψης και αναζήτησης .

Aνάμεσα σε θέατρο και κινηματογράφο τι θα διάλεγες και ποια η διαφορά τους για τον ηθοποιό;

* Δεν θα διάλεγα… Έχω πάρει μεγάλες χαρές και από τον κινηματογράφο και από το θέατρο. Ναι, φαινομενικά είναι δύο διαφορετικά μέσα υποκριτικής, αλλά για μένα δεν υφίσταται θέμα προτίμησης.
Θεωρώ πως η εσωτερική διαδικασία για τον ηθοποιό μέσες άκρες είναι ίδια σε θέατρο και κινηματογράφο. Η διαφορά έγκειται στον τρόπο που θα εξωτερικευτεί αυτή η εσωτερική δουλειά και διαδρομή. Στον κινηματογράφο ανάλογα με το φακό, το πλάνο ή το κάδρο συγκεντρώνεις αυτό που θέλεις να πεις στο βλέμμα, στα χέρια, στο πρόσωπο ή αν το πλάνο είναι γενικό σε όλο το σώμα κι εκεί ίσως κλέβεις και λίγο, καθώς χάνεται η λεπτομέρεια. Στο θέατρο επειδή ο κάθε θεατής μπορεί να κοιτάξει όπου θελήσει, πρέπει από όλη σου την ύπαρξη να στέλνεται το μήνυμα αυτού που θέλεις να δείξεις ή να πεις, ενώ στον κινηματογράφο πρέπει να ξέρεις κάθε φορά ποιο σημείο θα επιστρατεύσεις για να μιλήσεις. Ίσως αυθαιρετώντας να έλεγα πως στον κινηματογράφο το σημαίνον είναι η εικόνα, ενώ στο θέατρο είναι ο λόγος.

Η περιέργεια, η κατασκοπεία και η παρατηρητικότητα πόσο απαραίτητα είναι στον καλλιτέχνη;

* Μόνον αυτά είναι απαραίτητα. Και είναι απαραίτητα σε όλα τα επίπεδα. Πρέπει να είσαι περίεργος, κατασκοπευτικός και παρατηρητικός στη γλώσσα, στους άλλους ανθρώπους, στον εαυτό σου, στη φύση, σε κάθε κίνηση και κάθε ακινησία της ζωής, σε κάθε δράση και σε κάθε αντίδραση της ύπαρξης, όλα να είναι σε διαστολή μέσα σου. Να καταδέχεσαι τη ζωή με μεγάλες και βαθιές ανάσες, να μην αποφεύγεις να εισπνεύσεις το ξένο, το αλλούτερο και να μην τσιγκουνεύεσαι να εκπνεύσεις τη δική σου μοναδικότητα. Και βέβαια όλα αυτά κάνοντάς τα καθημερινή πρακτική στη ζωή, έτσι ώστε όταν ανεβαίνεις πάνω στη σκηνή να μη χρειάζεται καμία ανάλυση, καμία σκέψη, όλα αυτά να συμβαίνουν αυτόματα, ασυνείδητα… και αυτό για μένα σημαίνει σωστή σκηνική λειτουργία. Στη σκηνή βρίσκεσαι στον αστερισμό του συμπυκνωμένου ζενίθ του ρήματος «πράττω».

Η τέχνη είναι η ζωντανή απόδειξη των αλλαγών σε μια κοινωνία;

* Η κοινωνία και η τέχνη έχουν μια σχέση αλληλεπίδρασης. Μία κοινωνία έχει πάντα την τέχνη που της πρέπει και της αναλογεί. Και τείνω μερικές φορές να πιστέψω πως μάλλον οι αλλαγές στην τέχνη είναι η ζωντανή απόδειξη της κοινωνίας. Δηλαδή μάλλον η κοινωνία υπερισχύει από θέμα επιρροής έναντι της τέχνης. Τουλάχιστον έτσι έχει αποδείξει η Ιστορία, αν σκεφτεί κανείς το παράδειγμα του Μεσαίωνα -την κοινωνία και την τέχνη του- σε αντίθεση με την αναγέννηση ή τον χρυσό αιώνα του Περικλή. Όταν μία κοινωνία ανθεί, ανθεί και η τέχνη της, και όταν μια κοινωνία σαπίζει μάλλον συμπαρασύρει και την τέχνη της εποχής της. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν φωνές που προσπαθούν, παλεύουν και αντιστέκονται, ούτε επίσης ότι η τέχνη χάνεται. Η τέχνη θα είναι πάντα εδώ γιατί πάντα θα υπάρχει ο άνθρωπος που χρειάζεται άλλες περιοχές για να ανταμώνει με το συλλογικό ασυνείδητο, για να ερωτάται, για να ταξιδεύει, για να επιθυμεί να βλέπει τις σκιές του στο φως.

Είσαι αναμφισβήτητα μια ωραία παρουσία. Η ομορφιά είναι η καλύτερη συστατική επιστολή, κατά τον Αριστοτέλη. Θέλεις να το σχολιάσεις;

* Η ομορφιά για μένα είναι ένα σύνολο πραγμάτων και ένας συνδυασμός τόσο εξωτερικών όσο και εσωτερικών χαρακτηριστικών, πολλές φορές κυρίαρχων από τις ατέλειες που προσθέτουν στην ομορφιά και την απαραίτητη γοητεία. Αναμφισβήτητα ένας άνθρωπος που είναι εξωτερικά όμορφος έχει μία καλή συστατική επιστολή που όμως, αν δεν συνάδει με μία εσωτερική ευγένεια, με ψυχικές αρετές, καταλήγει, αυτή η συστατική επιστολή, να είναι ανυπόγραφη και άρα να είναι με έναν τρόπο ελλιπής, με κίνδυνο τελικά να είναι άχρηστη.
Μια ομορφιά κούφια και κενή εύκολα απομυθοποιείται από την ίδια τη ζωή, αλλά κυρίως από το χρόνο.

Όταν προετοιμάζεσαι για ένα ρόλο σε μια ταινία ή σε μια παράσταση «διακατέχεσαι» από το έργο και την ηρωίδα στην οποία δίνεις ζωή;

* Δεν διακατέχομαι με την έννοια να γίνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Αυτό που με απασχολεί είναι να μπορέσω να ερευνήσω νοητικά, συναισθηματικά και υποσυνείδητα μία άλλη περιοχή, έναν άλλον τρόπο αντίληψη της ζωής, μέσα πάντα από αυτό που εγώ είμαι (γιατί κανείς δεν ξεφεύγει από αυτό που είναι). Με συντροφεύει, με επισκέπτεται, κάνει εφόδους εκεί που δεν το περιμένω γιατί απασχολεί το συνειδητό και το υποσυνείδητό μου, γιατί με αφορά.

Σε ποια θεατρικά έργα θα ήθελες να παίξεις και ποιους ρόλους να υποδυθείς;

* Είναι αρκετά αυτά που έχω στο μυαλό μου και που θα ήθελα να κάνω, παρ’ όλα αυτά όμως νομίζω πως αυτό που μετράει σε αυτές τις επιθυμίες δεν είναι τόσο οι ίδιες οι επιθυμίες και η πραγμάτωσή τους, όσο το πώς και οι συνθήκες στις οποίες θα συμβούν.
Υπάρχει μία κυριότερη επιθυμία και αυτή είναι ότι πάντα θέλω να ξεπερνάω τον εαυτό μου, να τον εκπλήσσω, να τον στριμώχνω, να τον φέρνω αντιμέτωπο με πράγματα που φαινομενικά του φαίνονται ακραία.
Αυτό που τριβελίζει το μυαλό μου τον τελευταίο καιρό είναι ότι θα ήθελα να παίξω έναν ανδρικό ρόλο.

Τι θεωρείς αντιαισθητικό και χυδαίο;

* Οποιαδήποτε προσπάθεια έχει στόχο να προσβάλει και να μειώσει μία άλλη ύπαρξη.

Τι σημαίνουν για σένα οι λέξεις «φόβος» και «θυμός»;

* Ο φόβος έρχεται πάντα από ό, τι σημαίνει θάνατος. Φοβόμαστε πάντα όταν κινδυνεύει κάτι να τελειώσει, φοβόμαστε ακόμα και στην πιθανότητα ότι κάτι θα τελειώσει ή κάτι θα χάσουμε. Ο θυμός πάλι είναι απόληξη του αισθήματος ότι κάποιος ή κάτι μας αδίκησε και μας στέρησε κάτι. Και το τέλος ή ο θάνατος μας δημιουργεί το αίσθημα ότι κάποιος μας αδίκησε και μας στέρησε κάτι.
Οπότε θεωρώ πως ο «φόβος» και ο «θυμός» είναι η λάθος διαχείριση του Τέλους.

Οι λέξεις «αγάπη» και «έρωτας»;

* Η αγάπη είναι επιλογή. Ο έρωτας είναι η ερώτηση πριν από την επιλογή.

Ποιους συγγραφείς διαβάζεις;

* Αγαπώ βαθιά τον Ντοστογιέφσκι, τον Πεσσόα, τον Ρίλκε, τον Σαραμάγκου, τον Μπότο Στράους, τον Δημήτρη Δημητριάδη, τον Τόμας και τον Κλάους Μαν, τον Θανάση Βαλτινό…

Τέλος, ποια είναι η σχέση σου με τα ζώα; Συμβιώνεις με κάποιο κατοικίδιο;

* Ναι, με φιλοξενούν στο σπίτι δύο Μαλτεζάκια: Ο Μπιπ και η Φούσκα. Και ειλικρινά αυτό που έχω να πω είναι ότι έχασα πολύτιμο χρόνο που δεν είχα σκυλί από μικρή. Τα ζώα είναι πολύ μεγάλο σχολείο για τη ζωή! Είμαι πεπεισμένη πια ότι σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο! Τα ζώα, η φύση είναι ο αληθινός δάσκαλος του ανθρώπου.
Ένα τρίχρονο παιδάκι που ήταν παρόν στην ευθανασία του σκύλου της οικογένειας, όταν οι γονείς του για να το παρηγορήσουν του είπαν δικαίως, ότι τα σκυλιά δεν ζούνε όσα χρόνια ζούνε οι άνθρωποι, είπε: «Εγώ ξέρω γιατί τα σκυλιά ζούνε λιγότερα χρόνια από τους ανθρώπους. Γιατί αυτά ξέρουν να αγαπούν, ενώ οι άνθρωποι δεν ξέρουν… και χρειάζεται να ζήσουν πιο πολλά χρόνια, για να μάθουν να αγαπούν».

* Οι φωτογραφίες είναι του www.catisart.gr

«Παράνομα φιλιά – Κόκκινα φανάρια»

Πρεμιέρα 17 Δεκεμβρίου.
Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης.
Τους ρόλους ερμηνεύουν με αλφαβητική σειρά οι: Διαμαντής Καραναστάσης, Κώστας Κοράκης, Αθηνά Μαξίμου, Καίτη Μανωλιδάκη, Μαρσέλα Λένα, Ελισάβετ Μουτάφη, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Γιώργος Παπανδρέου, Νίκη Σερέτη, Αιμίλιος Χειλάκης.
Κοστούμια Kωνσταντίνος Ζαμάνης. Φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης. Βοηθός σκηνοθέτη η Δήμητρα Βαμβακάρη. Φωτογραφίες Κανάρης Τσίγκανος.

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Ηρώων Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς
Πληροφορίες – κρατήσεις

Ταμείο 210-414.33.10